ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΧΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ


Οι άνθρωποι συνήθως αισθάνονται άγχος για καταστάσεις που είτε δεν μπορούν να προβλέψουν ή να ελέγξουν είτε θεωρούν ότι είναι απειλητικές και επικίνδυνες. Υπάρχουν συγκεκριμένες σωματικές εκδηλώσεις, οι οποίες συνδέονται με το άγχος και αποτελούν συνέπεια της ετοιμότητας του οργανισμού να διαχειριστεί την (υποθετική ή μη) απειλή. Σε αυτές τις εκδηλώσεις περιλαμβάνονται αυξημένη κινητικότητα και μυϊκή τάση, εύκολη κόπωση, αίσθημα δύσπνοιας, εφίδρωση και κεφαλαλγία. Ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα άγχους μπορεί να προκαλέσουν αύξηση των καρδιακών παλμών και της αρτηριακής πίεσης, ναυτία και ζαλάδες. Στις νευροψυχικές εκδηλώσεις του άγχους περιλαμβάνονται διαταραχές του ύπνου και ελάττωση της σεξουαλικής διάθεσης.
Όλοι οι άνθρωποι αισθάνονται άγχος ως έναν βαθμό. Οι περισσότεροι συνήθως όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα κατάσταση ή όταν προσπαθούν να κάνουν κάτι με επιτυχία. Ένας ήπιος έως μέτριος βαθμός άγχους σε αυτές τις καταστάσεις είναι φυσιολογικός, αν όχι και ευεργετικός. Το άγχος κινητοποιεί το άτομο να προετοιμαστεί για αυτό που πρόκειται να συμβεί και να παραμείνει συγκεντρωμένο σε αυτή την προσπάθεια. Παρόλα αυτά, είναι δυνατό να έχει και αρνητικές συνέπειες. Οι υπερβολικά αγχώδεις άνθρωποι αισθάνονται συχνά ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που τους παρουσιάζονται.
Τα άτομα, τα οποία βιώνουν έντονο άγχος, υποφέρουν συνήθως από κάποια από τις διαταραχές του συναισθήματος που καλούνται αγχώδεις διαταραχές. Στις καταστάσεις του παθολογικού άγχους περιλαμβάνονται η διαταραχή γενικευμένου άγχους, οι διάφορες φοβίες (όπως η κλειστοφοβία), η διαταραχή πανικού, το άγχος που εμφανίζεται μετά από ένα ψυχοτραυματικό γεγονός (π.χ. σεξουαλική κακοποίηση, πόλεμος) και άλλες ειδικές καταστάσεις. Σε μια μελέτη, η οποία πραγματοποιήθηκε σε άτομα 15 – 54 ετών στις ΗΠΑ, βρέθηκε ότι περίπου το 17% των συμμετεχόντων εμφάνιζε κάποια αγχώδη διαταραχή σε δεδομένη χρονική στιγμή. Οι αιτίες, οι οποίες προκαλούν τις αγχώδεις διαταραχές, δεν είναι έως σήμερα σαφείς. Συνήθως, αποδίδονται στη συνδυαστική δράση βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Σύμφωνα με μελέτες, οι διαταραχές αυτές εμφανίζονται συχνά σε συγκεκριμένες οικογένειες, γεγονός που συνηγορεί για την ύπαρξη ενός κληρονομικού παράγοντα. Το πιθανότερο, όμως, είναι συγκεκριμένα γονίδια να θέτουν το άτομο σε υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αγχώδους συμπεριφοράς, η οποία εκδηλώνεται όταν προκύψουν οι κατάλληλες ψυχολογικές και κοινωνικές συνθήκες. Επίσης, το άγχος φαίνεται ότι συνδέεται με συγκεκριμένες ουσίες του εγκεφάλου. Το γ-αμινοβουτυρικό οξύ, η νορ-επινεφρίνη και η σεροτονίνη είναι νευροδιαβιβαστές, δηλαδή χημικές ουσίες που συμβάλλουν στην επικοινωνία μεταξύ των νευρικών κυττάρων. Η πρώτη φαίνεται ότι συμμετέχει στη ρύθμιση του επιπέδου του άγχους, οπότε τα χαμηλά επίπεδα αυτής προκαλούν την εμφάνιση έντονου άγχους. Για τις άλλες δύο υπάρχουν στοιχεία, τα οποία τις συνδέουν με μια από τις αγχώδεις διαταραχές (διαταραχή πανικού). Στον χώρο της Ψυχολογίας έχουν διατυπωθεί διάφορες θεωρίες για την ερμηνεία του άγχους. Ο Sigmund Freud θεωρούσε ότι το άγχος αποτελεί συνέπεια των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα σε ασυνείδητο επίπεδο. Αντίθετα, οι συμπεριφοριστές ψυχολόγοι πιστεύουν ότι το άγχος συσχετίζεται με το κατά πόσο κάποιος θεωρεί ότι τα γεγονότα (που αντιμετωπίζει) μπορούν να προβλεφθούν ή και να ελεγχθούν. Επίσης, προσεγγίζουν το άγχος ως μια συμπεριφορά, την οποία μπορεί το άτομο να τη μάθει από ένα άλλο πρόσωπο (όπως οι γονείς του). Τέλος, έχει διατυπωθεί και η άποψη ότι το υπερβολικό άγχος αποτελεί συνέπεια λανθασμένης ερμηνείας φυσιολογικών συμβάντων ως απειλητικών. Δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως, ότι στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το άγχος πυροδοτείται από κοινωνικές καταστάσεις (όπως ένα διαζύγιο, η πρώτη μέρα στην εργασία ή η μετανάστευση). Ακόμα, ο τρόπος έκφρασης του άγχους φαίνεται ότι επηρεάζεται σημαντικά από κοινωνικούς παράγοντες. Για παράδειγμα, μέχρι και σήμερα διατηρείται η αντίληψη ότι οι γυναίκες εκφράζουν πιο ελεύθερα το άγχος ή τα συναισθήματα που νιώθουν.

Η κλασική προσέγγιση στην αντιμετώπιση του άγχους

Η αντιμετώπιση του έντονου άγχους, στο πλαίσιο της συμβατικής Ιατρικής, περιλαμβάνει τη χορήγηση συγκεκριμένων ψυχοδραστικών φαρμάκων, πιθανότατα σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία. Τα κυριότερα φάρμακα είναι οι βενζοδιαζεπίνες που συμβάλλουν στη μείωση του άγχους ενισχύοντας τη δράση του γ-αμινοβουτυρικού οξέος. Αλλά και ορισμένα αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά, εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης) φαίνεται ότι έχουν ευεργετική επίδραση. Όσον αφορά τη ψυχοθεραπεία, αυτή διαμορφώνεται βάσει των αντιλήψεων του θεραπευτή. Όσοι αποδίδουν το άγχος σε ασυνείδητες συγκρούσεις, ακολουθούν τη ψυχαναλυτική μέθοδο. Αντίθετα, σκοπός της συμπεριφορικής προσέγγισης είναι η εκπαίδευση του ατόμου σχετική με τη φύση της διαταραχής του. Κατόπιν, ο θεραπευόμενος καλείται να έρθει σταδιακά αντιμέτωπος με τις σκέψεις, τα αντικείμενα και τις καταστάσεις, που του προκαλούν άγχος. Σύμφωνα με μελέτες, η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι το ίδιο (αν όχι περισσότερο) αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των διαταραχών, οι οποίες έχουν ως κύρια εκδήλωση το έντονο άγχος, σε σχέση με τη χορήγηση φαρμάκων ως μονοθεραπεία. Επίσης, χαρακτηρίζεται από περισσότερο μακροχρόνια θετική επίδραση, όταν ο ασθενής διακόπτει τη θεραπεία.

Η Ομοιοπαθητική στην αντιμετώπιση του άγχους

Η επιλογή των φαρμάκων στην Ομοιοπαθητική γίνεται βάσει του γενικού κανόνα ότι «τα όμοια θεραπεύουν τα όμοια». Αυτό σημαίνει ότι φυτικές και άλλες φυσικές ουσίες, οι οποίες προκαλούν τα ίδια συμπτώματα με αυτά από τα οποία υποφέρει ο ασθενής, χορηγούνται σε πολύ μικρές συγκεντρώσεις. Η Ομοιοπαθητική αποτελεί ολιστική μέθοδο θεραπείας με την έννοια ότι αποσκοπεί στην καλή κατάσταση της υγείας του ατόμου συνολικά, χωρίς να επικεντρώνεται στις κυρίαρχες παθολογικές εκδηλώσεις κάθε φορά. Συνεπώς, η πρώτη επίσκεψη σε έναν ειδικό στην Ομοιοπαθητική μπορεί να απαιτήσει αρκετή ώρα, καθώς θα πρέπει να συλλέξει πληροφορίες που αφορούν το πρότυπο διατροφής, τον τρόπο ζωής, τη συναισθηματική και νοητική κατάσταση του ατόμου, πέρα από τα στοιχεία που περιέχει ένα τυπικό ιατρικό ιστορικό. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή του κατάλληλου φαρμάκου για κάθε ασθενή είναι αποτέλεσμα συνυπολογισμού διαφόρων παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένων των συνθηκών που εκδηλώνεται η αγχώδης συμπεριφορά. Εάν ο ασθενής λαμβάνει ήδη φάρμακα (π.χ. αντικαταθλιπτικά), σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να διακόπτει απότομα την προηγούμενη φαρμακευτική αγωγή. Αντίθετα, βάσει των υποδείξεων του ιατρού του, πρέπει να τροποποιεί κατάλληλα τη δοσολογία αυτών των φαρμάκων.

Αποτελεί η Ομοιοπαθητική μια ασφαλή μέθοδο θεραπείας;

Γενικά, τα ομοιοπαθητικά φάρμακα δεν φαίνεται να συνδέονται με σοβαρές παρενέργειες. Σχετικά με την ασφάλεια της Ομοιοπαθητικής, είναι σκόπιμο να επισημανθούν τα εξής:
- Με την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή της θεραπείας γίνεται υπό την καθοδήγηση ειδικού, τα ομοιοπαθητικά φάρμακα σε υψηλές αραιώσεις θεωρούνται ασφαλή και είναι απίθανο να προκαλέσουν σοβαρές παρενέργειες.
- Οι ειδικοί στην Ομοιοπαθητική αναμένουν μια αρχική – προσωρινή επιδείνωση των συμπτωμάτων μετά την έναρξη της αγωγής σε ορισμένους ασθενείς. Παρόλα αυτά, δεν υπάρχουν αρκετά ευρήματα για το φαινόμενο αυτό σε κλινικές μελέτες, δεδομένου ότι οι σχετικές έρευνες είναι ελάχιστες.
- Δεν υπάρχουν στοιχεία για πιθανές αλληλεπιδράσεις των ομοιοπαθητικών με τα φάρμακα της συμβατικής Ιατρικής.

Αποτελεί η Ομοιοπαθητική μια αποτελεσματική μέθοδο θεραπείας;

Ερευνητές από το Bristol Homeopathic Hospital στη Μεγάλη Βρετανία οργάνωσαν ένα πιλοτικό πρόγραμμα συλλογής δεδομένων από τα πέντε κέντρα Ομοιοπαθητικής στο δίκτυο νοσοκομείων της χώρας. Το άγχος αποτελούσε την ένατη αιτία αναζήτησης συμβουλής ειδικού στην Ομοιοπαθητική από ένα σύνολο 235 παθολογικών καταστάσεων. Μια παρόμοια μελέτη πραγματοποίησαν οι Mathie και Robinson, συλλέγοντας δεδομένα από 14 ομοιοπαθητικούς ιατρούς στη Μεγάλη Βρετανία. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους προέκυψαν ιδιαίτερα θετικά συμπεράσματα για την αντιμετώπιση του άγχους με τη μέθοδο της Ομοιοπαθητικής. Ωστόσο, άλλες μελέτες δεν επιβεβαιώνουν με σαφήνεια την αποτελεσματικότητα της Ομοιοπαθητικής, ιδιαίτερα εάν βάσει του σχεδιασμού τους περιλαμβάνεται και ομάδα ελέγχου (αξιολόγηση σε σχέση με την εφαρμογή εικονικής αγωγής - placebo).

No comments: