ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ


Τα διουρητικά φάρμακα προκαλούν αύξηση της νεφρικής απέκκρισης καλίου. Επίσης, αποβαλλόμενα τα ωσμωτικώς δρώντα συμπαρασύρουν ύδωρ αυξάνοντας τη διούρηση. Τα διουρητικά φάρμακα χορηγούνται για την ανακούφιση από τα οιδήματα (καρδιακή ανεπάρκεια ή άλλες αιτίες οιδημάτων) και, σε μικρότερες δόσεις, για την αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης. Όμως, σε ασθενείς με ανουρία ή σοβαρή ολιγουρία, συνήθως δεν δρουν. Τα ωσμωτικώς δρώντα διουρητικά (μαννιτόλη) συμπαρασύρουν ύδωρ και νάτριο καθώς αποβάλλονται ταχέως από τους νεφρούς. Χορηγούνται σε ασθενείς με εγκεφαλικό οίδημα, φαρμακευτικές δηλητηριάσεις ή γλαύκωμα. Όλα τα διουρητικά είναι δυνατό να προκαλέσουν αφυδάτωση (ιδιαίτερα σε ασθενείς με πυρετό ή διάρροια ή σε ηλικιωμένα άτομα ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες), υπονατριαιμία και αύξηση της ουρίας. Οι θειαζίδες και τα παρόμοιας δράσης, τα διουρητικά της αγκύλης και οι αναστολείς της καρβοανυδράσης προκαλούν υποκαλιαιμία. Αντίθετα, οι ανταγωνιστές της αλδοστερόνης και τα προστατευτικά του καλίου προκαλούν υπερκαλιαιμία. Τα επίπεδα του ασβεστίου αυξάνονται από τις θειαζίδες και μειώνονται από τη φουροσεμίδη. Πριν από την εκδήλωση της διουρητικής δράσης, τα ωσμωτικώς δρώντα διουρητικά αυξάνουν τον όγκο του αίματος με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος επιδείνωσης προϋπάρχουσας καρδιακής ανεπάρκειας. Σε πνευμονικό οίδημα ή βαριά χρόνια νεφρική ανεπάρκεια χορηγούνται διουρητικά της αγκύλης. Χλωροθαλιδόνη ή μία θειαζίδη, πιθανώς σε συνδυασμό με κάλιο ή ένα διουρητικό που κατακρατά κάλιο, συνιστώνται σε ήπιες μορφές ΧΝΑ. Η ελαφρά αρτηριακή υπέρταση αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση χλωροθαλιδόνης ή μίας θειαζίδες, πιθανώς σε συνδυασμό με ένα διουρητικό που κατακρατά κάλιο. Εναλλακτικά, είναι δυνατό να χορηγηθούν ένα διουρητικό και ένας αναστολέας ΜΕΑ (κατακρατά κάλιο). Αντί της αύξησης της δόσης του διουρητικού, σε βαριά αρτηριακή υπέρταση, μπορεί να χορηγηθούν ένα διουρητικό και ένα αντι-υπερτασικό άλλης κατηγορίας. Η αντιμετώπιση του κιρρωτικού ασκίτη πραγματοποιείται με τη χορήγηση καλιοσυντηρητικών διουρητικών (η υποκαλιαιμία μπορεί να ευνοήσει την εμφάνιση εγκεφαλοπάθειας). Τέλος, σημειώνεται ότι σε ηλικιωμένους ασθενείς χορηγούνται αρχικά χαμηλότερες δόσεις, οι οποίες αυξάνονται ανάλογα με τους δείκτες της νεφρικής λειτουργίας.
ΘΕΙΖΙΔΕΣ & ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑΣ ΔΡΑΣΗΣ. Οι θειαζίδες και τα διουρητικά παρόμοιας δράσης χαρακτηρίζονται από μέτρια ισχύ και χορηγούνται για την αντιμετώπιση ήπιων οιδημάτων (π.χ. εξαιτίας καρδιακής ανεπάρκειας) ή ως αντι-υπερτασικά.
Θειαζίδες & διουρητικά παρόμοιας δράσης: 1. ινδαπαμίδη (FLUDEX), 2. χλωροθαλιδόνη (HYGROTON)
ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΚΥΛΗΣ. Τα διουρητικά της αγκύλης χαρακτηρίζονται από μεγάλη ισχύ και χορηγούνται για την αντιμετώπιση του οξέος πνευμονικού οιδήματος ή οιδημάτων που δεν ανταποκρίνονται σε ηπιότερα διουρητικά.
Διουρητικά της αγκύλης: 1. βουμετανίδη, 2. φουροσεμίδη (LASIX, HYDROFLUX)
ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΚΑΛΙΟΥ. Τα προστατευτικά της απώλειας καλίου έχουν ασθενή διουρητική και αντι-υπερτασική δράση και (κατά κανόνα) χορηγούνται σε συνδυασμούς με άλλα διουρητικά για την ενίσχυση της διουρητικής δράσης και την προστασία από την απώλεια καλίου.
Προστατευτικά της απώλειας καλίου: 1. υδροχλωρική αμιλορίδη + υδροχλωροθειαζίδη (MODURETIC), 2. υδροχλωρική αμιλορίδη + φουροσεμίδη (FRUMIL)
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗΣ. Δρώντας ανταγωνιστικά προς την αλδοστερόνη, η σπειρονολακτόνη έχει ασθενή διουρητική δράση και προκαλεί κατακράτηση καλίου. Ενισχύει τη δράση των θειαζιδικών διουρητικών και των διουρητικών της αγκύλης. Χορηγείται για την αντιμετώπιση των οιδημάτων ή του ασκίτη κιρρωτικών ασθενών και σε ανθεκτικά οιδήματα λόγω καρδιακής ανεπάρκειας.
Ανταγωνιστές αλδοστερόνης: 1. σπειρονολακτόνη (ALDACTONE)

No comments: