ΕΞΕΤΑΣΗ ΑΡΤΗΡΙΑΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ


Η αρτηριακή πίεση αντιπροσωπεύει την πίεση, η οποία ασκείται στο τοίχωμα των αρτηριών από τη στήλη του αίματος. Εξαρτάται από:
1. Όγκος παλμού.
2. Περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις.
3. Γλοιότητα του αίματος.
Σύμφωνα με τη διαδικασία, που ακολουθείται στο Κέντρο Υπέρτασης της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής του ΕΚΠΑ, λαμβάνονται τα εξής μέτρα για την ακριβή μέτρηση της αρτηριακής πίεσης:
1. Ο εξεταζόμενος δεν πρέπει να έχει καπνίσει ή καταναλώσει καφέ τα τελευταία 30 λεπτά πριν τη λήψη της αρτηριακής πίεσης.
2. Ο εξεταζόμενος πρέπει να κάθεται με τον βραχίονα ακουμπισμένο σε σταθερή επιφάνεια. Το μέσο του βραχίονα πρέπει να βρίσκεται στο ίδιο (οριζόντιο) επίπεδο με την καρδιά.
3. Η διαδικασία αρχίζει μετά από 5 λεπτά ηρεμίας.
4. Η περιχειρίδα πρέπει να έχει το κατάλληλο μέγεθος. Ο αεροθάλαμος πρέπει να περιβάλει σφιχτά τουλάχιστον τα 2/3 της περιμέτρου του βραχίονα και να τοποθετείται 3 cm από την καμπή του αγκώνα.
5. Πριν την τοποθέτησή της, ο αέρας πρέπει να έχει αφαιρεθεί πλήρως από την περιχειρίδα. Επίσης, δεν πρέπει να ασκείται πίεση από ρούχα στον βραχίονα.
6. Το κέντρο του αεροθαλάμου πρέπει να τοποθετείται πάνω από τη βραχιόνια αρτηρία. Η θέση της αρτηρίας προσδιορίζεται με ψηλάφηση της περιοχής του βραχίονα.
7. Το ύψος της στήλης υδραργύρου πρέπει να βρίσκεται στο 0 εφόσον ο αεροθάλαμος είναι κενός.
8. Ο εξετάζων ψηλαφά με το ένα χέρι την κερκιδική αρτηρία του εξεταζόμενου, ενώ με το άλλο φουσκώνει τον αεροθάλαμο. Το ύψος της στήλης υδραργύρου πρέπει να φθάνει έως 30 mmHg πάνω από το σημείο που αντιστοιχεί στην εξαφάνιση των σφύξεων.
9. Το στηθοσκόπιο τοποθετείται (χωρίς υπερβολική πίεση) πάνω από τη βραχιόνια αρτηρία, αμέσως χαμηλότερα από το χείλος της περιχειρίδας.
10. Ο αεροθάλαμος ξεφουσκώνεται με ρυθμό 1 – 2 mmHg / sec.
Ο προσδιορισμός της αρτηριακής πίεσης βασίζεται στην ακρόαση με το στηθοσκόπιο των ήχων Korotkoff, οι οποίοι παράγονται εξαιτίας της τυρβώδους ροής του αίματος στη μερικώς αποφραγμένη βραχιόνια αρτηρία. Καθώς η πίεση της περιχειρίδας μειώνεται προοδευτικά, οι παραγόμενοι ήχοι διακρίνονται σε πέντε φάσεις:
1η φάση: οι ήχοι αντιστοιχούν στη συστολική ΑΠ.
2η φάση (10 – 15 mmHg χαμηλότερη πίεση από τη φάση Ι): οι ήχοι αντικαθίστανται από ήπιο φύσημα.
3η φάση: το φύσημα καθίσταται εντονότερο.
4η φάση: απότομη εξασθένηση ήχων.
5η φάση: εξαφάνιση ήχων (το σημείο αντιστοιχεί στη διαστολική ΑΠ).
(*) Σε ορισμένες περιπτώσεις (ηλικιωμένοι, κύηση, ανεπάρκεια αορτικής, υπερθυρεοειδισμός), οι ήχοι μπορεί να ακούονται έως το 0. Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της διαστολικής ΑΠ, χρησιμοποιείται η φάση ΙV.
Η αρτηριακή πίεση ενός ατόμου μεταβάλλεται συνεχώς. Συγκινησιακοί παράγοντες και το φαινόμενο της «λευκής ποδιάς» είναι δυνατό να προκαλέσουν αύξηση της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης. Για αυτόν τον λόγο, συνιστάται η πραγματοποίηση περισσότερων της μίας μετρήσεων και ο υπολογισμός (κατόπιν) του μέσου όρου των δύο τελευταίων μετρήσεων.
Βασική ΑΠ: η χαμηλότερη ΑΠ που διαπιστώνεται και σταθεροποιείται μετά από πολλές μετρήσεις.
Διαφορική ΑΠ: διαφορά πίεσης μεταξύ συστολικής και διαστολικής ΑΠ. Αυξημένη διαφορική ΑΠ παρατηρείται σε καταστάσεις υπερκινητικής κυκλοφορίας (π.χ. ανεπάρκειας αορτικής, υπερθυρεοειδισμός).
Η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να γίνει σε διάφορες θέσεις: καθιστή, ύπτια, όρθια (για τον αποκλεισμό της ορθοστατικής υπότασης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με αρτηριακή υπέρταση που υποβάλλονται σε αντι-υπερτασική αγωγή). Σημείο ορθοστατικής υπότασης αποτελεί η διαπίστωση διαφοράς μεγαλύτερης από 15 mmHg μεταξύ της κατακεκλιμένης και της όρθιας θέσης. Επίσης, εφόσον διαπιστώνονται ενδείξεις απόφραξης της υποκλειδίου ή της βραχιονίου αρτηρίας κατά την ψηλάφηση του κερκιδικού σφυγμού, η αρτηριακή πίεση πρέπει να λαμβάνεται και από τα δύο άνω άκρα.
ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ
Η αρτηριακή υπέρταση είναι ιδιοπαθής στο 95% και δευτεροπαθής στο 5% των περιπτώσεων. Όμως, σημειώνεται ότι σε άτομα ηλικίας κάτω των 20 ετών, η αρτηριακή υπέρταση είναι κατά κανόνα δευτεροπαθής. Συνεπώς, επιβάλλεται η διερεύνηση του υποκείμενου αιτίου. Τόσο η ιδιοπαθής όσο και η δευτεροπαθής υπέρταση είναι δυνατό να μεταπέσει σε κακοήθη υπέρταση, η οποία χαρακτηρίζεται από βαριά πρόγνωση. Οι ασθενείς με κακοήθη υπέρταση εμφανίζουν:
1. Μεγάλη αύξηση της διαστολικής πίεσης (συνήθως μεγαλύτερη από 130 mmHg).
2. Οίδημα των οπτικών θηλών.
3. Νέκρωση του τοιχώματος των αρτηριδίων του νεφρού.
Χωρίς αντιμετώπιση, η κακοήθης υπέρταση οδηγεί σε νεφρική ανεπάρκεια και υπερτασική εγκεφαλοπάθεια.
Αίτια δευτεροπαθούς υπέρτασης
- Νεφρικές παθήσεις: σπειραματονεφρίτιδες, πολυκυστικοί νεφροί, χρόνια πυελονεφρίτιδα, αποφρακτική ουροπάθεια.
- Αγγειακές παθήσεις: νεφραγγειακή νόσος, στένωση ισθμού αορτής.
- Ενδοκρινολογικές παθήσεις: φαιοχρωμοκύττωμα, σύνδρομο Cushing, ακρομεγαλία, υπερπαραθυρεοειδισμός, όγκοι που εκκρίνουν ρενίνη, λήψη αντισυλληπτικών.
- Τοξιναιμία της κύησης.
Κλινικές εκδηλώσεις αρτηριακής υπέρτασης
Η αρτηριακή υπέρταση δεν συσχετίζεται με συγκεκριμένα συμπτώματα. Συχνά, μπορεί να προϋπάρχει για μεγάλο χρονικό διάστημα και τελικά να αποκαλύπτεται τυχαία κατά την κλινική εξέταση. Επίσης, σημειώνεται ότι η κεφαλαλγία δεν αποτελεί εκδήλωση της υπέρτασης (όπως λανθασμένα θεωρείται από πολλούς ασθενείς), αν και μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο. Η εμφάνιση συγκεκριμένων κλινικών εκδηλώσεων αποτελεί συνέπεια των επιπλοκών της υπέρτασης στα όργανα – στόχους.
- Καρδιά: υπερτροφία και δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, στεφανιαία νόσος, καρδιακή ανεπάρκεια.
- Εγκέφαλος: αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, υπερτασική εγκεφαλοπάθεια (κεφαλαλγία, διαταραχές όρασης, σπασμοί, σύγχυση, υπνηλία, εστιακή συμπτωματολογία, κώμα).
- Νεφροί: μικρολευκωματινουρία, λευκωματουρία, αύξηση επιπέδων κρεατινίνης (άνω των 1,5 mg/dl), νεφρική ανεπάρκεια.
- Περιφερικά αγγεία: απουσία σφύξεων στα μεγάλα αγγεία των άκρων (αθηροσκλήρυνση), διαλείπουσα χωλότητα.
- Οφθαλμοί:
Ι. Ελαφρά σκλήρυνση των αρτηριολίων του αμφιβληστροειδούς με αύξηση της αντανάκλασης του φωτός.
ΙΙ. Σοβαρότερη στένωση και σκλήρυνση των αρτηριολίων του αμφιβληστροειδούς, ελικοειδής πορεία των αγγείων, διακοπή των φλεβών στο σημείο διασταύρωσης με τα αρτηριόλια (σημείο Gunn).
III. Σημαντικότερες αγγειακές αλλοιώσεις του προηγούμενου σταδίου, αιμορραγίες και εξιδρώματα του αμφιβληστροειδούς (ιδίως πέριξ της οπτικής θηλής).
ΙV. Αγγειακές αλλοιώσεις του προηγούμενου σταδίου, οίδημα οπτικής θηλής.

ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΟΤΑΣΗ

Ιδιοσυστασιακή υπόταση: συστολική ΑΠ μεταξύ 90 – 100 mmHg χωρίς ιδιαίτερα συμπτώματα.
Ιδιοπαθής υπόταση: σταθερά χαμηλή ΑΠ ανεξαρτήτως της θέσης ή της στάσης του ατόμου. Συνοδεύεται από εκδηλώσεις όπως αδυναμία, ζάλη, λιποθυμία, διαταραχές ισορροπίας στην όρθια θέση.
Δευτεροπαθής υπόταση: αποτελεί συνέπεια μειωμένης καρδιακής παροχής. Εμφανίζεται σε παρατεταμένη ορθοστασία. απώλεια υγρών, αιμορραγία, καρδιακό επιπωματισμό, σοβαρή πνευμονική εμβολή, βαριά αναιμία, φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια (νόσος Addison), καχεξία, αναφυλακτική αντίδραση, διαβητική ή αλκοολική νευροπάθεια, αμυλοείδωση, πορφυρία, χορήγηση ορισμένων φαρμάκων (π.χ. βινκριστίνη).
Ορθοστατική υπόταση: υπόταση με συγκοπική κρίση (μείωση καρδιακής παροχής) κατά την έγερση από την κατακεκλιμένη στην όρθια θέση, εξαιτίας διαταραχών του ΑΝΣ. Τα αντι-υπερτασικά, τα ηρεμιστικά, οι φαινοθειαζίνες, τα γαγγλιοπληγικά και τα συμπαθητικολυτικά φάρμακα είναι πιθανό να προκαλέσουν ιατρογενή ορθοστατική υπόταση.

Comments