ΣΙΔΗΡΟΣ: ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ


Ο σίδηρος είναι ένα σημαντικό μέταλλο, το οποίο αποτελεί βασικό συστατικό των πρωτεϊνών που συμμετέχουν στη μεταφορά του οξυγόνου και στον μεταβολισμό. Περίπου τα 2/3 του σιδήρου στον οργανισμό βρίσκονται στην αιμοσφαιρίνη, δηλαδή στην πρωτεΐνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει το οξυγόνο στους διάφορους ιστούς του σώματος. Μικρότερα ποσά σιδήρου βρίσκονται στη μυοσφαιρίνη, μια πρωτεΐνη που συμβάλλει στην παροχή οξυγόνου στους μύες, και σε ένζυμα που βοηθούν στην πραγματοποίηση βιοχημικών αντιδράσεων στα κύτταρα του οργανισμού. Περίπου το 15% του σιδήρου του σώματος αποθηκεύεται για μελλοντικές ανάγκες του οργανισμού και χρησιμοποιείται όταν η πρόσληψη μέσω της τροφής είναι ανεπαρκής. Τέλος, η υπόλοιπη ποσότητα σιδήρου βρίσκεται σε διάφορα σημεία του σώματος, όπου ο σίδηρος αποτελεί επικουρικό συστατικό πρωτεϊνών που συμμετέχουν σε διάφορες λειτουργίες. Γενικά, ο οργανισμός διατηρεί τα επίπεδα του σιδήρου σε φυσιολογικά όρια μέσω της ρύθμισης της ποσότητας που απορροφάται από τις τροφές.

Ποιες τροφές παρέχουν στον οργανισμό σίδηρο;

Υπάρχουν δυο μορφές σιδήρου στις τροφές. Ο σίδηρος στο κρέας, τα ψάρια και τα πουλερικά βρίσκεται στη μορφή μιας χημικής ουσίας που ονομάζεται αίμη. Σε αυτή τη μορφή, ο σίδηρος απορροφάται αποτελεσματικότερα από τον οργανισμό. Αντίθετα, ο σίδηρος στις φυτικές τροφές, όπως είναι οι φακές και τα φασόλια, βρίσκεται σε μια διαφορετική χημική δομή, η οποία δεν επιτρέπει εξίσου υψηλό ποσοστό απορρόφησης από τις τροφές. Επιπλέον, η προσθήκη σιδήρου σε συγκεκριμένα τρόφιμα έχει βοηθήσει σημαντικά στη βελτίωση των επιπέδων του σιδήρου στον οργανισμό πολλών παιδιών και ενηλίκων. Για αυτόν τον λόγο, εάν κάποιος σκέφτεται να αρχίσει να λαμβάνει ένα συμπλήρωμα διατροφής με σίδηρο, καλό θα ήταν πρώτα να ελέγξει μήπως οι ανάγκες του καλύπτονται από τα φυσικά τρόφιμα και τις τροφές, στις οποίες έχει προστεθεί σίδηρος τεχνητά.

Πόσο σίδηρο είναι απαραίτητο να προσλαμβάνει ο οργανισμός κάθε ημέρα;

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα σχετικών μελετών, έχει καθοριστεί η ποσότητα του σιδήρου που πρέπει να προσλαμβάνει ο οργανισμός κάθε ημέρα. Η ποσότητα αυτή έχει προσδιοριστεί για τις διάφορες ηλικιακές ομάδες και ανάλογα με το φύλο του ατόμου.
Βρέφη – Παιδιά
- 7 έως 12 μηνών: 11 mg
- 1 έως 3 ετών: 7 mg
- 4 έως 8 ετών: 10 mg
Αγόρια - Άνδρες
- 9 έως 13 ετών: 8 mg
- 14 έως 18 ετών: 11 mg
- 19 έως 50 ετών: 8 mg
- Άνω των 50 ετών: 8 mg
Κορίτσια - Γυναίκες
- 9 έως 13 ετών: 8 mg
- 14 έως 18 ετών: 15 mg
- 19 έως 50 ετών: 18 mg
- Άνω των 50 ετών: 8 mg
Γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης
- 14 έως 18 ετών: 27 mg
- 19 έως 50 ετών: 27 mg
Γυναίκες που θηλάζουν
- 14 έως 18 ετών: 10 mg
- 19 έως 50 ετών: 9 mg
Τα φυσιολογικά τελειόμηνα νεογνά γεννιούνται με μια αποθηκευμένη ποσότητα σιδήρου που διαρκεί για 4 – 6 μήνες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα ώστε να καθοριστεί η απαιτούμενη ημερήσια ποσότητα σιδήρου για τα βρέφη έως 6 μηνών, όπως αναφέρεται παραπάνω για τις άλλες ηλικιακές ομάδες. Έτσι η επαρκής πρόσληψη αντιστοιχεί στα 0,27 mg την ημέρα που αντιπροσωπεύουν τη μέση πρόσληψη των βρεφών που θηλάζουν. Ο σίδηρος του μητρικού γάλατος απορροφάται πολύ ικανοποιητικά από τον οργανισμό του βρέφους. Εκτιμάται ότι η ποσότητα του σιδήρου που απορροφάται υπερβαίνει το 50% της περιεχόμενης στο μητρικό γάλα σε αντίθεση με το λιγότερο του 12% του σιδήρου στα ειδικά γάλατα του εμπορίου. Η Αμερικανική Εταιρία Παιδιατρικής συνιστά τα βρέφη που δεν θηλάζουν ή θηλάζουν μερικώς να τρέφονται με ειδικό γάλα, στο οποίο έχει προστεθεί σίδηρος, από τη γέννηση έως την ηλικία των 12 μηνών. Τέτοια γάλατα περιέχουν 4 έως 12 mg σιδήρου ανά λίτρο. Σύμφωνα με διάφορες μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ, το πρότυπο διατροφής των περισσότερων ενηλίκων ανδρών και μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών παρέχει την απαιτούμενη ποσότητα σιδήρου. Αντίθετα δεν συμβαίνει το ίδιο για τη συνήθη διατροφή των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, αυτών που βρίσκονται σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή θηλάζουν.

Τι επηρεάζει την απορρόφηση του σιδήρου;

Η απορρόφηση του σιδήρου αναφέρεται στην ποσότητα αυτού του συστατικού που περνάει στον οργανισμό από τις τροφές. Οι υγιείς ενήλικες απορροφούν περίπου το 15% του σιδήρου των τροφών που προσλαμβάνουν, αλλά η πραγματική απορρόφηση επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες: την ποσότητα του σιδήρου που βρίσκεται αποθηκευμένη στον οργανισμό, τη μορφή με την οποία βρίσκεται ο σίδηρος στις τροφές και άλλους διατροφικούς παράγοντες που είτε συμβάλλουν είτε παρεμποδίζουν την απορρόφηση του σιδήρου. Η ήδη αποθηκευμένη ποσότητα σιδήρου ασκεί τη μεγαλύτερη επίδραση στην απορρόφηση. Αυξάνεται σημαντικά όταν οι αποθήκες του οργανισμού είναι χαμηλές, αντίθετα μειώνεται όταν η αποθηκευμένη ποσότητα είναι επαρκής (ώστε να προστατευθεί ο οργανισμός από τα υψηλά επίπεδα σιδήρου). Η απορρόφηση του σιδήρου στη μορφή της αίμης (ζωικές τροφές) είναι αποτελεσματική και δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη σύνθεση της διατροφής στα διάφορα συστατικά. Από την άλλη πλευρά, μόνο το 1 – 7% του σιδήρου σε άλλη μορφή (φυτικές τροφές) απορροφάται όταν το τρόφιμο καταναλώνεται μεμονωμένα. Ωστόσο, άλλοι διατροφικοί παράγοντες είναι δυνατό να αυξήσουν την πρόσληψη. Οι πρωτεΐνες του κρέατος και η βιταμίνη C βελτιώνει την απορρόφηση του σιδήρου από τις φυτικές τροφές. Μια δίαιτα που περιλαμβάνει τουλάχιστον 5 μερίδες φρούτων και λαχανικών την ημέρα παρέχει επαρκή ποσότητα βιταμίνης C ώστε να βελτιωθούν τα επίπεδα της απορρόφησης του σιδήρου από τις φυτικές τροφές. Αντίθετα, το ασβέστιο, οι πολυφαινόλες και οι τανίνες, που βρίσκονται στο τσάι, και ορισμένα φυτικά συστατικά (phytates), που περιέχονται σε τροφές όπως είναι τα όσπρια και το ρύζι, είναι δυνατό να περιορίσουν την πρόσληψη. Γενικά, είναι σημαντικό να περιλαμβάνετε στη δίαιτά σας τροφές που βελτιώνουν την απορρόφηση του σιδήρου, ιδιαίτερα όταν ο τρόπος που τρέφεστε δεν ικανοποιεί τις συστάσεις για την απαιτούμενη ημερήσια ποσότητα σιδήρου, εάν καταναλώνετε κυρίως φυτικές τροφές ή οι απώλειες σιδήρου είναι αυξημένες.

Σε ποιες περιπτώσεις προκύπτει ανεπάρκεια σιδήρου στον οργανισμό;

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας θεωρεί ότι η ανεπάρκεια σιδήρου αποτελεί την κυριότερη διαταραχή θρεπτικών συστατικών στον κόσμο. Επηρεάζει άνω του 30% του πληθυσμού παγκοσμίως. Το αρνητικό ισοζύγιο σιδήρου προκύπτει όταν οι ανάγκες του οργανισμού ή οι απώλειες (όπως για παράδειγμα λόγω αιμορραγίας) υπερβαίνουν τη διατροφική πρόσληψη αυτού του συστατικού. Αρχικά αυτό οδηγεί σε έλλειμμα σιδήρου κατά το οποίο οι αποθήκες του οργανισμού μειώνονται, αν και τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης του αίματος παραμένουν φυσιολογικά. Η ανεπάρκεια σιδήρου επέρχεται όταν ο σίδηρος στο αίμα και στις αποθήκες είναι χαμηλός και τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης πέφτουν κάτω από τα φυσιολογικά όρια. Η σιδηροπενική αναιμία, δηλαδή η μορφή της αναιμίας που οφείλεται σε ανεπάρκεια σιδήρου, συνήθως είναι συνέπεια χαμηλής διατροφικής πρόσληψης, ανεπαρκούς απορρόφησης στο πεπτικό, απώλειας αίματος ή και αύξησης των αναγκών του οργανισμού. Οι γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, οι έγκυες, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας και τα κορίτσια στην εφηβεία βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν σιδηροπενική αναιμία λόγω των αυξημένων αναγκών του οργανισμού τους. Ειδικά για τις γυναίκες πριν από την εμμηνόπαυση, σημαντικό ρόλο παίζει η ποσότητα του σιδήρου που «χάνεται» μέσω της εμμήνου ρύσεως κάθε μήνα. Επίσης, οι ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ειδικά όσοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο για αυτή την αιματολογική διαταραχή. Τα νεφρά τους δεν παράγουν αρκετή ποσότητα ερυθροποιητίνης, μιας ορμόνης που δίδει το σήμα για τη σύνθεση των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Ακόμα, σίδηρος και ερυθροποιητίνη «χάνονται» κατά τη διαδικασία της αιμοκάθαρσης, γεγονός που καθιστά την επιπλέον λήψη σιδήρου συνήθως απαραίτητη σε αυτούς στους ασθενείς. Η ανεπάρκεια σιδήρου επίσης συσχετίζεται με τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης Α. Η βιταμίνη Α συμβάλλει στην κινητοποίηση του σιδήρου από τις θέσεις αποθήκευσης, οπότε τα χαμηλά επίπεδά της περιορίζουν τη δυνατότητα του οργανισμού να χρησιμοποιήσει τον αποθηκευμένο σίδηρο. Αυτό οδηγεί σε μια παράδοξη κατάσταση ανεπάρκειας, κατά την οποία τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης είναι χαμηλά παρόλο που στο σώμα υπάρχουν επαρκείς αποθήκες σιδήρου. Η κατάσταση αυτή είναι συχνότερη στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου τα ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης Α δεν είναι ασύνηθες φαινόμενο στον πληθυσμό. Η αναιμία στο πλαίσιο μιας φλεγμονώδους νόσου ή στον καρκίνο διαφέρει από τη σιδηροπενική αναιμία. Εμφανίζεται σε άτομα που πάσχουν από χρόνιες λοιμώξεις, φλεγμονώδη νοσήματα ή κακοήθεις νεοπλασίες, δεν οφείλεται σε διατροφική ανεπάρκεια σιδήρου και δεν διορθώνεται με τη λήψη συμπληρώματος σιδήρου.

Ποια είναι τα συμπτώματα της ανεπάρκειας σιδήρου;

Η ήπια ανεπάρκεια σιδήρου μπορεί να μην προκαλέσει κάποιο σύμπτωμα. Όταν όμως έχει εξελιχθεί σε αναιμία το άτομο μπορεί να εμφανίζει κόπωση, δυσκολία στην αναπνοή, ωχρότητα του δέρματος και μειωμένη ικανότητα για άσκηση. Η εμφανιζόμενη κόπωση μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη απόδοση στο σχολείο ή στην εργασία. Η σιδηροπενική αναιμία κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας έχει συσχετιστεί με βραδύτερη ανάπτυξη νοητικών και κοινωνικών παραμέτρων. Επίσης, σε όλες τις ηλικίες, η ανεπάρκεια σιδήρου προκαλεί διαταραχές της ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος και δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος η οποία μπορεί να περιορίσει τη φυσιολογική αντίσταση στις λοιμώξεις. Ακόμα τα άτομα, που έχουν ανεπαρκή επίπεδα σιδήρου για μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι δυνατό να εμφανίζουν πρόβλημα κατά την κατάποση. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα νύχια γίνονται εύθρυπτα και εμφανίζουν ανώμαλη επιφάνεια. Ειδικά κατά την εγκυμοσύνη, η ανεπάρκεια σιδήρου έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερο κίνδυνο πρόωρων τοκετών, γέννησης νεογνών με χαμηλότερο του φυσιολογικού βάρος και επιπλοκών από τον οργανισμό της μητέρας.

Πώς γίνεται η διάγνωση της ανεπάρκειας;

Για να τεθεί η διάγνωση της ανεπάρκειας σιδήρου ο ιατρός θα κάνει ερωτήσεις σχετικά με τη συνήθη διατροφή και τα συμπτώματα του ατόμου, συμπεριλαμβανομένων ενδεχόμενων εκδηλώσεων διαταραχής της εμμήνου ρύσεως και αιμορραγίας από το πεπτικό ή το ουροποιητικό. Επίσης, ο ιατρός θα αναζητήσει την εμφάνιση ωχρότητας στο δέρμα του ασθενούς και θα εξετάσει τα νύχια του για την ύπαρξη ανωμαλιών. Από τις εργαστηριακές εξετάσεις κεντρική θέση κατέχει η γενική αίματος σε συνδυασμό με την εκτίμηση των επιπέδων του σιδήρου και της φερριτίνης του αίματος. Η φερριτίνη είναι μια πρωτεΐνη που δεσμεύει τον σίδηρο στο αίμα και πιθανώς αποτελεί έναν πιο ακριβή δείκτη των επιπέδων του σιδήρου. Εάν ο ιατρός υποπτεύεται την ύπαρξη παθολογικής απώλειας σιδήρου εξαιτίας μιας αιμορραγίας, θα ζητήσει την πραγματοποίηση επιπλέον εξετάσεων για τη διαπίστωση της παρουσίας αίματος στα κόπρανα ή τα ούρα και τον προσδιορισμό της αιτίας της αιμορραγίας. Σε γυναίκες με ιδιαίτερα μεγάλη αιμορραγία κατά την έμμηνο ρύση μπορεί να είναι σκόπιμες μια πλήρη γυναικολογική εξέταση και άλλες εργαστηριακές εξετάσεις.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της κατάστασης

Η ανεπάρκεια σιδήρου διαρκεί για όσο διάστημα επιμένει το αίτιο που την προκαλεί. Συνήθως αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση σιδήρου με τη μορφή ταμπλετών, σιροπιών (κυρίως για τα παιδιά) ή ενέσεων. Ο σίδηρος πρέπει να λαμβάνεται για αρκετό χρονικό διάστημα πριν επανέλθουν τα επίπεδα στα φυσιολογικά όρια. Εφόσον η ανεπάρκεια σιδήρου προκαλείται από παθολογική απώλεια αίματος, η αιτία πρέπει να διαπιστώνεται και να αντιμετωπίζεται κατάλληλα. Μετά από περίπου έξι μήνες καθημερινής πρόσληψης σιδήρου με τη μορφή ταμπλετών, οι αποθήκες του οργανισμού επιστρέφουν στο φυσιολογικό εάν πρόκειται για ένα μέσο ενήλικο άτομο που ακολουθούσε μια διατροφή πτωχή σε σίδηρο. Στις περιπτώσεις που δεν επιτυγχάνεται αυτό συνήθως το άτομο δεν προσλαμβάνει τον σίδηρο σύμφωνα με τις οδηγίες του ιατρού ή υπάρχει μια παθολογική απώλεια σιδήρου, η οποία είναι μεγαλύτερη από την ποσότητα του σιδήρου που χορηγείται. Είναι αλήθεια ότι πολλοί άνθρωποι διακόπτουν την πρόσληψη σιδήρου από το στόμα επειδή προκαλεί γαστρεντερικές διαταραχές και δυσκοιλιότητα.

Ποιοι χρειάζονται επιπλέον ποσότητα σιδήρου;

Όπως αναφέρθηκε η ανεπάρκεια σιδήρου και η σιδηροπενική αναιμία είναι σχετικά συχνότερες στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, τα παιδιά προσχολικής ηλικίας και τα κορίτσια στην εφηβεία. Για αυτόν τον λόγο πιθανώς να είναι χρήσιμο να εξετάζονται περιοδικά για την εμφάνιση της ανεπάρκειας. Ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες του πληθυσμού, η ανεπάρκεια είναι συχνότερη στις γυναίκες με σημαντική απώλεια αίματος κατά την έμμηνο ρύση και αυτές που έχουν περισσότερα από ένα παιδιά, ανήκουν σε μειονοτικές ομάδες ή προέρχονται από χαμηλότερες κοινωνικο-οικονομικές τάξεις. Οι γυναίκες που λαμβάνουν αντισυλληπτικά από το στόμα μπορεί να έχουν μικρότερη απώλεια αίματος κατά την περίοδο και συνεπώς εμφανίζουν μικρότερο κίνδυνο ανάπτυξης ανεπάρκειας σιδήρου. Αντίθετα, όσες χρησιμοποιούν ενδομητρικά μέσα αντισύλληψης είναι πιθανό να έχουν μεγαλύτερη απώλεια και βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Πολλοί ιατροί συνιστούν τη λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου κατά την εγκυμοσύνη εξαιτίας της αυξημένης πιθανότητας εμφάνισης σιδηροπενικής αναιμίας και του δυνητικού οφέλους από τη χορήγηση για τη μητέρα και το έμβρυο. Η εγκυμοσύνη αυξάνει τις απαιτήσεις του οργανισμού σε σίδηρο λόγω της αύξησης του όγκου του αίματος, των ιδιαίτερων αναγκών του εμβρύου και της αναμενόμενης απώλειας αίματος κατά τον τοκετό. Ο αποκλεισμός του κρέατος, των ψαριών και των πουλερικών από τη διατροφή είναι δυνατό να περιορίσει τη συνολική πρόσληψη σιδήρου και σίγουρα θα μειώσει τη λήψη σιδήρου στη μορφή της αίμης (δηλαδή της μορφής που απορροφάται αποτελεσματικότερα). Επίσης, θα επηρεάσει τα επίπεδα του σιδήρου αφού – όπως είπαμε – οι ζωικές πρωτεΐνες βελτιώνουν την απορρόφηση του σιδήρου από τις φυτικές τροφές. Στην πραγματικότητα οι χορτοφάγοι, που αποκλείουν όλες τις ζωικές τροφές από το διαιτολόγιό τους, πρέπει να προσλαμβάνουν καθημερινά διπλάσια ποσότητα σιδήρου εξαιτίας της μειωμένης απορρόφησης από τις φυτικές τροφές. Επίσης, σκόπιμο θα ήταν να αυξήσουν και την πρόσληψη της βιταμίνης C, η οποία είναι γνωστό ότι βελτιώνει την απορρόφηση του σιδήρου.

Τι πρέπει να ξέρετε για τη συμπληρωματική χορήγηση σιδήρου;

Η συμπληρωματική χορήγηση σιδήρου ενδείκνυται όταν οι διαιτολογικές παρεμβάσεις δεν αρκούν από μόνες τους να επαναφέρουν τα επίπεδα σιδήρου του οργανισμού εντός των φυσιολογικών ορίων σε ένα αποδεκτό χρονικό διάστημα. Ο σίδηρος στα συμπληρωματικά σκευάσματα βρίσκεται σε δύο μορφές, ως δισθενής ή τρισθενής σίδηρος. Ο δισθενής σίδηρος απορροφάται ευκολότερα και συνήθως αποτελεί τη μορφή που προτιμάται για την αντιμετώπιση της ανεπάρκειας σιδήρου. Η συμπληρωματική χορήγηση σιδήρου είναι δυνατό να προκαλέσει γαστρεντερικές διαταραχές, όπως είναι η ναυτία, ο έμετος, η δυσκοιλιότητα, η διάρροια, τα κόπρανα σκούρου χρώματος και τα κοιλιακά ενοχλήματα. Για τον περιορισμό αυτών των παρενεργειών μερικοί συνιστούν η έναρξη της χορήγησης να γίνεται με τη μισή της συνιστώμενης δόσης και κατόπιν αυτή σταδιακά να αυξάνεται. Επίσης, η διάκριση της ημερήσιας χορηγούμενης ποσότητας σε μικρότερες δόσεις και η λήψη μαζί με το φαγητό είναι πιθανό να βοηθήσει στον περιορισμό των συμπτωμάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι η ανεπάρκεια σιδήρου είναι σχετικά σπάνια στους ενήλικες άνδρες και στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση. Τα άτομα αυτών των ηλικιακών ομάδων θα πρέπει να λαμβάνουν συμπληρώματα σιδήρου μόνο μετά από υπόδειξη του ιατρού τους καθώς υπάρχει κίνδυνος να αυξηθούν τα επίπεδα πάνω από τα φυσιολογικά όρια. Η υπερφόρτωση του οργανισμού σε σίδηρο είναι μια κατάσταση κατά την οποία η επιπλέον ποσότητα σιδήρου βρίσκεται στο αίμα ή συγκεντρώνεται σε διάφορα όργανα, όπως είναι το ήπαρ και η καρδιά. Συσχετίζεται με διάφορα γενετικά νοσήματα, συμπεριλαμβανομένης της αιμοχρωμάτωσης. Τα άτομα με αιμοχρωμάτωση απορροφούν πολύ αποτελεσματικά τον σίδηρο με συνέπεια τη συσσώρευσή του σε όργανα. Η συσσώρευση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε βλάβες, όπως είναι η κίρρωση του ήπατος και η καρδιακή ανεπάρκεια. Δυστυχώς, αρκετά συχνά, η αιμοχρωμάτωση δεν διαγιγνώσκεται έγκαιρα παρά μόνο όταν η υπερβολική συσσώρευση σιδήρου έχει προκαλέσει τις βλάβες των οργάνων. Η συμπληρωματική λήψη σιδήρου μπορεί να επιταχύνει τις επιπτώσεις της αιμοχρωμάτωσης και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος που δεν πρέπει οι ενήλικες άνδρες και οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες να λαμβάνουν συμπληρώματα σιδήρου εφόσον δεν παρουσιάζουν ανεπάρκεια. Ακόμα, οι ασθενείς με αιματολογικές διαταραχές, που υποβάλλονται σε συχνές μεταγγίσεις αίματος, βρίσκονται επίσης σε κίνδυνο υπερφόρτωσης του οργανισμού σε σίδηρο και δεν πρέπει από μόνοι τους να λαμβάνουν συμπληρώματα.

Έχουν καθοριστεί ανώτερα όρια πρόσληψης για τον σίδηρο;

Ο σίδηρος είναι δυνατό να συσσωρευτεί σε ιστούς και όργανα του σώματος όταν οι αποθήκες είναι πλήρεις. Παρουσιάζει μια μέτρια έως υψηλή τοξικότητα καθώς είναι μικρή η ποσότητα του σιδήρου που αποβάλλεται φυσιολογικά από τον οργανισμό. Στα παιδιά, περιπτώσεις οξείας τοξικότητας μπορεί να προκύψουν από την άσκοπη πρόσληψη μεγάλης δόσης. Για παράδειγμα, σε παιδιά κάτω των έξι ετών, η πρόσληψη 1 – 3 gr σιδήρου μπορεί να αποβεί θανατηφόρος, ενώ μικρότερες δόσεις είναι πιθανό να προκαλέσουν σοβαρά συμπτώματα (όπως εμετό ή διάρροια). Για αυτόν τον λόγο είναι σημαντικό τα σκευάσματα σιδήρου να φυλάσσονται προσεκτικά στο σπίτι, μακριά από τα σημεία που μπορούν να φθάσουν τα παιδιά. Σε οποιαδήποτε περίπτωση υποψιαστείτε ότι το παιδί μπορεί να έχει προσλάβει υπερβολική ποσότητα σιδήρου επικοινωνήστε με τον παιδίατρό σας, τηλεφωνήστε στο Κέντρο Δηλητηριάσεων ή κατευθυνθείτε στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Στους ενήλικες, η υπερβολική πρόσληψη σιδήρου έχει συσχετιστεί με δυσκοιλιότητα, ναυτία, εμετό και διάρροια – ειδικά εάν η λήψη του συμπληρώματος έγινε με «άδειο στομάχι». Το 2001 καθορίστηκαν τα ανώτερα ανεκτά επίπεδα πρόσληψης σιδήρου για τις διάφορες ηλικιακές ομάδες:
- Βρέφη και παιδιά έως 13 ετών: 40 mg/ημέρα
- Έφηβοι 14 έως 18 ετών: 45 mg/ημέρα
- Ενήλικες άνω των 19 ετών: 45mg/ημέρα
Τα παραπάνω όρια δεν εφαρμόζονται για άτομα που λαμβάνουν σίδηρο υπό τις οδηγίες του ιατρού. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο ιατρός μπορεί να συνταγογραφήσει την πρόσληψη ποσότητας σιδήρου που υπερβαίνει αυτά τα όρια, όπως σε άτομα με σιδηροπενική αναιμία.

Σίδηρος και καρδιοπάθειες

Ορισμένες παρατηρήσεις έχουν οδηγήσει τους ερευνητές να στραφούν στη μελέτη της σχέσης μεταξύ των πλήρων αποθηκών σιδήρου και της εμφάνισης στεφανιαίας νόσου. Φαίνεται ότι η συχνότητα των καρδιοπαθειών στις γυναίκες αυξάνεται με το τέλος της εμμήνου ρύσεως, οπότε και οι αποθήκες σιδήρου καθίστανται πλήρεις. Επίσης, μερικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η μικρότερη συχνότητα καρδιοπαθειών στους πληθυσμούς των αναπτυσσόμενων χωρών μπορεί να οφείλεται στη μικρότερη πρόσληψη κρέατος, στην υψηλότερη κατανάλωση φυτικών ινών που παρεμποδίζουν την απορρόφηση του σιδήρου και στην αναλογικά μεγαλύτερη συγκέντρωση παρασίτων στον γαστρεντερικό σωλήνα των ατόμων (προκαλούν απώλεια αίματος από το πεπτικό). Όλα αυτά μαζί οδηγούν σε πτωχότερες αποθήκες σιδήρου στον οργανισμό. Επιπλέον μια μελέτη σε Φιλανδούς άνδρες έχει συσχετίσει τις πλήρεις αποθήκες σιδήρου με μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιακών επεισοδίων. Ωστόσο, δεν συνηγορούν όλες οι μελέτες για την ύπαρξη αυτής της σχέσης. Το 1999 μια ανασκόπηση 12 προηγούμενων μελετών απέτυχε να επιβεβαιώσει ότι η συσχέτιση αυτή είναι σημαντική. Ακόμα, είναι αλήθεια, ότι οι μεγαλύτερες (σε ηλικία) γυναίκες χαρακτηρίζονται έτσι και αλλιώς από περισσότερους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου καρδιαγγειακών νοσημάτων, όπως είναι η υπέρταση και η υψηλή χοληστερίνη.

Σίδηρος και άσκηση

Πολλοί άνδρες και γυναίκες που ασκούνται τακτικά σε εντατικό βαθμό εμφανίζουν οριακά ή χαμηλά επίπεδα σιδήρου. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι είναι πιθανό ένα εντατικό πρόγραμμα άσκησης να αυξάνει την καθημερινή απώλεια σιδήρου. Επίσης, μελέτες έδειξαν ότι είναι βραχύτερος ο βιολογικός χρόνος ημιζωής του σιδήρου στους δρομείς που προπονούνται εντατικά. Για αυτούς τους λόγους, η ανάγκη πρόσληψης σιδήρου μπορεί να είναι έως και 30% μεγαλύτερη σε όσους ασκούνται τακτικά σε εντατικό βαθμό.

Λήψη σιδήρου και απορρόφηση άλλων θρεπτικών συστατικών

Ορισμένοι ερευνητές εκφράζουν ανησυχίες για τις επιπτώσεις της ενίσχυσης ορισμένων τροφίμων με σίδηρο και της συμπληρωματικής χορήγησης σιδήρου στην απορρόφηση άλλων θρεπτικών συστατικών, όπως είναι ο ψευδάργυρος, το ασβέστιο και ο χαλκός. Σύμφωνα με μελέτες η συμπληρωματική χορήγηση σιδήρου είναι πιθανό να μειώσει την απορρόφηση αυτών των συστατικών, κυρίως όταν η λήψη γίνεται με «άδειο στομάχι». Αντίθετα, η απορρόφησή τους παραμένει ανεπηρέαστη όταν ο σίδηρος λαμβάνεται μαζί με το φαγητό.

No comments: