ΜΥΩΠΙΑ: ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ

Η συχνότητα της μυωπίας έχει αποκτήσει επιδημικές διαστάσεις παγκοσμίως. Σε ορισμένες χώρες, όπως στη νοτιοανατολική Ασία, περίπου το 80% των νεαρών ενηλίκων εμφανίζουν μυωπία, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόνο 25% πριν από λίγες δεκαετίες. Η συχνότητα είναι χαμηλότερη στις δυτικές χώρες (μεταξύ 30 – 50%), παρόλο που και σε αυτές παρατηρείται αυξητική τάση. Τι μπορεί να προκαλεί αυτή την αύξηση της συχνότητας; Και ποια είναι η σημασία που μπορεί να έχει για την αντιμετώπιση αυτής της διαταραχής;



Όταν κοιτάζουμε ένα αντικείμενο, οι φωτεινές ακτίνες από αυτό εισέρχονται στον οφθαλμό και φθάνουν στον αμφιβληστροειδή. Εκεί παράγονται νευρικά σήματα, τα οποία από τα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς μέσω του οπτικού νεύρου φθάνουν στον εγκέφαλο. Για να δούμε καθαρά, πρέπει οι φωτεινές ακτίνες να εστιάζονται σε μια μικρή περιοχή του αμφιβληστροειδούς. Αυτό είναι παρόμοιο με τη φωτογραφική μηχανή, στην οποία οι φακοί εστιάζουν τις ακτίνες πάνω στο φιλμ. Η διαδικασία της εστίασης στον οφθαλμό πραγματοποιείται από τον κερατοειδή χιτώνα και τον φακό. Ο κερατοειδής μεταβάλλει ελαφρώς τη διεύθυνση των φωτεινών ακτίνων, οι οποίες εστιάζονται τελικά από τον φακό. Ο φακός το επιτυγχάνει αυτό μεταβάλλοντας το πάχος του. Είναι ελαστικός και η μεταβολή του σχήματός του πραγματοποιείται μέσω μικρών μυϊκών ινών του ακτινωτού σώματος του οφθαλμού, οι οποίες προσφύονται στον φακό. Όσο πιο κοίλος είναι ο φακός, τόσο εντονότερα διαθλώνται οι ακτίνες προς το εσωτερικό του οφθαλμού. Για αντικείμενα που βρίσκονται κοντά, απαιτείται μεγαλύτερη διάθλαση των ακτίνων ώστε να εστιαστούν (όπως όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο). Για την εστίαση σε μακρινά αντικείμενα, η απαιτούμενη διάθλαση των ακτίνων είναι μικρότερη.


Η μυωπία είναι μια διαταραχή της όρασης που προκαλεί θόλωση των μακρινών αντικειμένων, ενώ η όραση των αντικειμένων που βρίσκονται κοντά παραμένει ικανοποιητική. Αυτό συμβαίνει επειδή οι φωτεινές ακτίνες εστιάζονται εμπρός από τον αμφιβληστροειδή (αντί για πάνω σε αυτόν). Αίτια είναι η μεγάλη αύξηση του προσθιοπίσθιου άξονα του οφθαλμού ή η απότομη καμπύλωση του κερατοειδούς. Το αποτέλεσμα είναι μια διαταραγμένη προσαρμογή μεταξύ του μήκους του οφθαλμού και της ικανότητας εστίασής του. Οι ιατροί συνήθως διαγιγνώσκουν τη μυωπία με εφαρμογή οπτικών δοκιμασιών. Χρησιμοποιούνται πίνακες με γράμματα ή σύμβολα για τον προσδιορισμό του επιπέδου της όρασης και για να διερευνηθεί εάν διάφοροι φακοί είναι δυνατό να διορθώσουν το πρόβλημα.



Τα συμπτώματα της μυωπίας

Το βασικό σύμπτωμα της μυωπίας είναι η θόλωση των μακρινών αντικειμένων, ενώ το άτομο βλέπει φυσιολογικά τα αντικείμενα που βρίσκονται κοντά. Επίσης, μπορεί να προκαλέσει κούραση των ματιών και πονοκέφαλο. Η μυωπία συνήθως εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας, αλλά μπορεί να εμφανιστεί και από την πρώιμη παιδική ηλικία έως και τα 25 έτη. Τις περισσότερες φορές, το μέγεθος της μυωπίας αυξάνεται με την ηλικία και αυτό οφείλεται στην αύξηση του προσθιοπίσθιου άξονα του οφθαλμού μέχρι την ενηλικίωση. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η εξέλιξη της μυωπίας διακόπτεται όταν ολοκληρώνεται η ανάπτυξη του ατόμου. Ορισμένα παιδιά, που εμφανίζουν μυωπία, μπορεί να μην αντιληφθούν αμέσως ότι η όρασή τους έχει επηρεαστεί. Πιθανώς να μπορούν να διαβάσουν τα βιβλία ή τα τετράδιά τους, αλλά να δυσκολεύονται να δουν καθαρά μακριά, όπως στον πίνακα της τάξης. Μερικές φορές νομίζουν ότι αυτό μπορεί να είναι «φυσιολογικό» και δεν το λένε στους γονείς ή τους δασκάλους τους. Τα περισσότερα άτομα με μυωπία δεν εμφανίζουν άλλα προβλήματα υγείας, τα οποία να συσχετίζονται με αυτή. Ωστόσο, εάν η μυωπία είναι σοβαρή, αυξάνεται η πιθανότητα να εμφανίσει το άτομο διαταραχές του οφθαλμού μετέπειτα στη ζωή – όπως είναι η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, το γλαύκωμα και ο καταρράκτης. Η τακτική επίσκεψη στον οφθαλμίατρο όχι μόνο διασφαλίζει ότι θα βλέπετε καθαρά, αλλά και ότι ενδεχόμενα σοβαρές διαταραχές (όπως το γλαύκωμα) θα εντοπιστούν και θα αντιμετωπιστούν έγκαιρα.

Που οφείλεται η μυωπία;

Υπάρχει τάση η μυωπία να εμφανίζεται σε συγκεκριμένες οικογένειες. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι ένα παιδί έχει περίπου 30% πιθανότητα να εμφανίσει μυωπία εφόσον ο ένας από τους γονείς έχει εκδηλώσει την κατάσταση και 55% εφόσον και οι δυο γονείς έχουν μυωπία. Γενικά, πιστεύεται ότι διάφοροι παράγοντες οδηγούν σε αυτή τη διαταραχή της όρασης. Η κληρονομικότητα αλλά και το περιβάλλον, που μεγαλώνει κάποιος, συσχετίζονται με την εμφάνιση της μυωπίας. Ορισμένα άτομα εκδηλώνουν μυωπική όραση μόνο τη νύχτα. Αυτό οφείλεται στο ότι το μπλε φως της νύχτας καθιστά τους οφθαλμούς «πιο μυωπικούς» με αποτέλεσμα ακόμα και ένας μικρός βαθμός μυωπίας να γίνεται πιο σημαντικός τις βραδινές ώρες. Βέβαια, η θολή όραση δεν είναι πάντα συνέπεια της μυωπίας. Μπορεί να αποτελεί σύμπτωμα άλλων παθολογικών καταστάσεων. Για παράδειγμα, η έναρξη μυωπικής όρασης σε άτομα μεγαλύτερων ηλικιών μπορεί να είναι πρώιμη ένδειξη ενός καταρράκτη που αρχίζει να σχηματίζεται. Επίσης, η θολή όραση σε ασθενείς με διαβήτη πιθανώς να υποδεικνύει την παρουσία διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας (καταστροφή των μικρών αιμοφόρων αγγείων που τροφοδοτούν τον αμφιβληστροειδή). Τις τελευταίες δεκαετίες, η μυωπία έχει αποκτήσει επιδημικές διαστάσεις – ειδικά σε ορισμένες χώρες. Είναι προφανές ότι ο γενετικός παράγοντας δεν μπορεί από μόνος του να ερμηνεύσει αυτή την αυξητική τάση. Επίσης, η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι η μυωπία οφείλεται στο διάβασμα δεν επιβεβαιώθηκε σε διάφορες μελέτες. Είχε θεωρηθεί ότι το διάβασμα μπορούσε να προκαλέσει μυωπία επειδή αυτή ήταν συχνότερη σε άτομα υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου. Σύμφωνα με την ερμηνεία που είχε δοθεί, η ικανότητα εστίασης του φακού ορισμένων παιδιών δεν είναι ικανοποιητική με συνέπεια αντισταθμιστικά να επέρχεται αύξηση του προσθιοπίσθιου άξονα του οφθαλμού. Αυτό θα βελτίωνε την κοντινή όραση εις βάρος της μακρινής με αποτέλεσμα τα αντικείμενα, τα οποία βρίσκονται μακριά, να φαίνονται θολά. Αν και η θεωρία αυτή φαίνεται ενδιαφέρουσα, οι ερευνητές απέτυχαν να επιβεβαιώσουν την ύπαρξη μιας ισχυρής σχέσης μεταξύ της μυωπίας και συγκεκριμένων δραστηριοτήτων, όπως το διάβασμα (παρόλο που είναι αλήθεια ότι η μυωπία συσχετίζεται με το επίπεδο της μόρφωσης). Για αυτόν τον λόγο, πολλοί ερευνητές υπέθεσαν ότι λείπει κάποιος παράγοντας από την εξίσωση του προβλήματος της αύξησης της συχνότητας της μυωπίας στις ημέρες μας. Σε μια μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε το 2007 στο περιοδικό Investigative Ophthalmology and Visual Science, αξιολογήθηκε ο τρόπος ζωής 514 παιδιών ηλικίας 8 ετών. Μετά από τέσσερα χρόνια, 111 παιδιά είχαν εμφανίσει μυωπία. Το ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι τα παιδιά αυτά ξόδευαν λιγότερο χρόνο σε δραστηριότητες έξω από το σπίτι (8 ώρες την εβδομάδα σε σχέση με τις 12 ώρες που διέθεταν τα παιδιά που δεν εκδήλωσαν τη διαταραχή). «Ένα ενδεχόμενο είναι τα παιδιά αυτά να ξοδεύουν λιγότερη ώρα σε εξωτερικές δραστηριότητες επειδή κάνουν περισσότερες κοντινές εργασίες», αναφέρει η Lisa Jones – Jordan του Πανεπιστημίου της Πολιτείας του Ohio στις ΗΠΑ. Όμως, ο χρόνος που διέθεταν τα παιδιά σε κοντινές εργασίες (όπως είναι το διάβασμα) αποδείχθηκε ότι δεν συσχετιζόταν με τον βαθμό της μυωπίας ή τις ώρες που περνούσαν σε εξωτερικές δραστηριότητες ή σπορ. Εάν η κοντινή εργασία δεν αποτελεί αιτιολογικό παράγοντα για την εμφάνιση της μυωπίας, μήπως η καλή όραση είναι άλλο ένα όφελος της φυσικής δραστηριότητας; Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ophthalmology, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Sydney αξιολόγησαν αυτό το ενδεχόμενο σε 2.367 παιδιά ηλικίας 12 ετών. Όπως αποδείχθηκε, η φυσική άσκηση σε κλειστό χώρο δεν προσέφερε πλεονεκτήματα, ενώ η παραμονή σε εξωτερικό χώρο (ακόμα και χωρίς κάποια μορφή άσκησης) ήταν ευεργετική για την κατάσταση της όρασης. Από την άλλη πλευρά, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Σιγκαπούρης πραγματοποίησαν μια μελέτη στην οποία συμμετείχαν 1.249 έφηβοι και πέτυχαν να επιβεβαιώσουν ότι ο χρόνος που περνάει ένα παιδί σε κλειστούς χώρους σχετίζεται με την εμφάνιση της μυωπίας. Εξαιτίας αυτών των ευρημάτων, οι δυο ερευνητικές ομάδες συνεργάστηκαν για να ελέγξουν την υπόθεση ότι η υψηλή συχνότητα της μυωπίας στην Ασία οφείλεται στον αυξημένο χρόνο που περνούν τα παιδιά εκεί σε κλειστούς χώρους. Για να το κάνουν αυτό συνέκριναν δυο ομάδες παιδιών ηλικίας 6 και 7 ετών, μία στη Σιγκαπούρη και μία στην Αυστραλία. Οι ερευνητές συμπεριέλαβαν στη μελέτη μόνο παιδιά κινεζικής καταγωγής, ώστε να αποκλειστεί η συμμετοχή γενετικών παραγόντων στην εμφάνιση της μυωπίας. Ποια ήταν τα ευρήματα; Τα παιδιά στο Sydney ξόδευαν κατά μέσο όρο περίπου 14 ώρες την εβδομάδα σε εξωτερικές δραστηριότητες και μόνο το 3% εμφάνισε μυωπία. Αντίθετα, τα παιδιά στη Σιγκαπούρη διέθεταν μόλις 3 ώρες και το 30% εμφάνισε μυωπία. Για ακόμα μια φορά αποδείχθηκε ότι οι κοντινές εργασίες είχαν ελάχιστη επίδραση. Τα παιδιά της Αυστραλίας μάλιστα περνούσαν περισσότερες ώρες διαβάζοντας ή μπροστά στον υπολογιστή. Βέβαια, το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει πλέον είναι πώς η παραμονή σε εξωτερικούς χώρους προλαμβάνει τη μυωπία. Ένα ενδεχόμενο είναι το ηλιακό φως να παρεμποδίζει την αύξηση του οφθαλμού. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται από τον Regan Ashby στο Πανεπιστήμιο του Tübingen της Γερμανίας. Παρόλο που οι ακριβείς μηχανισμοί παραμένουν ασαφείς, ο ερευνητής πιστεύει ότι το έντονο φως διεγείρει την παραγωγή υψηλών επιπέδων ντοπαμίνης στον αμφιβληστροειδή. Η ντοπαμίνη είναι γνωστό ότι περιορίζει την αύξηση του μεγέθους του οφθαλμού. Άλλοι ερευνητές πιστεύουν ότι η ντοπαμίνη εξηγεί μόνο μερικώς την παθογένεια της μυωπίας. Επικεντρώνονται στη σημασία της περιφερικής όρασης. Σε έναν χώρο με πολύ κόσμο, ακόμα και για άτομα χωρίς πρόβλημα μυωπίας παρατηρείται μια θόλωση της περιφερικής όρασης. Πέρα από τις άκρες ενός βιβλίου ή της οθόνης του υπολογιστή, τα αντικείμενα βρίσκονται μακρύτερα οπότε τα βλέπουμε κάπως θολά. Επίσης, εάν εστιάσουμε σε μια σκηνή έξω από το παράθυρο ενός δωματίου, τα αντικείμενα που βρίσκονται μέσα στο δωμάτιο και περιλαμβάνονται στην περιφερική μας όραση θα βρίσκονται εκτός εστίασης. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτές οι συνθήκες αρκούν για να πυροδοτήσουν την εμφάνιση της μυωπίας σε άτομα με γενετική προδιάθεση. Και πότε δεν ισχύουν αυτές οι συνθήκες; Όταν βρισκόμαστε σε ανοικτούς χώρους, όπου όλα τα αντικείμενα έχουν επαρκή απόσταση από τον οφθαλμό ώστε να γίνει η κατάλληλη εστίαση της συνολικής εικόνας στον αμφιβληστροειδή. Για αυτούς τους λόγους, σήμερα θεωρείται ότι πιθανώς ο καλύτερος τρόπος πρόληψης της μυωπίας είναι η παραμονή των παιδιών σε εξωτερικούς χώρους όσο το δυνατό περισσότερο.

Οι μέθοδοι αντιμετώπισης της μυωπίας

1. Γυαλιά οράσεως και φακοί επαφής. Η μυωπία συνήθως διορθώνεται με τη χρήση γυαλιών ή φακών επαφής. Σκοπός της χρήσης τους είναι η αναστροφή των συνεπειών της αυξημένης καμπυλότητας του κερατοειδούς ή της αύξησης του προσθιοπίσθιου άξονα του οφθαλμού, ώστε τα μακρινά αντικείμενα να μην φαίνονται πλέον θολά.

2. Θεραπεία laser. Η χειρουργική αντιμετώπιση της μυωπίας με laser αποσκοπεί στη διόρθωση του σχήματος του κερατοειδούς με αποτέλεσμα οι οφθαλμοί να εστιάζουν πλέον σωστά. Γενικά, είναι κατάλληλη για την αντιμετώπιση χαμηλών βαθμών μυωπίας. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα η χειρουργική laser είναι μια ασφαλής και αποτελεσματική μέθοδος για συγκεκριμένους ασθενείς. Ωστόσο, όπως και με κάθε άλλη επεμβατική τεχνική, συσχετίζεται με την εμφάνιση ορισμένων επιπλοκών. Οι δυο εφαρμοζόμενες τεχνικές είναι η LASIK (Laser in-situ keratomileusis) και η PRK (Photorefractive keratectomy). Σύμφωνα με την τεχνική LASIK, αφαιρείται ένα μικρό στρώμα ιστού από τον κερατοειδή με τη χρήση ακτινοβολίας laser. Συνήθως πραγματοποιείται χωρίς να απαιτείται ο ασθενής να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Για κάθε οφθαλμό, η διαδικασία διαρκεί περίπου 15 λεπτά. Μετά την επέμβαση, η όραση μπορεί να είναι θολή για μερικές μέρες. Κατά την τεχνική PRK, η ακτινοβολία laser χρησιμοποιείται για την επαναδιαμόρφωση του σχήματος του κερατοειδούς με αφαίρεση ιστού. Η διαδικασία μπορεί να προκαλέσει πόνο για 48 ώρες μετά την επέμβαση και εφαρμόζεται μόνο για την αντιμετώπιση της λιγότερο σοβαρής μυωπίας.

3. Τοποθέτηση φακικών ενδοφακών. Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται σε ασθενείς με σοβαρή μυωπία. Γενικά, οι φακικοί ενδοφακοί τοποθετούνται σε ασθενείς ηλικίας 25 – 45 ετών για τους οποίους η θεραπεία laser δεν είναι κατάλληλη και όταν για άλλους λόγους (π.χ. λόγω του επαγγέλματος) είναι δυσχερής η χρήση γυαλιών. Η διαδικασία πραγματοποιείται με χρήση τοπικού αναισθητικού και ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι του την ίδια μέρα. Με ειδικές σταγόνες γίνεται διαστολή της κόρης του οφθαλμού και ο ενδοφακός εισάγεται στο μάτι διαμέσου μιας μικρής τομής στον κερατοειδή. Η επέμβαση για τον δεύτερο οφθαλμό πραγματοποιείται περίπου 7 ημέρες μετά την πρώτη. Τον Φεβρουάριο του 2009, η αρμόδια υπηρεσία υγείας στο Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε οδηγίες για αυτή την τεχνική. Συμπερασματικά κατέληξε ότι υπάρχουν καλώς τεκμηριωμένα δεδομένα για τη βραχυχρόνια ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της μεθόδου, αλλά παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος καταρράκτη, βλάβης του κερατοειδούς ή του αμφιβληστροειδούς και δεν υπάρχουν επαρκή μακροχρόνια στοιχεία σχετικά με αυτές τις επιπλοκές.

4. Ακτινωτή κερατοτομή. Η τεχνική αυτή αποσκοπεί στη μείωση της καμπυλότητας του κερατοειδούς. Αυτό επιτυγχάνεται με ακτινωτές τομές που γίνονται σε αυτόν. Έτσι, μειώνεται η προκαλούμενη από τον κερατοειδή διάθλαση των φωτεινών ακτίνων και αυτές δεν εστιάζονται πλέον μπροστά από τον αμφιβληστροειδή. Σήμερα, η τεχνική αυτή εφαρμόζεται ελάχιστα, καθώς έχει αντικατασταθεί από τις νεότερες τεχνικές.

Φάρμακα και ασκήσεις του ματιού

Τα γυαλιά οράσεως, οι φακοί επαφής και οι διάφορες επεμβατικές τεχνικές δεν είναι οι μόνες μέθοδοι που έχουν προταθεί για τη διόρθωση της μυωπίας. Όμως, οι άλλες προσεγγίσεις δεν κατάφεραν να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες. Δυο φάρμακα (ατροπίνη, πιρενζεπίνη) φαίνεται ότι επιτυγχάνουν την επιβράδυνση της μυωπίας, αλλά συνοδεύονται από αρκετές παρενέργειες (φωτοευαισθησία, ζαλάδα). Οι ασκήσεις του ματιού, για τη βελτίωση της εστίασης, δεν έχουν σοβαρές παρενέργειες αλλά είναι περιορισμένα τα διαθέσιμα δεδομένα ότι πράγματι ωφελούν.


Η σχέση της διατροφής με τη μυωπία

Το 2002 διατυπώθηκε για πρώτη φορά η θεωρία ότι η μυωπία μπορεί να πυροδοτείται από την υπερβολική κατανάλωση επεξεργασμένων υδατανθράκων. Η θεωρία βασίστηκε σε μια μελέτη κατά την οποία συσχετίστηκαν το διατροφικό πρότυπο και η συχνότητα της μυωπίας σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι πιθανώς τα επίπεδα ινσουλίνης, όταν είναι αυξημένα λόγω της μεγάλης κατανάλωσης υδατανθράκων, προκαλούν αύξηση του μεγέθους του οφθαλμού – γεγονός που οδηγεί στην εμφάνιση της μυωπίας. Επτά χρόνια αργότερα, δυο ανεξάρτητες μελέτες ήρθαν να προσθέσουν νέα δεδομένα για την αύξηση του μεγέθους του οφθαλμού εξαιτίας της ινσουλίνης. Παρόλα αυτά, το εάν η ινσουλίνη ερμηνεύει τη σχέση διατροφής και μυωπίας παραμένει αμφισβητήσιμο. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι μια διατροφή πλούσια σε υδατάνθρακες μπορεί να μην αρκεί για την αύξηση των επιπέδων της ινσουλίνης στον οφθαλμό σε βαθμό που να προκαλεί τη διαταραχή. Όμως, άλλοι ισχυρίζονται ότι τα επίπεδα ινσουλίνης στον οφθαλμό αντιστοιχούν στα επίπεδα οποιουδήποτε άλλου σημείου του οργανισμού και αναφέρουν στοιχεία ότι τα άτομα με υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν μυωπία. Επίσης, η υπεργλυκαιμία μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση μυωπίας αυξάνοντας τα επίπεδα του αυξητικού παράγοντα IGF-1, ο οποίος είναι γνωστό ότι ενεργοποιεί την αύξηση του μεγέθους του οφθαλμού.

No comments: