ΠΟΣΟ (ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ) ΣΥΜΒΑΛΛΕΙ Η ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ;


Πρόσφατα, οι Υπηρεσίες Υγείας των ΗΠΑ εξέδωσαν οδηγίες σχετικά με τη φυσική κατάσταση οι οποίες αναφέρουν ότι τα άτομα 18 μέχρι 64 ετών πρέπει να ασκούνται μέτρια (π.χ. ζωηρό βάδισμα) για τουλάχιστον δύο ώρες και τριάντα λεπτά ή εντατικά (π.χ. τρέξιμο, κολύμβηση, ποδηλασία) για τουλάχιστον μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά την εβδομάδα. Όσο πιο έντονα, συχνότερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ασκείται κάποιος, τόσο σημαντικότερα είναι τα οφέλη για την υγεία του (συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του κινδύνου νοσημάτων όπως ο διαβήτης ή ο καρκίνος). Οι οδηγίες αυτές έχουν βασιστεί σε ερευνητικές μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί την τελευταία δεκαετία. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει μια πλήρης ομοφωνία για τα οφέλη της άσκησης στο σύνολο των μελετών που έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά. Οι περισσότερες αντικρουόμενες απόψεις αφορούν στη σημασία της άσκησης ως τρόπου απώλειας σωματικού βάρους και περιορισμού του προβλήματος της παχυσαρκίας. Αντίθετα, σε άλλους τομείς, τα κέρδη από την τακτική άσκηση έχουν γίνει περισσότερο σαφή.




Η άσκηση μπορεί και να αυξήσει το βάρος αυτών που γυμνάζονται τακτικά

Η σχέση μεταξύ της φυσικής άσκησης και της απώλειας σωματικού βάρους είναι αρκετά πολύπλοκη. Παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, η εφαρμογή ενός προγράμματος εκγύμνασης σε ένα γυμναστήριο κάθε ημέρα δεν θα οδηγήσει απαραίτητα σε μείωση των κιλών του ατόμου. Όμως, είναι λογικό να περιμένει κάποιος ότι εάν εμφανίζει μια σχετικά υψηλή ημερήσια δαπάνη θερμίδων είναι λιγότερο πιθανό να αυξηθεί το βάρος του με την πάροδο του χρόνου – τουλάχιστον σε σύγκριση με εκείνους που έχουν χαμηλή κατανάλωση ενέργειας βάσει του τρόπου ζωής τους. Τα προηγούμενα χρόνια δημοσιεύθηκαν ορισμένες μελέτες σχετικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος της παχυσαρκίας που αναφέρουν ότι ο ρόλος της άσκησης στην απώλεια βάρους έχει υπερεκτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό. Ο Eric Ravussin, ο οποίος είναι ερευνητής σε θέματα μεταβολισμού και σακχαρώδη διαβήτη στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Λουϊζιάνας, εκφράζει αυτή την άποψη: «Γενικά, για την απώλεια βάρους, η άσκηση είναι αρκετά άχρηστη». Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ενώ είναι αλήθεια πως η άσκηση καίει θερμίδες, έχει και μια άλλη επίπτωση προκαλώντας αύξηση της όρεξης. Έτσι, με την αύξηση της όρεξης, το άτομο τρώει περισσότερο γεγονός που μπορεί να μην του επιτρέψει να ωφεληθεί από τα πλεονεκτήματα της άσκησης. Με άλλα λόγια, ένα εντατικό πρόγραμμα εκγύμνασης μπορεί όχι μόνο να μην βοηθάει κάποιον να χάσει κιλά, αλλά αντίθετα να δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την προσπάθειά του. Η ερευνητική ομάδα του Timothy Church, που είναι καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο με τον Ravussin, πραγματοποίησε μια μελέτη κατά την οποία 464 παχύσαρκες γυναίκες (οι οποίες δεν γυμνάζονταν τακτικά) χωρίστηκαν τυχαία σε τέσσερις ομάδες. Οι γυναίκες στις τρεις πρώτες ομάδες κλήθηκαν να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα εκγύμνασης με έναν προσωπικό γυμναστή για 72, 136 ή 194 λεπτά την εβδομάδα αντίστοιχα, για έξι μήνες. Από τις γυναίκες της τέταρτης ομάδας (ομάδα ελέγχου) ζητήθηκε να μην αλλάξουν τη συνήθη φυσική τους δραστηριότητα. Επίσης, σε όλες τις γυναίκες δόθηκαν οδηγίες να μην μεταβάλλουν τις διατροφικές τους συνήθειες και έπρεπε να συμπληρώνουν κάθε μήνα ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με κάποια ιατρικά συμπτώματα. Τα ευρήματα στο τέλος της μελέτης ήταν εντυπωσιακά. Κατά μέσο όρο οι γυναίκες όλων των ομάδων (ακόμα και της ομάδας ελέγχου) έχασαν βάρος , όμως αυτές των τριών πρώτων ομάδων δεν έχασαν σημαντικά περισσότερα κιλά σε σχέση με τις υπόλοιπες. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι η απώλεια των κιλών στην τέταρτη ομάδα οφείλεται στην επίδραση των ερωτηματολογίων που συμπλήρωναν, τα οποία τους έκαναν «υποσυνείδητα» να μειώνουν κάπως την κατανάλωση τροφής. Μάλιστα, και στις τέσσερις ομάδες υπήρξαν άτομα που πήραν κιλά – μερικές ακόμα και περισσότερα από 4 κιλά. Τι συμβαίνει τελικά; Ο Church πιστεύει ότι είναι πιθανό η άσκηση να αύξησε την όρεξη των γυναικών, οι ίδιες να θέλησαν να ανταμείψουν τον εαυτό τους για την προσπάθειά τους με μερικά επιπλέον γλυκά ή και τα δύο. Γενικά, σύμφωνα με τα δεδομένα, οι περισσότερες γυναίκες που άρχισαν να ασκούνται έτρωγαν περισσότερο σε σύγκριση με προηγουμένως. Μια άλλη πιθανή ερμηνεία είναι ότι λόγω της κόπωσης οι γυναίκες κινούνταν λιγότερο τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας.



Άσκηση, μυϊκός και λιπώδης ιστός 

Από την άλλη πλευρά κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί: «Και τι έγινε που οι γυναίκες άρχισαν να τρώνε περισσότερο;». Είναι γνωστό ότι με την άσκηση αυξάνεται η περιεκτικότητα του σώματος σε μυϊκό και μειώνεται σε λιπώδη ιστό. «Δεν είναι αλήθεια ότι οι μύες θα μπορέσουν να κάψουν τις επιπλέον θερμίδες πιο αποτελεσματικά σε σχέση με τον λιπώδη ιστό;». Αυτό είναι πράγματι αλήθεια, όμως η σχέση μυϊκού – λιπώδους ιστού συχνά παρερμηνεύεται. Το 2001, δημοσιεύθηκαν ακριβείς υπολογισμοί που πραγματοποίησε μια ερευνητικά ομάδα από το Πανεπιστήμιο Columbia στο περιοδικό Obesity Research. Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, σε ηρεμία ένα κιλό μυϊκό ιστού καίει περίπου 3 θερμίδες την ημέρα, ενώ ένα κιλό λιπώδους ιστού καίει μία θερμίδα. Όλα αυτά σημαίνουν ότι εάν κάποιος ασκηθεί τόσο εντατικά ώστε να μετατρέψει 5 κιλά λιπώδους ιστού σε μύες (πράγμα που δεν είναι κάτι εύκολο), στην πραγματικότητα θα έχει καταφέρει να μπορεί να φάει έως και 40 επιπλέον θερμίδες την ημέρα πριν αρχίσει να παίρνει βάρος. Σίγουρα αυτό το κέρδος είναι πολύ μικρό. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν έχει εξελιχθεί ώστε να χρησιμοποιεί με κάποιον τρόπο (αντί να αποθηκεύει) το πλεόνασμα των θερμίδων που χρειάζεται για να επιβιώσει και να ανταποκριθεί στις καθημερινές του δραστηριότητες. Για παράδειγμα, τα τρωκτικά έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να διαχειριστούν τις επιπλέον θερμίδες από εμάς επειδή στο σώμα τους περιέχεται μεγαλύτερη ποσότητα ενός τύπου λιπώδους ιστού που ονομάζεται φαιός λιπώδης ιστός. Σε αυτόν παράγεται μια πρωτεΐνη η οποία «απενεργοποιεί» τα μιτοχόνδρια, δηλαδή τα εργοστάσια παραγωγής ενέργειας των κυττάρων. Έτσι, αντί οι επιπλέον θερμίδες να οδηγούν αποκλειστικά σε αύξηση των αποθηκών ενέργειας των τρωκτικών, συμβάλλουν σημαντικά στην παραγωγή θερμότητας. Με την αύξηση της θερμοκρασίας, οι θερμίδες καίγονται χωρίς προσπάθεια. Αντίθετα, στον άνθρωπο η ποσότητα φαιού λιπώδους ιστού είναι ελάχιστη. Όταν η πρόσληψη θερμίδων υπερβαίνει τις ημερήσιες ανάγκες, το επιπλέον ποσό αποθηκεύεται.



Πώς η άσκηση επηρεάζει τον αυτοέλεγχό μας; 

Πολλοί θεωρούν ότι η διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους αποτελεί ουσιαστικά ζήτημα θέλησης. Όλοι μπορούμε να μάθουμε να γυμναζόμαστε και να αποφεύγουμε τις παχυντικές τροφές. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι παρόλο που κάποιοι μπορούν να το κάνουν αυτό, ο μέσος άνθρωπος δεν θα το επιτύχει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Το 2000, οι ψυχολόγοι Mark Muraven και Roy Baumeister δημοσίευσαν ένα άρθρο στο περιοδικό Psychological Bulletin σύμφωνα με το οποίο η ικανότητα αυτοελέγχου του ανθρώπου «μειώνεται» όσο πιέζεται να προσαρμοστεί σε ένα πρόγραμμα νέου τρόπου ζωής. Έτσι, εάν αρχίσει κάποιος να κάνει jogging για μια ώρα την ημέρα, η αποτελεσματικότητα του αυτοελέγχου του σταδιακά εξασθενεί. Με άλλα λόγια, είναι πολύ πιθανό όταν θα σταματήσει την άσκηση, αντί να φάει ένα υγιεινό γεύμα, να επιλέξει κάτι παχυντικό. Πλέον πολλοί ειδικοί που ασχολούνται με την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας αναφέρουν ότι η συχνή, χαμηλής έντασης φυσική δραστηριότητα είναι πιθανό να παρέχει μεγαλύτερο όφελος από ένα εντατικό πρόγραμμα εκγύμνασης σε ένα γυμναστήριο. Άλλωστε, υπάρχουν δεδομένα που υποστηρίζουν ότι στην πραγματικότητα οι παχύσαρκοι «γυμνάζονται» έτσι και αλλιώς περισσότερο από τους υπολοίπους. Ένας παχύσαρκος άνθρωπος καταναλώνει περισσότερες θερμίδες από έναν αδύνατο του ίδιου περίπου ύψους, φύλου και οστικής δομής, δηλαδή ο μεταβολισμός του έχει ρυθμιστεί να καίει περισσότερες και όχι λιγότερες θερμίδες. Σε τι θα τον ωφελήσει λοιπόν να αρχίσει ένα εντατικό πρόγραμμα εκγύμνασης αναφορικά με την απώλεια βάρους;



Οι θετικές απόψεις για τη σημασία της άσκησης στην απώλεια βάρους 

Ο Arthur Leon του Πανεπιστημίου της Minnesota αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η άποψη, σύμφωνα με την οποία η άσκηση οδηγεί τελικά σε αύξηση του βάρους λόγω της μεγαλύτερης όρεξης όσων ασκούνται, δεν επιβεβαιώνεται από τα πλέον πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα. Αν και δεν αμφισβητείται ότι η άσκηση μπορεί να αυξήσει την πρόσληψη θερμίδων, αυτό δεν πρέπει να μεταφράζεται αναγκαστικά και σε επιπλέον κιλά. Η εξήγηση είναι απλή. Οι επιπλέον θερμίδες που ενδεχομένως να προσλαμβάνει κάποιος που αθλείται τελικά δεν υπερβαίνουν αυτών που καίγονται με τις διάφορες μορφές άσκησης, όπως σημειώνει ο David Stensel που είναι ειδικός στη Φυσιολογία της Άσκησης στο Πανεπιστήμιο Loughborough στο Leicestershire της Αγγλίας. Φυσικά, όλα αυτά εξαρτώνται από τον τύπο της άσκησης, την ένταση και τη συχνότητά της, αλλά και από τη βούληση του καθενός να είναι συνεπής με την προσπάθειά του να χάσει βάρος. Η άσκηση δεν πρέπει να θεωρείται ότι θα φέρει αποτελέσματα από μόνη της. Παράλληλα, το άτομο πρέπει να ακολουθεί το κατάλληλο διαιτολόγιο. Πλέον θεωρείται ότι ο περιορισμός των θερμίδων αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα σε ένα αποτελεσματικό πρόγραμμα απώλειας βάρους. Όμως, με τον σωστό περιορισμό της θερμιδικής πρόσληψης, η άσκηση μπορεί να βοηθήσει κάποιον να χάσει τα κιλά που επιθυμεί. Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον προηγούμενο χρόνο, ένα εντατικό πρόγραμμα εκγύμνασης μειώνει για 30 λεπτά από την ολοκλήρωσή του τα επίπεδα μιας ορμόνης, της γρελίνης, η οποία θεωρείται ότι προκαλεί αύξηση της όρεξης. Ταυτόχρονα, αυξάνει για τρεις ώρες τα επίπεδα μιας άλλης πεπτιδικής ορμόνης που καταστέλλει την όρεξη. Συνεπώς, η σχέση της άσκησης και της αύξησης της όρεξης είναι ένα ζήτημα που θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια από τους ειδικούς μέχρι να βγουν οριστικά συμπεράσματα.



Η άσκηση περιορίζει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων 

Την τελευταία δεκαετία, διάφορες μελέτες με τη συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων έχουν δείξει ότι η άσκηση μειώνει τον κίνδυνο των καρδιαγγειακών παθήσεων. Φαίνεται να έχει μια θετική επίδραση συνολικά σε όλους εκείνους τους παράγοντες που ενοχοποιούνται για αυτά τα νοσήματα. Όταν ένα άτομο αθλείται ο καρδιακός μυς συσπάται δυνατά και συχνά, εξωθώντας αίμα μέσω των αρτηριών του σώματος. Αυτό προκαλεί λεπτές ρυθμίσεις του αυτόνομου νευρικού συστήματος, το οποίο ελέγχει τη σύσπαση και τη χαλάρωση των αιμοφόρων αγγείων. Με αυτή τη λεπτή ρύθμιση επιτυγχάνεται χαμηλότερος καρδιακός ρυθμός στην ηρεμία (λιγότεροι παλμοί το λεπτό για να σταλεί το αίμα στο σώμα), η πίεση του αίματος είναι μικρότερη και η καρδιά μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στις απαιτήσεις της κάθε στιγμής μεταβάλλοντας τον ρυθμό της. Όλα αυτά συμβάλλουν στον περιορισμό του κινδύνου ανάπτυξης παθήσεων του καρδιαγγειακού συστήματος. Ακόμα, η άσκηση περιορίζει τη διαδικασία της φλεγμονής στα αγγεία, η οποία συσχετίζεται με την εμφάνιση της αρτηριοσκλήρυνσης και τη στένωση των στεφανιαίων αγγείων της καρδιάς (αίτιο των καρδιακών επεισοδίων). Πολλές πρόσφατες μελέτες έχουν επικεντρωθεί στη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη που θεωρείται δείκτης της φλεγμονής στον οργανισμό. Με την έναρξη ενός προγράμματος εκγύμνασης παρατηρήθηκε μια μείωση της τιμής αυτού του δείκτη κατά 30% μετά από έξι μήνες σε άτομα που προηγουμένως ακολουθούσαν ένα καθιστικό πρότυπο ζωής. Η μείωση αυτή είναι συγκρίσιμη με την αποτελεσματικότητα φαρμάκων που χορηγούνται για τον περιορισμό της φλεγμονής και την πτώση των επιπέδων της χοληστερόλης (στατίνες). Η άσκηση βελτιώνει επιπλέον την υγεία του καρδιαγγειακού μειώνοντας τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων του αίματος και της «κακής» (LDL) χοληστερίνης, αυξάνοντας ταυτόχρονα τα επίπεδα της «καλής» (HDL) χοληστερίνης. Συνεπώς, συμβάλλει στην αποφυγή της απόφραξης των αρτηριών. Παρόλα αυτά, ένα θέμα αξίζει να μελετηθεί περισσότερο. Η άσκηση δεν αναμένεται να έχει την ίδια θετική επίδραση στο καρδιαγγειακό σύστημα όλων των ανθρώπων. Κατά μέσο όρο πράγματι διαπιστώνεται μια επίδραση, αλλά υπάρχει ευρεία διακύμανση ως προς το μέγεθός της – κάτι που φαίνεται να έχει μια κληρονομική βάση. Για παράδειγμα, όπως αναφέρθηκε η άσκηση αυξάνει τα επίπεδα της «καλής» χοληστερόλης και σύμφωνα με μεγάλες μελέτες η επίδραση αυτή αντιστοιχεί σε μια αύξηση περίπου κατά 5%. Όμως, η προσεκτικότερη εκτίμηση των δεδομένων οδηγεί στη διαπίστωση ότι υπάρχει μια ευρεία διακύμανση της επίδρασης από το μηδέν έως το 25% (ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων στη μελέτη). Με άλλα λόγια, μόνο ο μισός πληθυσμός τελικά θα ωφεληθεί από την άσκηση ως προς την αύξηση των επιπέδων της καλής χοληστερόλης.



Η πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη μέσω της τακτικής άθλησης 

Υπάρχουν απόψεις ότι η άσκηση μπορεί να δράσει προληπτικά έναντι του σακχαρώδη διαβήτη, ακόμα και να αναστρέψει την εμφάνισή του. Η ινσουλίνη βοηθάει τα κύτταρα του σώματος να προσλάβουν τη γλυκόζη που κυκλοφορεί στο αίμα. Στον διαβήτη, μια κατάσταση που ονομάζεται αντοχή στην ινσουλίνη περιλαμβάνει την ανεπαρκή έκκριση της ορμόνης ή τη μείωση της ανταπόκρισης του οργανισμού στη δράση της. Εάν οι μύες και οι άλλοι ιστοί δεν μπορούν να απορροφήσουν τη γλυκόζη από το αίμα προκαλείται – με την πάροδο του χρόνου – βλάβη των νεύρων και των αγγείων. Οι παθολογικές αυτές διαταραχές αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η εμφάνιση των καρδιοπαθειών, των εγκεφαλικών επεισοδίων και των συχνών λοιμώξεων στους διαβητικούς. Υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα σύμφωνα με τα οποία στα άτομα με αντοχή στην ινσουλίνη παρατηρείται συσσώρευση λιπαρών ουσιών στα κύτταρα. Η συσσώρευση αυτή επηρεάζει το σύστημα μεταφοράς της γλυκόζης. Έτσι, αναστέλλεται η δράση της ινσουλίνης στα κύτταρα. Η φυσική άσκηση φαίνεται ότι μπορεί να αναστρέψει αυτή τη διαδικασία. Όταν κάποιος τρέχει, ποδηλατεί ή κάνει οποιαδήποτε άλλη μορφή άθλησης, οι μυϊκές συσπάσεις προκαλούν την παραγωγή ενός ενζύμου (ΑΜΡΚ) που προάγει τη διάσπαση των λιπών, τα οποία επιδρούν στο σύστημα μεταφοράς της γλυκόζης στα κύτταρα. Επίσης, η άσκηση προκαλεί μείωση του λίπους που περιβάλλει τα εσωτερικά όργανα του σώματος. Το λίπος αυτό θεωρείται ότι είναι ένας από τους κύριους παράγοντες κινδύνου του σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ. Πάντως και ως προς την αποτελεσματικότητα της άσκησης για την πρόληψη του διαβήτη, το μέγεθος της επίδρασης διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο.



Η άσκηση συνδέεται με μικρότερο κίνδυνο καρκίνου 

Διάφορες μελέτες με τη συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων και διάρκεια παρακολούθησης αρκετών ετών έχουν δείξει ότι η τακτική άθληση περιορίζει τον κίνδυνο συγκεκριμένων μορφών καρκίνου και ιδιαίτερα του καρκίνου του μαστού και του παχέος εντέρου. Οι ερευνητές δεν έχουν καταφέρει ακόμα να υποδείξουν έναν συγκεκριμένο υπεύθυνο μηχανισμό, αλλά υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες ερμηνείες. Σύμφωνα με τον Demetrius Albanes, ο οποίος είναι ερευνητής στο Εθνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο των ΗΠΑ, η άσκηση οδηγεί σε μείωση του σωματικού βάρους και τα λεπτότερα άτομα έχουν χαμηλότερα επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα. Τα παχύσαρκα και τα υπέρβαρα άτομα είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν ανοχή στην ινσουλίνη, οπότε το πάγκρεας αρχίζει να παράγει όλο και μεγαλύτερη ποσότητα της ορμόνης. Τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης έχουν συσχετιστεί με την εμφάνιση ορισμένων μορφών καρκίνου. Η ορμόνη αυτή μπορεί να έχει μια σειρά αυξητικών επιδράσεων που προκαλούν την ανάπτυξη νέων όγκων ή ευνοούν την εξέλιξη μικρών όγκων σε μεγαλύτερους, αυξάνοντας τον ρυθμό της κυτταρικής διαίρεσης. Άλλες θετικές επιδράσεις της άσκησης έναντι του καρκίνου περιλαμβάνουν την ενίσχυση της λειτουργικότητας του ανοσοποιητικού συστήματος και τη μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων και της προγεστερόνης. Οι ορμόνες αυτές σε υψηλά επίπεδα στο αίμα έχουν επίσης ενοχοποιηθεί για την εμφάνιση ορισμένων κακοηθών νεοπλασιών. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι αν και είναι προφανής η σύνδεση της άσκησης με τον περιορισμό των πιθανοτήτων των κακοηθών νεοπλασιών, υπάρχει ακόμα το ενδεχόμενο αυτό να προκαλείται από τη δράση άλλων ευεργετικών παραγόντων. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι που ασκούνται τακτικά συνήθως τρέφονται και πιο υγιεινά. Μήπως η περιορισμένη εμφάνιση του καρκίνου είναι ουσιαστικά αποτέλεσμα της καλύτερης διατροφής ή άλλων παραγόντων του τρόπου ζωής; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό θα πρέπει να ελεγχθούν οι διάφορες ερμηνείες της επίδρασης της άσκησης σε εκτεταμένες κλινικές μελέτες, ώστε να προσδιοριστούν οι υπεύθυνοι μηχανισμοί που ενεργοποιούνται στον οργανισμό των αθλουμένων.



Εάν δεν ασκήστε αυξάνονται οι πιθανότητες να πάθετε ένα κάταγμα 

Η μέτρια άσκηση είναι σημαντική για την αύξηση και τη διατήρηση της οστικής μάζας και περιορίζει τον κίνδυνο της οστεοπόρωσης. Όπως συμβαίνει και με τους μύες, η δύναμη των οστών αυξάνεται όταν καλούνται τακτικά να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος από αυτό που δεν απαιτεί κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια. Συνεπώς, η επίδραση της άσκησης για την υγεία του μυοσκελετικού είναι σημαντική. Πιθανότατα, ενεργοποιεί τα οστά να διατηρήσουν ακέραια τη δομή τους ή οδηγεί στην παραγωγή νέου ιστού. Αυτό είναι πιθανό να συμβαίνει μέσω της ενεργοποίησης των οστεοβλαστών (των κυττάρων που είναι υπεύθυνα για την παραγωγή νέου οστού) από την άσκηση.



Η άσκηση μας κάνει εξυπνότερους; 

Από παλαιότερα οι ερευνητές πίστευαν ότι η άσκηση θα μπορούσε να ενισχύσει τη νοητική λειτουργία των ανθρώπων, αλλά δεν υπήρχαν ισχυρά επιστημονικά δεδομένα για αυτό μέχρι πριν από μερικά χρόνια. Πλέον είναι γνωστό ότι η άσκηση αυξάνει τα επίπεδα ορισμένων μορίων στον εγκέφαλο που είναι σημαντικά για τη νοητική λειτουργία. Ένας τέτοιος μοριακός παράγοντας είναι ο BDNF, μια ουσία που θεωρείται ότι προάγει την ανάπτυξη και την επιβίωση των εγκεφαλικών κυττάρων – όπως και την επικοινωνία μεταξύ τους. Σύμφωνα με μελέτες σε πειραματόζωα, η φυσική δραστηριότητα αυξάνει τα επίπεδα του BDNF στον ιππόκαμπο (μια δομή του εγκεφάλου που είναι σημαντική για τη μάθηση και τη μνήμη). Βάσει αυτής της επίδρασης, τα πειραματόζωα θεωρήθηκε ότι έμαθαν να βρίσκουν τον δρόμο τους ανάμεσα από εμπόδια στο πλαίσιο των πειραμάτων. Ο Fernando Gomez – Pinilla, ο οποίος είναι καθηγητής της Νευροχειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, αναφέρει ότι όσο αυξάνεται η άσκηση τόσο περισσότερες επιδράσεις παρατηρούνται στον εγκέφαλο των πειραματόζωων. Εάν μπλοκαριστεί το γονίδιο, που είναι υπεύθυνο για τη σύνθεση του BDNF, αναστέλλεται και η βελτιωτική επίδραση της άσκησης στη μάθηση και τη μνήμη. Οι σχετικές μελέτες με τη συμμετοχή ανθρώπων είναι επίσης αρκετές και καταλήγουν σε θετικά συμπεράσματα. Σύμφωνα με μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό Journal of American Medical Association, ένα πρόγραμμα εκγύμνασης για έξι μήνες βελτίωσε τα αποτελέσματα σε νοητικά test ατόμων άνω των 50 ετών με διαταραχές μνήμης. Παρόλα αυτά αρκετοί υποστηρίζουν ότι απαιτούνται πολλές περισσότερες μελέτες ώστε να επιβεβαιωθεί η σχέση της άσκησης με την ενίσχυση των δυνατοτήτων του μυαλού του ανθρώπου.



Η άσκηση προλαμβάνει τον θάνατο νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο πιθήκων

Σύμφωνα με μια καινούρια μελέτη, η άσκηση προφυλάσσει ορισμένα κύτταρα του εγκεφάλου των πιθήκων και βελτιώνει την κινητική λειτουργία των πειραματόζωων. Τα δεδομένα αυτής της μελέτης παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρίας Νευροεπιστημών τον Οκτώβριο του 2009. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Pittsburgh εκπαίδευσαν έξι ενήλικους θηλυκούς πιθήκους να τρέχουν σε διάδρομο γυμναστικής (όμοιο με αυτόν για την άσκηση ανθρώπων). Για μια περίοδο τριών μηνών, οι πίθηκοι έτρεχαν, βάδιζαν ή κάθονταν πάνω στον διάδρομο για πέντε ώρες κάθε εβδομάδα. Στους πιθήκους που έτρεχαν επετεύχθη αύξηση του καρδιακού ρυθμού στο 80% του μέγιστου ρυθμού. Από την άλλη πλευρά, η αντίστοιχη αύξηση στους πιθήκους που βάδιζαν έφθασε στο 60% του μέγιστου ρυθμού. Μετά από την περίοδο της άσκησης, οι ερευνητές χορήγησαν μια ειδική νευροτοξίνη (MPTP) στη δεξιά πλευρά του εγκεφάλου των πιθήκων. Η ουσία αυτή θεωρείται ότι εκλεκτικά θανατώνει τους νευρώνες που παράγουν τον νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη. Οι συγκεκριμένοι νευρώνες ελέγχουν την κινητική λειτουργία μέσω της ντοπαμίνης που εκκρίνουν. Πρόκειται για παρόμοια κύτταρα με αυτά που καταστρέφονται σε ασθενείς με νόσο Parkinson. Οι πίθηκοι που δεν ασκήθηκαν παρουσίασαν την αναμενόμενη μείωση των κυττάρων της δεξιάς πλευράς μετά τη χορήγηση της νευροτοξίνης. Όμως, στους πιθήκους που ασκήθηκαν στη μέγιστη ένταση τους προηγούμενους τρεις μήνες, η νευροτοξίνη είχε ελάχιστη επίδραση. Ο αριθμός των νευρώνων που παράγουν ντοπαμίνη ήταν περίπου ίσος στη δεξιά και στην αριστερή πλευρά του εγκεφάλου. Το βάδισμα είχε μια παρόμοια επίδραση, αλλά λιγότερο σημαντική. Μετά από έξι εβδομάδες, η απεικόνιση του εγκεφάλου των πειραματόζωων που ασκήθηκαν εντατικά επιβεβαίωσε ότι δεν προέκυψε σημαντική απώλεια νευρικών κυττάρων εξαιτίας της νευροτοξίνης. Παρόμοια αποτελέσματα διαπιστώθηκαν ως προς τον κινητικό συντονισμό. Οι πίθηκοι που δεν ασκήθηκαν, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το αριστερό τους χέρι, ενώ αυτοί της πρώτης ομάδας χρησιμοποιούσαν χωρίς διαφορά τα δυο τους χέρια για λεπτές κινήσεις.

No comments: