ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ


Οι παθολογικές καταστάσεις του θυρεοειδούς είναι αρκετά συχνές και η σωστή διαγνωστική διερεύνηση επιτρέπει την αποτελεσματική αντιμετώπισή τους. Στη διάγνωση των παθήσεων του θυρεοειδούς βασική θέση έχουν αιματολογικές εξετάσεις και το σπινθηρογράφημα του αδένα. Ο θυρεοειδής είναι ένας μικρός αδένας που βρίσκεται στον λαιμό. Παρά το μικρό του μέγεθος, ο ρόλος του θυρεοειδούς είναι σημαντικός καθώς ελέγχει τον ρυθμό με τον οποίο κάθε κύτταρο, ιστός και όργανο λειτουργεί στο σώμα – από τους μύες, τα οστά και το δέρμα έως τα όργανα του πεπτικού, τον εγκέφαλο ή την καρδιά. Ο ρυθμιστικός ρόλος του θυρεοειδούς εκδηλώνεται με την έκκριση ορμονών που επηρεάζουν πόσο γρήγορα ή αποτελεσματικά τα κύτταρα χρησιμοποιούν τα θρεπτικά συστατικά για την παραγωγή ενέργειας, ώστε να επιτελέσουν τις λειτουργίες τους.
Για να γίνουν κατανοητές οι διαγνωστικές εξετάσεις του θυρεοειδούς είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε τον τρόπο που λειτουργεί ο συγκεκριμένος αδένας. Χρησιμοποιεί ιώδιο για την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών. Ο θυρεοειδής προσλαμβάνει αυτό το συστατικό από τις τροφές (μέσω της αιματικής κυκλοφορίας) και το χρησιμοποιεί για τη σύνθεση δυο ορμονών: της θυροξίνης (ονομάζεται και Τ4 επειδή περιέχει τέσσερα άτομα ιωδίου) και της τριϊωδοθυρονίνης (ονομάζεται και Τ3 καθώς περιέχει τρία άτομα ιωδίου). Καθώς ο θυρεοειδής παράγει τις ορμόνες, αυτές αποθηκεύονται σε έναν αριθμό θυλακίων που βρίσκονται εκεί. Από τον θυρεοειδή εκκρίνεται κυρίως η Τ4. Η επιπλέον ποσότητα της Τ3, η οποία χρειάζεται στον οργανισμό, παράγεται εκτός του αδένα σε όργανα και ιστούς που χρησιμοποιούν την Τ3 (όπως το ήπαρ, οι νεφροί και ο εγκέφαλος). Αυτοί οι ιστοί μετατρέπουν την Τ4 σε Τ3 με την αφαίρεση ενός ατόμου ιωδίου. Η λειτουργία του θυρεοειδούς βρίσκεται υπό τον έλεγχο της υπόφυσης, η οποία είναι ένας μικρός αδένας που βρίσκεται στη βάση του εγκεφάλου. Εκτός του θυρεοειδούς, η υπόφυση ελέγχει τη λειτουργία πολλών άλλων αδένων του οργανισμού. Η υπόφυση στέλνει μηνύματα στον θυρεοειδή σχετικά με την ποσότητα των ορμονών που πρέπει να παράγει. Τα μηνύματα αυτά έχουν τη μορφή της ορμόνης TSH. Τα επίπεδά της στο αίμα αυξομειώνονται σε συνάρτηση με τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών στον οργανισμό. Υψηλότερα επίπεδα της TSH προάγουν την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών μέχρι η TSH να επανέλθει σε ένα σταθερό επίπεδο. Αντίθετα, χαμηλότερα επίπεδα της TSH δίδουν το μήνυμα στον θυρεοειδή να μειώσει την παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών.
Φυσιολογικά, ο θυρεοειδής απελευθερώνει τη σωστή ποσότητα ορμονών για την ομαλή λειτουργία του οργανισμού. Τα επίπεδα της TSH παραμένουν σχετικά σταθερά καθώς ανταποκρίνονται σε μικρές μεταβολές της Τ4 στο αίμα και αντίστροφα. Ωστόσο, διάφοροι παράγοντες, όπως παθολογικές καταστάσεις ή φάρμακα, είναι δυνατό να διαταράξουν τη φυσιολογική αλληλεπίδραση υπόφυσης – θυρεοειδούς. Όταν αυτό συμβεί, ο θυρεοειδής μπορεί να μην παράγει τις απαιτούμενες ποσότητες ορμονών με συνέπεια την επιβράδυνση των λειτουργιών του οργανισμού. Η κατάσταση αυτή αποτελεί τον υποθυρεοειδισμό. Ή, ο θυρεοειδής μπορεί να παράγει υπερβολικές ποσότητες ορμονών οδηγώντας τον οργανισμό σε υπερλειτουργία. Η κατάσταση αυτή ονομάζεται υπερθυρεοειδισμός. Τα συμπτώματα και η εξέλιξη της διαταραχής στον υποθυρεοειδισμό παρουσιάζουν σημαντική ποικιλία από ασθενή σε ασθενή. Ένα άτομο μπορεί να γίνει υποθυρεοειδικό μέσα σε μερικούς μήνες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα συμπτώματα εμφανίζονται σταδιακά για διάστημα αρκετών ετών. Γενικά, όσο χαμηλότερα είναι τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών, τόσο πιο έκδηλα θα είναι τα συμπτώματα. Στις εκδηλώσεις του υποθυρεοειδισμού περιλαμβάνονται η συνεχής κόπωση, η δυσανεξία στο ψύχος, η απώλεια της όρεξης, η αύξηση του σωματικού βάρους, το ξηρό δέρμα, η δυσκοιλιότητα, οι αρθραλγίες και το καταθλιπτικό συναίσθημα. Τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού εμφανίζονται σταδιακά, αν και πάλι αυτό διαφέρει από άτομο σε άτομο. Στις εκδηλώσεις του υπερθυρεοειδισμού περιλαμβάνονται η δυσανεξία στη ζέστη, η εξάντληση, η νευρικότητα και το άγχος (πιθανώς σε συνδυασμό με κατάθλιψη), η αϋπνία, η έντονη δίψα και η αύξηση της όρεξης, η απώλεια του σωματικού βάρους, ο τρόμος των χεριών, η μυϊκή αδυναμία και η αύξηση των κενώσεων.

Οι εξετάσεις για τη διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού

Η διάγνωση του υπερθυρεοειδισμού βασίζεται στο ιστορικό του ασθενούς, την εξέτασή του από τον ιατρό και τις εργαστηριακές εξετάσεις. Κατά τη διάρκεια της φυσικής εξέτασης, ο ιατρός ψηλαφά τον αδένα (ενώ ο ασθενής καταπίνει) και αναζητάει ενδείξεις υπερθυρεοειδισμού στο σώμα του, όπως είναι ο ελαφρός τρόμος των δαχτύλων όταν τα χέρια είναι προτεταμένα, τα υπερδραστήρια αντανακλαστικά ή το θερμό και υγρό δέρμα. Η επιβεβαίωση της διάγνωσης γίνεται με εργαστηριακές εξετάσεις:
Αιματολογικές εξετάσεις. Προσδιορίζονται τα επίπεδα της θυροξίνης (Τ4) και της TSH στον οργανισμό. Υψηλά επίπεδα Τ4 και πολύ χαμηλά επίπεδα TSH υποδεικνύουν την ύπαρξη ενός θυρεοειδούς που υπερλειτουργεί (εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση που ο υπερθυρεοειδισμός οφείλεται σε όγκο της υπόφυσης ή του υποθαλάμου – οπότε και η TSH μπορεί να είναι αυξημένη). Εφόσον προκύψουν ευρήματα υπερλειτουργίας του θυρεοειδούς, ο ιατρός μπορεί να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις που θα καθορίσουν την αιτία της αυξημένης λειτουργίας του αδένα.
Δοκιμασία πρόσληψης ραδιενεργού ιωδίου. Για την πραγματοποίηση της δοκιμασίας, ο εξεταζόμενος λαμβάνει από το στόμα μια μικρή δόση ραδιενεργού ιωδίου. Μετά από λίγο χρόνο, το ιώδιο συγκεντρώνεται στον θυρεοειδή (σύμφωνα με τη φυσιολογική διαδικασία πρόσληψης του ιωδίου από τον αδένα για τη σύνθεση των ορμονών). Η εξέλιξη της απορρόφησης του ραδιενεργού ιωδίου από τον θυρεοειδή ελέγχεται μετά από 2, 6 και 24 ώρες ή και περισσότερο. Η αυξημένη πρόσληψη υποδεικνύει ότι ο αδένας παράγει αυξημένη ποσότητα Τ4. Συχνότερες αιτίες είναι η νόσος Graves (τοξική διάχυτη βρογχοκήλη) ή η ύπαρξη υπερλειτουργικών όζων στον θυρεοειδή. Εάν ο ασθενής εμφανίζει υπερθυρεοειδισμό, αλλά η πρόσληψη του ιωδίου είναι χαμηλή, μπορεί να πάσχει από κάποια μορφή θυρεοειδίτιδας. Η γνώση της αιτίας του υπερθυρεοειδισμού συμβάλλει ώστε ο ιατρός να καθορίσει την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση. Η δοκιμασία πρόσληψης ραδιενεργού ιωδίου δεν προκαλεί ενόχληση στον εξεταζόμενο, αλλά προϋποθέτει έκθεση του οργανισμού σε ποσότητα ακτινοβολίας.
Σπινθηρογράφημα θυρεοειδούς. Για την πραγματοποίηση της εξέτασης, μια ραδιενεργός ουσία εγχύεται σε φλέβα του άνω άκρου του εξεταζόμενου. Κατόπιν αυτός ξαπλώνει σε ένα ειδικό μηχάνημα απεικόνισης (γ-camera). Η γ-camera προσλαμβάνει την εκπεμπόμενη ακτινοβολία από την ουσία που συγκεντρώνεται στον θυρεοειδή. Έτσι, προκύπτει μια εικόνα του αδένα σε οθόνη, η οποία εκτιμάται από τον ιατρό. Σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, η εξέταση μπορεί να διακρίνει τη διάχυτη υπερπλασία του αδένα από ένα τοξικό αδένωμα. Η χρονική διάρκεια της δοκιμασίας ποικίλλει ανάλογα με τον χρόνο που απαιτείται για την απορρόφηση της ουσίας από τον θυρεοειδή. Μερικές φορές, το σπινθηρογράφημα πραγματοποιείται στα πλαίσια της δοκιμασίας πρόσληψης ιωδίου, οπότε το ραδιενεργό ιώδιο (που χορηγείται από το στόμα) χρησιμοποιείται και για την απεικόνιση του αδένα.

Οι εξετάσεις για τη διάγνωση του υποθυρεοειδισμού

Η διαγνωστική διερεύνηση του υποθυρεοειδισμού βασίζεται στα συμπτώματα του ασθενούς και τα αποτελέσματα των εξετάσεων αίματος, οι οποίες προσδιορίζουν τα επίπεδα της TSH και της Τ4 στον οργανισμό. Ο συνδυασμός χαμηλών επιπέδων Τ4 και υψηλών επιπέδων TSH υποδεικνύει την ύπαρξη ενός θυρεοειδούς που υπολειτουργεί (η υπόφυση παράγει όλο και μεγαλύτερη ποσότητα TSH σε μια προσπάθεια να διεγείρει τον θυρεοειδή να παράγει τις ορμόνες). Αντίθετα, σε δευτεροπαθή υποθυρεοειδισμό (όταν η βλάβη βρίσκεται στον υποθάλαμο ή την υπόφυση) και τα επίπεδα της TSH είναι πολύ χαμηλά ή μη ανιχνεύσιμα. Επειδή ο υποθυρεοειδισμός είναι συχνότερος σε γυναίκες μεγαλύτερων ηλικιών, μερικοί ιατροί συνιστούν την πραγματοποίηση εξετάσεων αίματος για τον θυρεοειδή στο πλαίσιο του ετήσιου check-up. Επίσης, οι γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή όσες προσπαθούν να μείνουν έγκυες είναι σκόπιμο να εξετάζονται για την ενδεχόμενη ύπαρξη υποθυρεοειδισμού.

Οι εξετάσεις για τη διάγνωση των θυρεοειδικών όζων

Εάν ο ιατρός ψηλαφήσει έναν όζο στον θυρεοειδή του ασθενούς, οι ακόλουθες εξετάσεις μπορούν να τον βοηθήσουν να καθορίσει τη φύση της βλάβης και – συνεπώς – να υποδείξει την κατάλληλη αντιμετώπιση. Στο σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς, η μη πρόσληψη του ραδιοϊσοτόπου στην περιοχή του όζου υποδηλώνει έλλειψη λειτουργικής δραστηριότητας σε εκείνη τη θέση και θέτει την υποψία καρκινώματος. Οι βλάβες αυτές ονομάζονται ψυχροί όζοι και εμφανίζουν 10 – 20% πιθανότητα να είναι κακοήθεις. Αντίθετα, οι λειτουργικοί όζοι (θερμοί όζοι) σπάνια είναι κακοήθεις. Αφού διαπιστωθεί η ύπαρξη ενός ψυχρού όζου στον θυρεοειδή, η διερεύνηση συνεχίζεται με παρακέντηση του αδένα με βελόνη. Με το υπερηχογράφημα του θυρεοειδούς, ο ιατρός μπορεί να διαπιστώσει εάν μια ψηλαφητή μάζα στον θυρεοειδή είναι κυστική ή συμπαγής. Κατά την παρακέντηση του θυρεοειδούς με βελόνη, ο ιατρός λαμβάνει υλικό από τον αδένα με λεπτή βελόνη. Με κυτταρολογική εξέταση διαπιστώνεται η φύση των κυττάρων στην περιοχή του όζου.

No comments: