ΑΚΟΥΣΤΙΚΕΣ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ


Οι ακουστικές ψευδαισθήσεις αποτελούν ένα αρκετά επίμονο πρόβλημα κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση σοβαρών ψυχικών νοσημάτων, όπως είναι η σχιζοφρένεια. Το γεγονός ότι οι ασθενείς «ακούνε φωνές» δεν έχει μόνο αρνητικές επιπτώσεις στους ίδιους, αλλά επηρεάζει σημαντικά και το περιβάλλον τους. Οι σπάνιες περιπτώσεις βίαιων συμπεριφορών έναντι συγγενών τους ή ακόμα και ανθρώπων του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος μπορεί να προκληθούν από αυτές τις φωνές και συνιστούν ακραίες περιπτώσεις των συγκεκριμένων διαταραχών. Οι επίμονες φωνές περιορίζουν επίσης σημαντικά την ικανότητα του ασθενούς να συγκεντρωθεί για την ολοκλήρωση ενός έργου και συνεπώς υποσκάπτουν τις όποιες προσπάθειες για μια ικανοποιητική κοινωνική επανένταξη. Οι ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό εύρημα σε πολλές παθήσεις της ψυχικής σφαίρας. Εκτιμάται ότι περίπου το 75% των ασθενών με σχιζοφρένεια εμφανίζουν ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ακόμα, περίπου το 30% των ασθενών αυτών συνεχίζουν να έχουν τις συγκεκριμένες ακουστικές εμπειρίες παρά τη χορήγηση μιας αντιψυχωσικής αγωγής. Οι ακουστικές ψευδαισθήσεις είναι επίσης συχνές και σε άλλες ψυχιατρικές παθήσεις, όπως είναι η διπολική διαταραχή (20 έως 50%), η μείζων κατάθλιψη με στοιχεία ψύχωσης (10%) και η διαταραχή άγχους μετά από ένα ψυχοτραυματικό γεγονός (40%). Παρόλα αυτά δεν συνδέονται πάντα με κάποιο ψυχιατρικό νόσημα. Σύμφωνα με μελέτες ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων χωρίς παθολογία ψυχικών διαταραχών αναφέρει την ύπαρξη ακουστικών ψευδαισθήσεων. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 10 έως 40%. Διάφορες οργανικές παθήσεις συσχετίζονται με την εμφάνιση ακουστικών ψευδαισθήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται η επιληψία του κροταφικού λοβού, το ντελίριο, οι άνοιες, οι εγκεφαλικές λοιμώξεις (όπως η ιογενής εγκεφαλίτιδα) και οι εγκεφαλικοί όγκοι. Τα τοξικά φαινόμενα αλλά και τα συμπτώματα στέρησης από ουσίες, όπως είναι το αλκοόλ, η κοκαΐνη ή οι αμφεταμίνες, μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν ακουστικές ψευδαισθήσεις. Τέλος, είναι αρκετά ενδιαφέρουσα η εμφάνιση ακουστικών ψευδαισθήσεων σε υγιή άτομα κατά τη φάση που αρχίζει να «τους παίρνει ο ύπνος» ή όταν πρόκειται να ξυπνήσουν.

Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ακουστικών ψευδαισθήσεων που οφείλονται σε ψυχιατρικές παθήσεις;

Έχουν διαπιστωθεί διάφορα χαρακτηριστικά που είναι δυνατό να συμβάλουν στη διάκριση των ακουστικών ψευδαισθήσεων ανάλογα με την αιτιολογία τους. Απουσία μιας ψυχιατρικής νόσου τα άτομα συνήθως αναφέρουν «θετικές φωνές», καλύτερο έλεγχο επί των φωνών, λιγότερες ψευδαισθητικές εμπειρίες και σημαντικά μικρότερη επίδραση των φωνών στις καθημερινές τους δραστηριότητες. Επίσης, η βίωση μιας γενικότερης ψευδαισθητικής κατάστασης στο πλαίσιο των ακουστικών ψευδαισθήσεων αυξάνει την πιθανότητα ύπαρξης μιας ψυχωτικής κατάστασης. Συνοπτικά τα χαρακτηριστικά των φωνών που προκαλούνται από μια ψύχωση περιλαμβάνουν:
1. Μεγαλύτερη συχνότητα ψευδαισθητικών εμπειριών.
2. Το άτομο αναφέρει ότι οι φωνές «έρχονται» έξω από το κεφάλι του.
3. Οι φωνές είναι πιο σύνθετες γλωσσικά.
4. Η συναισθηματική απόκριση στις φωνές είναι μεγαλύτερη.
5. Το άτομο πιστεύει ότι και άλλοι άνθρωποι μοιράζονται αυτές τις εμπειρίες.
Οι μηχανισμοί που αποτελούν το υπόστρωμα για την εμφάνιση των ακουστικών ψευδαισθήσεων παραμένουν άγνωστοι σε σημαντικό βαθμό. Στο πεδίο της έρευνας για αυτό το θέμα δύο είναι οι κύριες οδοί που ακολουθούν σήμερα οι επιστήμονες για την ερμηνεία του φαινομένου. Η πρώτη επικεντρώνεται στο δίκτυο των νευρικών οδών στον εγκέφαλο αξιοποιώντας σύγχρονες απεικονιστικές τεχνικές, όπως είναι η τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίου (ΡΕΤ) και η λειτουργική μαγνητική τομογραφία (f-MRI). Η άλλη έχει ως αντικείμενο μελέτης τις νοητικές (γνωσιακές) και ψυχολογικές διαδικασίες και ερευνά τα νοητικά γεγονότα που εμπλέκονται στις ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Πώς είναι κάποιος να ακούει φωνές;

Είναι δύσκολο να περιγραφεί πώς μοιάζει κάποιος να ακούει φωνές, ειδικά σε όσους δεν είχαν στο παρελθόν μια παρόμοια εμπειρία. Ωστόσο, οι εμπειρίες αυτές δεν είναι και τόσο ιδιαίτερες, όπως γενικά θεωρείται. Πρώτα από όλα μπορεί να είναι το ίδιο σαν η φωνή να ακολουθεί τη φυσιολογική οδό μέσω του αυτιού. Βέβαια, σε αυτές τις περιπτώσεις, η φωνή δεν προέρχεται από μια εξωτερική πηγή. Κάθε ακουστική εμπειρία είναι δυνατό να παρουσιάζει σημαντική ποικιλία και να εμφανίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Είναι πιθανό να πιστεύετε ότι δεν είχατε ποτέ τέτοιες εμπειρίες, αλλά πόσο σίγουροι είστε; Δεν σας έχει τύχει ποτέ να νομίσετε ότι κάποιος σας φώναξε και τελικά να διαπιστώσατε ότι βρίσκεστε μόνοι στο δωμάτιο; Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με σχετικές μελέτες, ειδικά για τα άτομα που πρόσφατα έχασαν κάποιον δικό τους είναι αρκετά συχνό φαινόμενο να πιστεύουν ότι άκουσαν τη φωνή του αγαπημένου τους προσώπου. Παράλληλα με τις φωνές που ακούγονται σαν να εισέρχονται από τα αυτιά υπάρχουν και αυτές που μοιάζουν σαν σκέψεις που εισβάλλουν στο μυαλό από μια πηγή έξω από το σώμα. Για αυτές πρέπει να γίνει μια σημαντική παρατήρηση. Δεν είναι ίδιες με τις ιδέες που είναι πιθανό να προκύψουν στο μυαλό κάποιου. Υπό φυσιολογικές συνθήκες τότε ο άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίσει ότι αυτές οι ιδέες προέρχονται από τον ίδιο. Αντίθετα, οι ακουστικές ψευδαισθήσεις σε αυτές τις περιπτώσεις αναγνωρίζονται από το άτομο ως προερχόμενες από μια εξωτερική πηγή – σαν τηλεπάθεια. Ένα καλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε κάπως αυτή την κατάσταση είναι η περίπτωση που κάποια στιγμή μας «κολλάει» ένα τραγούδι ή ένας ρυθμός και τον επαναλαμβάνουμε συνέχεια (παρόλο που συνειδητά αυτό μπορεί και να μας προκαλεί ενόχληση). Σε καμία στιγμή δεν αποφασίσαμε να τον σιγοτραγουδήσουμε και μπορεί να είναι αρκετά δύσκολο να σταματήσουμε να τον επαναλαμβάνουμε, εκτός και αν κάτι άλλο μας αποσπάσει την προσοχή. Φυσικά υπάρχουν διαφορές αυτής της κατάστασης σε σχέση με τις ακουστικές ψευδαισθήσεις. Για παράδειγμα οι φωνές περιλαμβάνουν λέξεις, οι λέξεις έχουν μια συνέχεια και είναι δυνατό να οδηγήσουν το άτομο στο να εμπλακεί σε μια συζήτηση με αυτές. Το άτομο δεν έχει την ευθύνη για το τι λένε οι φωνές και ούτε μπορεί να γνωρίζει τι πρόκειται να πουν παρακάτω. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους γίνονται αντιληπτές οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Όπως αναφέρθηκε οι φωνές μπορεί να ακούγονται από έξω ή μέσα στο κεφάλι. Μπορεί να είναι μια ή περισσότερες. Η φωνή είναι πιθανό να μιλάει στο άτομο ή για το άτομο. Επίσης, είναι δυνατό να είναι παρούσα σε όλη τη διάρκεια της ημέρας και να αποσπά το άτομο με αποτέλεσμα να μην του επιτρέπει να πραγματοποιήσει απλές πράξεις της καθημερινότητας. Ακόμα είναι πιθανό η φωνή να «τιμωρεί» το άτομο όταν δεν κάνει κάτι που αυτή θέλει.

Ποιες θεραπευτικές παρεμβάσεις γίνονται σε άτομα με ακουστικές ψευδαισθήσεις;

Το να ακούει κάποιος φωνές μπορεί να είναι μια αρκετά δυσάρεστη εμπειρία τόσο για τον ίδιο όσο και για τα μέλη της οικογένειάς του ή τους φίλους του. Μέχρι σχετικά πρόσφατα οι ακουστικές ψευδαισθήσεις τοποθετούνταν αυστηρά από τους ειδικούς της ψυχικής υγείας στο πλαίσιο των παθολογικών εκδηλώσεων των ψυχιατρικών νοσημάτων. Κατά την ίδια έννοια για τους ασθενείς και τους συγγενείς τους οι εμπειρίες αυτές φέρουν το κοινωνικό στίγμα που συνοδεύει τα ψυχιατρικά συμπτώματα και – γενικότερα – τις διαταραχές της ψυχικής σφαίρας ακόμα και σήμερα. Με σκοπό την αντιμετώπισή τους οι ιατροί χορηγούν στους ασθενείς συγκεκριμένα ψυχοδραστικά φάρμακα. Εκτός από τη φαρμακευτική αγωγή, μια άλλη μορφή σωματικής θεραπείας που προσφάτως έχει μελετηθεί για την αντιμετώπιση των ακουστικών ψευδαισθήσεων είναι ο επαναλαμβανόμενος διακρανιακός μαγνητικός ερεθισμός. Αποσκοπεί στην τροποποίηση της δραστηριότητας των νευρώνων σε περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού που σχετίζονται με τον λόγο. Χρησιμοποιείται ως μια επικουρική μέθοδος κατά την εφαρμογή της θεραπείας με τα φάρμακα. Σύμφωνα με μελέτες, ο επαναλαμβανόμενος διακρανιακός μαγνητικός ερεθισμός είναι δυνατό να περιορίσει τόσο τη συχνότητα όσο και τη σοβαρότητα των ακουστικών ψευδαισθήσεων σε περιπτώσεις ασθενών που δεν ελέγχονται αποτελεσματικά μόνο με τα φάρμακα. Πολλές από τις ψυχολογικές μεθόδους αντιμετώπισης στοχεύουν τους εσωτερικούς – μοναδικούς τρόπους με τους οποίος το άτομο ανταποκρίνεται σε μια ανώμαλη εμπειρία της αντίληψής του. Αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι ο τρόπος ανταπόκρισης του ατόμου επηρεάζει τις στρατηγικές προσαρμογής που κινητοποιεί και τις συναισθηματικές απαντήσεις που εκδηλώνει. Υπάρχουν μελέτες που υποστηρίζουν ότι ορισμένοι ασθενείς βελτιώνονται μετά από την εφαρμογή γνωσιακής – συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας. Αυτή η μορφή ψυχοθεραπείας επικεντρώνεται στην εκτίμηση και την παρακολούθηση των αντιλήψεων και των ιδεών του ασθενούς, αλλά και της αιτιολόγησης που δίδει για αυτές. Αποσκοπεί στην προώθηση εναλλακτικών τρόπων προσαρμογής στην κατάσταση, οι οποίοι παράλληλα θα περιορίσουν τη δυσφορία που προκαλούν οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Μάλιστα, οι τεχνικές μείωσης του άγχους είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές για τον περιορισμό της επίδρασης που έχουν οι φωνές. Επειδή έχει φανεί ότι διαταραχές της νοητικής (γνωσιακής) λειτουργίας μπορεί να βρίσκονται στη βάση των ακουστικών ψευδαισθήσεων, η γνωσιακή ψυχοθεραπεία επικεντρώνεται σε αυτά τα γνωσιακά ελλείμματα (αν και οι σχετικές παρεμβάσεις βρίσκονται ακόμα σε αρκετά πρώιμο στάδιο ανάπτυξης). Διάφορες ερευνητικές ομάδες έχουν ασχοληθεί με ελλείμματα που πιστεύεται ότι συνδέονται με τις ακουστικές ψευδαισθήσεις. Για παράδειγμα σε μια μελέτη διαπιστώθηκε ότι προκύπτει βελτίωση της κατάστασης των ασθενών μετά από ένα μήνα αφού προηγήθηκε εκπαίδευσή τους σχετικά με τεχνικές που θα τους βοηθούσαν να αναγνωρίσουν την πηγή των φωνών. Έως σήμερα αρκετά επιστημονικά δεδομένα συνηγορούν στο ότι ο συνδυασμός της φαρμακοθεραπείας, των ψυχολογικών μεθόδων και διαφόρων κατάλληλων παρεμβάσεων στην οικογένεια αποτελεί τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης των ακουστικών ψευδαισθήσεων. Μια αρκετά ενδιαφέρουσα προσέγγιση αποτελεί και η συμμετοχή των ασθενών σε ομάδες αλληλοϋποστήριξης. Ορισμένες φορές, στο πλαίσιο αυτών των ομάδων, οι ασθενείς καλούνται να αποκτήσουν τον έλεγχο των ψευδαισθητικών εμπειριών τους, να αποδεχθούν τις φωνές και να μπορέσουν να προσαρμοστούν – χωρίς η απουσία των φωνών να αποτελεί προϋπόθεση για την επίτευξη της προσαρμογής.

Απογυμνώνοντας τις φωνές από τον ψυχοπαθολογικό τους χαρακτήρα

Ορισμένοι ειδικοί της ψυχικής υγείας υποστηρίζουν ότι όσο δύσκολη και αν είναι η αποδοχή των ακουστικών ψευδαισθήσεων ως κομμάτι της μοναδικότητας ενός ατόμου, μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις τους, η διαδικασία της αποδοχής και της μη προβολής αντίστασης οδηγεί σε μια επιτυχή ενσωμάτωση των φωνών και σε μεταβολή της σχέσης που έχει το άτομο με τις φωνές που ακούει. Για πολλές δεκαετίες οι ψυχίατροι και οι άλλοι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας διδάσκονται ότι δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορεί να κάνει το άτομο για να προσαρμοστεί στις φωνές που ακούει. Έτσι, επιχειρείτο να ξεφύγει ο ασθενής από το περιεχόμενο των ψευδαισθητικών εμπειριών σύμφωνα με την άποψη ότι εγκλωβίζουν το άτομο στο ψυχοπαθολογικό τους πλαίσιο. Πρόσφατες μελέτες, όμως, έδειξαν ότι η συχνότητα των ακουστικών ψευδαισθήσεων στον ανθρώπινο πληθυσμό είναι σχετικά μεγαλύτερη. Διαπιστώθηκε ότι περισσότεροι άνθρωποι ακούνε φωνές και αρκετοί από αυτούς έχουν καταφέρει να προσαρμοστούν σε αυτές – ακόμα και χωρίς ψυχιατρικές παρεμβάσεις. Τα ευρήματα αυτά έρχονται σε αντίθεση με τον απόλυτα παθολογικό χαρακτήρα αυτών των εμπειριών σύμφωνα με τη συμβατική θεώρησή τους. Ορισμένοι ειδικοί προχωρούν ένα βήμα παραπέρα αναφέροντας ότι είναι λάθος να συμπεριλαμβάνουμε τις φωνές στις εκδηλώσεις των ψυχοπαθολογικών συνδρόμων. Άλλωστε, τόσο από την παλαιότερη όσο και από την πρόσφατη ιστορία, μπορούμε να βρούμε παραδείγματα ανθρώπων για τους οποίους οι φωνές είχαν μια θετική επίδραση οδηγώντας τους σε εμπνεύσεις. Υποστηρίζουν ότι μάλλον θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως μια παραλλαγή της ανθρώπινης εμπειρίας για την οποία η αναγκαιότητα εφαρμογής θεραπείας θα πρέπει να επανεξεταστεί σοβαρά από τους ειδικούς.

Αναζητώντας το νόημα στις φωνές

Η αναζήτηση του νοήματος στις φωνές που ακούνε οι ασθενείς σίγουρα αποτελεί μια καινοτόμο θεραπευτική προσέγγιση. Βασίζεται σε μελέτες, που έχουν γίνει με τη συμπλήρωση ερωτηματολογίων, και σε συνεντεύξεις με άτομα που άκουγαν φωνές και είτε υποβάλλονταν είτε όχι σε ψυχιατρικές παρεμβάσεις. Τα ευρήματα που προέκυψαν ήταν αρκετά εντυπωσιακά. Τα άτομα που ακούνε φωνές φάνηκε ότι προσαρμόζονται ή όχι σε αυτές χωρίς αυτό να εξαρτάται από το περιεχόμενο των φωνών. Είναι γνωστό ότι οι φωνές μπορεί να έχουν ένα θετικό, ένα αρνητικό περιεχόμενο ή και τα δύο. Αυτό, όμως, που διαπιστώθηκε ότι επηρεάζει την επιτυχία ή μη της προσαρμογής είναι η φύση της σχέσης που έχουν τα άτομα με τις φωνές που ακούνε. Με άλλα λόγια, εάν κάποιος πιστεύει ότι οι φωνές είναι δυνατό να τον ελέγξουν, δεν μπορεί να προσαρμοστεί. Αντίθετα, εάν πιστεύει ότι είναι δυνατότερος από τις φωνές τότε μπορεί να προσαρμοστεί με επιτυχία. Βάσει αυτών των ευρημάτων ειδικοί της ψυχικής υγείας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ολλανδία αναπτύσσουν τεχνικές προσαρμογής που θα βοηθήσουν τα άτομα να επικεντρωθούν σε αυτές τις εμπειρίες και να «γνωρίσουν καλύτερα» τις φωνές που ακούνε. Η καινούρια προσέγγιση οδηγεί το άτομο να «κάνει χώρο» στη ζωή του για τις φωνές, να τις ακούει χωρίς απαραίτητα να ακολουθεί αυτά που του λένε και κυρίως να μάθει πώς να τις ελέγχει σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Φυσικά, το βασικότερο στοιχείο αυτής της προσέγγισης είναι η αποδοχή των φωνών ως τμήμα της λύσης του προβλήματος.

Που μπορεί να οφείλονται οι ακουστικές ψευδαισθήσεις;

Μια κοινή άποψη αναφέρει ότι οι ακουστικές – λεκτικές ψευδαισθήσεις αντιπροσωπεύουν μια δυσλειτουργία στην επεξεργασία του λόγου και ειδικότερα του «εσωτερικού διαλόγου». Με άλλα λόγια οι εσωτερικοί – σιωπηλοί διάλογοι με τον εαυτό τους, στους οποίους συχνά εμπλέκονται πολλοί υγιείς άνθρωποι, παρερμηνεύονται ως προερχόμενοι από μια εξωτερική πηγή (και όχι από τον ίδιο τον εαυτό) στους ασθενείς. Διάφορα δεδομένα από την εφαρμογή των νευρο-απεικονιστικών τεχνικών έρχονται να υποστηρίξουν αυτή τη γλωσσική υπόθεση ερμηνείας των ακουστικών ψευδαισθήσεων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ψευδαισθητικές ακουστικές εμπειρίες συσχετίζονται με περιοχές του εγκεφάλου (όπως είναι ο κύριος ακουστικός φλοιός και η περιοχή του Broca) που θεωρούνται σημαντικές για την κατανόηση και την παραγωγή του λόγου. Δηλαδή, οι εμπειρίες αυτές θα μπορούσαν να σημαίνουν την αντίληψη ενός «εξωτερικού λόγου» απουσία εξωτερικών ήχων – όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους ασθενείς. Μια ερμηνεία της αιτίας που το άτομο δεν αναγνωρίζει την εσωτερική προέλευση της ομιλίας κατά τις ακουστικές ψευδαισθήσεις μπορεί να είναι η αποτυχία ορθής διάκρισης μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών γεγονότων. Σύμφωνα με μια θεωρία, η αποτυχία αυτή πηγάζει από ελλείμματα των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που συγκρίνουν τις αναμενόμενες με τις υπάρχουσες αισθήσεις, βάσει των προθέσεων του ατόμου. Αντίθετα, οι Bentall και Slade πιστεύουν ότι τα άτομα με ψευδαισθήσεις χαρακτηρίζονται από ένα ιδιαίτερο σύνολο κριτηρίων σε σχέση με τα υγιή άτομα όταν καλούνται να διακρίνουν ένα γεγονός ως πραγματικό ή όχι. Και είναι πιο επιρρεπή να αποδεχθούν μια εμπειρία που αντιλαμβάνονται ως πραγματική. Μια άλλη θεωρία βάζει στο προσκήνιο συγκεκριμένες διαταραχές της μνήμης. Σύμφωνα με αυτή, η αποτυχία αναγνώρισης της εσωτερικής προέλευσης των εμπειριών προκαλείται από ειδικά ελλείμματα της μνήμης που αφορούν την ανάμνηση λεπτομερειών παλαιότερων γεγονότων. Τα συγκεκριμένα ελλείμματα της μνήμης οδηγούν σε σύγχυση σχετικά με την προέλευση των εμπειριών. Υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα που υποστηρίζουν ότι οι ασθενείς με ακουστικές ψευδαισθήσεις τείνουν να αναγνωρίζουν λανθασμένα τις πηγές και την προέλευση των ερεθισμάτων σε παλαιότερα γεγονότα όσο και κατά τη διάρκεια που αυτά λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των μελετών. Επιπλέον, απεικονιστικές τεχνικές έχουν αναδείξει ανωμαλίες σε περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με τις μνημονικές διαδικασίες σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Η διαταραχή του αυτόματου ελέγχου πάνω στις διάφορες εμπειρίες αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό των ακουστικών ψευδαισθήσεων και μπορεί πιθανώς να ερμηνεύσει την αιτία που ο εσωτερικός λόγος κατατάσσεται ως προερχόμενος από μια πηγή πέρα του εαυτού. Βάσει αυτής της διαπίστωσης, οι ακουστικές ψευδαισθήσεις γίνονται αντιληπτές όταν οι σκέψεις προκύπτουν χωρίς το άτομο να το επιδιώκει ή να το επιθυμεί. Σε διάφορες μελέτες έχουν συνδεθεί οι ακουστικές ψευδαισθήσεις με συγκεκριμένα ελλείμματα της νοητικής (γνωσιακής) επεξεργασίας, δεδομένου ότι τα ελλείμματα αυτά πιστεύεται ότι καθιστούν τα άτομα πιο ευάλωτα σε έντονες και επαναλαμβανόμενες μη επιθυμητές σκέψεις. Η διαπίστωση αυτή συμφωνεί και με την αναγνώριση σε νευροανατομικό επίπεδο διαταραχών του προμετωπιαίου φλοιού σε ασθενείς με ακουστικές ψευδαισθήσεις. Σίγουρα τα γνωσιακά ελλείμματα δεν αποτελούν τους μόνους παράγοντες που ευθύνονται για τις ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ιδέες και ερμηνείες σχετικά με την πηγή και τον σκοπό των φωνών παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο για την τελική μορφή των ψευδαισθητικών ακουστικών εμπειριών. Τέλος, η σημασία περιβαλλοντικών παραγόντων πρέπει ακόμα να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία των ακουστικών ψευδαισθήσεων. Οι παράγοντες αυτοί δεν έρχονται να ερμηνεύσουν τον τρόπο που δημιουργήθηκαν πρωτογενώς οι ψευδαισθήσεις, αλλά έχουν μια ισχυρή ερμηνευτική αξία αναφορικά με τις εξατομικευμένες διαφορές στον τρόπο που κάθε άτομο βιώνει τις φωνές σε κάθε περίπτωση.

2 comments:

Vanessa said...

Are you in favour of or against the use of psychiatric drugs in the treatment of hallucinations?

Γιώργος Αγγελίδης said...

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι εύκολη. Οι παθογενετικοί μηχανισμοί των ψυχικών διαταραχών παραμένουν ανεπαρκώς κατανοητοί σε πολλά σημεία, ενώ τα ψυχοδραστικά φάρμακα μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές παρενέργειες (http://www.cchrint.org/psychdrugdangers/). Μία ισορροπημένη προσέγγιση απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση των κινδύνων του ασθενούς από τη νόσο (π.χ. αυτοκτονικός ιδεασμός)και των κινδύνων από τη φαρμακοθεραπεία. Ωστόσο, πιστεύω ότι αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται με προσοχή τόσο όσον αφορά την έναρξη ή όχι όσο και όταν διαπιστώνεται ότι θα πρέπει να τροποποιηθεί η δόση ή να χορηγηθούν φαρμακευτικοί συνδυασμοί.