ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΕΠΟΧΙΑΚΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ (Season of Birth Effect)


Στη συνείδηση των περισσότερων ανθρώπων, η σημασία της ημερομηνίας γέννησης βρίσκεται συνδεδεμένη με τον χώρο της Αστρολογίας. Όμως, δεν είναι ευρέως γνωστό ότι η επίδραση της ημερομηνίας γέννησης, στη ζωή και την υγεία του ανθρώπου, έχει διερευνηθεί εκτεταμένα σε σημαντικό αριθμό επιστημονικών μελετών. Πράγματι, διάφορα επιστημονικά δεδομένα υποστηρίζουν την ύπαρξη συσχέτισης μεταξύ του μήνα της γέννησης και της εμφάνισης ή της εξέλιξης μίας ετερογενούς ομάδας φυσιολογικών χαρακτηριστικών ή παθολογικών καταστάσεων. Οι συσχετίσεις αυτές είναι δυνατό να γίνουν περισσότερο προφανείς εάν η εποχιακή επίδραση της γέννησης θεωρηθεί ως μία ταυτόχρονη και συντονισμένη δράση ορισμένων παραγόντων κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη και την περιγεννητική περίοδο, στις διάφορες εποχές του έτους. Στην πραγματικότητα, η έρευνα έχει στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση, προσδιορίζοντας εκείνους τους παράγοντες που αποτελούν τη βάση των στατιστικών παρατηρήσεων.
Από τα χρόνια της Αρχαιότητας, σε παγκόσμια κλίμακα, ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι οι αστρολογικές συνθήκες, κατά τη γέννηση ενός ανθρώπου, καθορίζουν - σε σημαντικό βαθμό - τη μοίρα του. Όμως, ορισμένες μελέτες, που επιχείρησαν να επιβεβαιώσουν τις αστρολογικές υποθέσεις σε σχέση με ορισμένα χαρακτηριστικά (όπως είναι η προσωπικότητα του ατόμου), δεν κατέληξαν σε στατιστικώς σημαντικά συμπεράσματα. Αντίθετα, διάφορα επιστημονικά δεδομένα επιβεβαιώνουν την ύπαρξη σχέσης μεταξύ του μήνα γέννησης και ορισμένων φυσιολογικών χαρακτηριστικών και παθολογικών καταστάσεων. Η ερευνητική αυτή προσπάθεια είναι σημαντική και απομακρύνει την έννοια της επίδρασης του μήνα γέννησης από το κάπως μεταφυσικό πλαίσιο των αστρολογικών υποθέσεων, προς την αναζήτηση αιτιολογικών παραγόντων που δρουν με μεγαλύτερη ισχύ, σε συγκεκριμένες εποχές του έτους. Παράλληλα, έχει προφανή αξία για την πρόληψη εκείνων των καταστάσεων, που έχουν παθολογικό υπόβαθρο.

Αιτιολογία του φαινομένου εποχιακής επίδρασης της γέννησης

Έχουν προταθεί διάφοροι πιθανοί αιτιολογικοί παράγοντες για την ερμηνεία της επίδρασης που έχει ο μήνας γέννησης στη ζωή του ανθρώπου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται μετεωρολογικές μεταβλητές, λοιμώξεις, ανοσολογικές αποκρίσεις, διατροφικοί παράγοντες, περιγεννητικοί κίνδυνοι, τοξίνες και η δράση των μητρικών ορμονών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρόλος της βιταμίνης D. Συγκεκριμένα, τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης αυτής, πριν από τη γέννηση, είναι ένας αρκετά πιθανός παράγοντας για την εκδήλωση του φαινομένου της εποχιακής επίδρασης. Τα επίπεδα της βιταμίνης D εμφανίζουν σαφείς εποχιακές διακυμάνσεις και τα χαμηλότερα επίπεδα παρατηρούνται, κυρίως, κατά το τέλος του χειμώνα και την αρχή της άνοιξης. Η βιταμίνη D έχει αποδειχθεί ότι ενεργοποιεί τη μεταγραφική διαδικασία σε ένα μεγάλο αριθμό γονιδίων και ρυθμίζει την ανάπτυξη, αλληλεπιδρώντας με διάφορες ουσίες όπως είναι οι θυρεοειδικές ορμόνες. Επίσης, η παρουσία της βιταμίνης αυτής περιορίζει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων και τα οδηγεί στην έξοδο από τον κυτταρικό κύκλο, μέσω της διαφοροποίησης. Μάλιστα, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, η βιταμίνη D μπορεί να προκαλέσει κυτταρικό θάνατο (απόπτωση).
Τα νεογνά των μητέρων, με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D κατά την κύηση, εμφανίζουν μεγαλύτερο βάρος και μήκος σώματος και μεγαλύτερη περιφέρεια κεφαλής, σε σχέση με τα νεογνά μητέρων με φυσιολογικά επίπεδα της βιταμίνης αυτής. Ο συνδυασμός χαμηλών επιπέδων βιταμίνης D και φυσιολογικών επιπέδων ασβεστίου οδήγησε στην εμφάνιση διευρυμένων πυρήνων οστέωσης στα μακρά οστά εμβρύων πειραματόζωων. Το στοιχείο αυτό πιθανώς να συσχετίζεται με το μεγαλύτερο μήκος σώματος των παιδιών, που γεννιούνται τον χειμώνα και την άνοιξη. Επίσης, οι παρατηρούμενες γνωσιακές διαφοροποιήσεις, που φαίνεται να έχουν βάση σε εποχιακές επιδράσεις κατά τη γέννηση, είναι πιθανό να συσχετίζονται με τις επιπτώσεις των χαμηλών προγεννητικών επιπέδων της βιταμίνης D στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Έχει αποδειχθεί ότι μία παροδική προγεννητική μείωση των επιπέδων της βιταμίνης D είναι δυνατό να επιφέρει μορφολογικές μεταβολές στον εγκέφαλο και να προκαλέσει ελαττωμένα επίπεδα παραγόντων ανάπτυξης του νευρικού ιστού σε πειραματόζωα.
Σημειώνεται, πάντως, ότι ορισμένοι ερευνητές δεν αποδέχονται την ύπαρξη του φαινομένου εποχιακής επίδρασης στα διάφορα στοιχεία της ανάπτυξης και της κατάστασης της υγείας του ανθρώπου. Θεωρούν ότι τα παρατηρούμενα ευρήματα οφείλονται στην επίδραση της ακριβούς ηλικίας των συμμετεχόντων κατά την πραγματοποίηση των μελετών. Πράγματι, η επίδραση αυτή μπορεί να αποτελεί αιτία εσφαλμένων συμπερασμάτων σε μελέτες, όταν μία μικρή διαφορά στην ηλικία επηρεάζει σημαντικά την πιθανότητα σχηματισμού του δείγματος της μελέτης με μία ορισμένη σύνθεση. Συνεπώς, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι υπαρκτή η επίδραση της ηλικίας στις εποχιακές κατανομές, που παρατηρούνται στις μελέτες, σε σχέση με ένα χαρακτηριστικό. Εάν, όμως, ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα, είναι δυνατό να περιοριστεί σημαντικά η επίδραση της ηλικίας στα ευρήματα των μελετών. Σε αντίθετη, άλλωστε, περίπτωση θα έπρεπε η επίδραση της ηλικίας να αποτελούσε ένα γενικευμένο σφάλμα πίσω από όλα τα ευρήματα εποχιακής επίδρασης της γέννησης.

Σωματομετρικά χαρακτηριστικά

Ο μήνας γέννησης ενός ανθρώπου συσχετίζεται με ορισμένα σωματομετρικά στοιχεία κατά τη διάρκεια της ζωής του. Το βάρος του σώματος κατά τη γέννηση και η πρόσληψη βάρους κατά τους τέσσερις πρώτους μήνες της ζωής αποτελούν χαρακτηριστικές μεταβλητές της εποχιακής επίδρασης του μήνα γέννησης. Γενικά, τα νεογνά, που γεννιούνται κατά τον χειμώνα και την άνοιξη, τείνουν να έχουν μεγαλύτερο βάρος και μήκος σώματος σε σχέση με εκείνα, που γεννιούνται το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Τα ευρήματα αυτά είναι σημαντικά, καθώς προέρχονται από τη μελέτη δειγμάτων του πληθυσμού αναπτυγμένων κοινωνιών. Αντίθετα, τα προηγούμενα στοιχεία προέρχονταν μόνο από αναπτυσσόμενες χώρες, όπου το βάρος γέννησης και η ανάπτυξη του βρέφους εξαρτώνται άμεσα από την επίδραση των εποχών στην παραγωγή των αγροτικών προϊόντων. Σε μία μελέτη, που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ, διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ φυλετικών ομάδων ως προς το βάρος γέννησης και την πρόσληψη βάρους τους πρώτους μήνες της ζωής. Συγκεκριμένα, τα νεογνά της μαύρης φυλής, που γεννήθηκαν τους μήνες του καλοκαιριού και του φθινοπώρου, είχαν χαμηλότερο βάρος γέννησης σε σχέση με εκείνα, που γεννήθηκαν άλλες εποχές του έτους. Επίσης, τα νεογνά της μαύρης φυλής ή οικογενειών με καταγωγή από το Πουέρτο Ρίκο, που γεννήθηκαν κατά τους μήνες του φθινοπώρου, εμφάνιζαν μικρότερη πρόσληψη σωματικού βάρους κατά τους τέσσερις πρώτους μήνες της ζωής. Τα στοιχεία αυτά είναι δυνατό να επηρεάζονται από τους δεδομένους περιορισμούς αυτών των φυλετικών - εθνολογικών ομάδων στην πρόσβαση σε ιατρικές υπηρεσίες κατά την προγεννητική περίοδο και την αρχική φροντίδα του βρέφους. Όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη διαφοροποιήσεων ανάμεσα στην ίδια υποομάδα του πληθυσμού, συνηγορεί για την ανεξάρτητη επίδραση του παράγοντα του μήνα γέννησης. Εκτός από τη σημασία για την εποχιακή επίδραση της γέννησης στα σωματομετρικά δεδομένα, το θέμα αυτό ενδιαφέρει ιδιαίτερα και άλλους τομείς της έρευνας. Έχει διαπιστωθεί ότι τα πρότυπα πρόσληψης βάρους κατά την πρώιμη φάση της βρεφικής ζωής έχουν προγνωστική αξία για την εμφάνιση της παχυσαρκίας, του σακχαρώδους διαβήτη ή άλλων καρδιαγγειακών νοσημάτων κατά την εφηβεία και την ενήλικο ζωή. Συγκεκριμένα, μία υπέρβαση κατά 100 γραμμάρια τον μήνα της μέσης αύξησης, σύμφωνα με το φυσιολογικό πρότυπο, συσχετίζεται με αύξηση κατά 25% του κινδύνου εμφάνισης παχυσαρκίας στην ηλικία των 7 ετών. Τέλος, οι σωματομετρικές διαφοροποιήσεις, σε σχέση με την επίδραση του μήνα γέννησης, διατηρούνται κατά την ενήλικο ζωή. Για παράδειγμα, στην ηλικία των 18 ετών, τα άτομα, που γεννήθηκαν τον χειμώνα και την άνοιξη, έχει βρεθεί ότι έχουν - κατά μέσο όρο - μεγαλύτερο ύψος σε σύγκριση με το υπόλοιπο τμήμα του πληθυσμού.

Νευροαναπτυξιακά δεδομένα

Τα δεδομένα, σχετικά με τη νοητική ανάπτυξη, δεν παρουσιάζουν την ίδια σαφήνεια όσον αφορά την επίδραση του μήνα γέννησης. Σημαντικός αριθμός μελετών υποστηρίζει ότι η ευφυΐα στην παιδική ηλικία και η σχολική απόδοση συσχετίζονται με την εποχή, κατά την οποία ένα άτομο γεννήθηκε. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι η ύπαρξη μίας τέτοιας σχέσης οφείλεται σε εποχιακές διαφοροποιήσεις συγκεκριμένων περιβαλλοντικών παραγόντων, όπως είναι η θερμοκρασία του περιβάλλοντος και οι λοιμώξεις. Τα ευρήματα αρκετών μελετών, που πραγματοποιήθηκαν πριν από το 1996, υποστηρίζουν ότι τα άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους μήνες της άνοιξης και του καλοκαιριού, εμφανίζουν μεγαλύτερη ευφυΐα σε σχέση με εκείνα, που γεννήθηκαν άλλες εποχές του έτους. Ωστόσο, οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι μικρές και - μάλιστα - δεν επιβεβαιώνονται σε επόμενες μελέτες.
Όσον αφορά τη σχολική επίδοση, τα παιδιά, που γεννήθηκαν τους καλοκαιρινούς μήνες, φαίνεται ότι ανταποκρίνονται λιγότερο επιτυχημένα στις σχολικές απαιτήσεις (ικανότητα ανάγνωσης, αριθμητική). Επιπλέον, στη Μεγάλη Βρετανία, έχει διαπιστωθεί ότι ένας σημαντικός αριθμός παιδιών, που γεννήθηκαν τους καλοκαιρινούς μήνες, εμφανίζει ανάγκες ενισχυτικής διδασκαλίας και συμμετέχει στο αντίστοιχο πρόγραμμα. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στη σχολική απόδοση, αλλά επεκτείνεται και σε άλλες σχολικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, τα παιδιά, που γεννήθηκαν μεταξύ των μηνών Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου, εμφανίζουν καλύτερη απόδοση στο άθλημα του ποδοσφαίρου. Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά, που γεννήθηκαν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, δεν εμφανίζουν πιο περιορισμένες νοητικές ικανότητες σε σύγκριση με εκείνα, που γεννήθηκαν τους μήνες του φθινοπώρου, όταν οι δοκιμασίες (IQ, αριθμητικές ικανότητες, ικανότητα ανάγνωσης, δεξιότητες επικοινωνίας) έχουν τυποποιηθεί σε σχέση με την ηλικία ή σε δοκιμασίες εκτίμησης της γνωσιακής ικανότητας. Για ορισμένους ερευνητές, τα ευρήματα αυτά αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίδρασης της ηλικίας και, συγκεκριμένα, της ακριβούς τους ηλικίας κατά την έναρξη του σχολείου. Υποστηρίζουν ότι η σημασία του μήνα γέννησης στη νοητική ανάπτυξη οφείλεται στο γεγονός ότι τα παιδιά, που γεννιούνται κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στις χώρες του βορείου ημισφαιρίου, έχουν να αντιμετωπίσουν ένα σαφές μειονέκτημα, εξαιτίας της σχέσης μεταξύ της ηλικίας και των πολιτικών εισαγωγής στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τα παιδιά, που έχουν γεννηθεί τους καλοκαιρινούς μήνες, είναι τα νεώτερα σε μία τάξη. Μάλιστα, μεταξύ των παιδιών, που έχουν γεννηθεί τον Αύγουστο, και αυτών, που έχουν γεννηθεί τον Σεπτέμβριο, μεσολαβεί ένα ολόκληρο ημερολογιακό έτος. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι τα νεώτερα παιδιά στην πρώτη τάξη πιθανώς δεν είναι αναπτυξιολογικώς ώριμα να αρχίσουν το σχολείο. Η σχετική τους ανωριμότητα τα οδηγεί σε κατάσταση έντονου άγχους και αυξάνει την πιθανότητα αποτυχίας στο σχολικό περιβάλλον. Επιπλέον, είναι πιθανό η διδακτέα ύλη να μην ανταποκρίνεται στο αναπτυξιολογικό τους στάδιο και οι εργασίες, που τους ανατίθενται από τους δασκάλους, να μην λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές τους δυνατότητες. Παράλληλα, επειδή οι απαιτήσεις της εκπαιδευτικής διαδικασίας έρχονται σε σύγκρουση με τη σχετική τους ανωριμότητα, τα παιδιά αυτά είναι περισσότερο ανήσυχα στην τάξη, γεγονός που συνδιαμορφώνει τη δυσμενή εκτίμηση του δασκάλου για τη σχολική τους απόδοση. Κατά αυτή την έννοια, τα παιδιά, που άρχισαν το σχολείο λίγο νωρίτερα από τον μέσο όρο, τείνουν να εμφανίζουν χαμηλότερη απόδοση στις σχετικές νοητικές δοκιμασίες, εφόσον δεν ληφθεί υπόψη η ακριβής τους ηλικία. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ - σε μία μελέτη - το 67% των μαθητών που θεωρείτο από τους δασκάλους ότι εμφάνιζε δυσκολίες στην ανάγνωση είχε γεννηθεί το καλοκαίρι, όταν η δοκιμασία τυποποιήθηκε σε σχέση με την ακριβή ηλικία, το αντίστοιχο ποσοστό κατήλθε στο 11%. Εφόσον ληφθούν υπόψη η ακριβής ηλικία έναρξης του σχολείου και οι ακριβείς σχέσεις των ηλικιών μεταξύ των συνομηλίκων, η νοητική ανάπτυξη παρουσιάζεται ανεξάρτητη από τον μήνα γέννησης. Παρόλα αυτά, σε μία μελέτη, που πραγματοποιήθηκε με κατάλληλο περιορισμό της επίδρασης της ηλικίας, τα αποτελέσματα τυποποιημένων νοητικών δοκιμασιών παρέμειναν χειρότερα για τα παιδιά με ημερομηνία γέννησης τους καλοκαιρινούς μήνες, γεγονός που συνηγορεί για την ύπαρξη της εποχιακής επίδρασης στη νευρογνωσιακή ανάπτυξη.
Οι διαφοροποιήσεις σε σχέση με τη σχολική απόδοση διατηρούνται κατά την εκπαιδευτική διαδικασία και, μάλιστα, συσχετίζονται με την πιθανότητα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο. Παρόλα αυτά, μελέτες στις ΗΠΑ έχουν καταλήξει ότι οι εποχιακές επιδράσεις είναι ισχυρότερες κατά την έναρξη του σχολείου και μειώνονται σημαντικά στις επόμενες τάξεις. Γενικά, τα παιδιά, που γεννήθηκαν τους καλοκαιρινούς μήνες, εμφανίζουν χαμηλότερη απόδοση σε σχέση με εκείνα, που γεννήθηκαν το φθινόπωρο, σε όλες τις ομάδες μεταξύ των ηλικιών 6 - 12 ετών. Η μείωση της σημασίας της εποχιακής επίδρασης είναι απότομη μεταξύ των ηλικιών 6 - 8 ετών, οι διαφοροποιήσεις είναι μικρές μεταξύ των ηλικιών 8 - 10 ετών και υπάρχει σημαντικός περιορισμός της επίδρασης του εποχιακού παράγοντα γέννησης μεταξύ των ηλικιών 10 - 12 ετών. Δηλαδή, οι εποχιακές επιδράσεις είναι σημαντικές στην εκπαιδευτική διαδικασία στις ηλικίες των 6, 8 και 10 ετών, αλλά όχι στην ηλικία των 12 ετών. Μία πιθανή ερμηνεία αυτών των παρατηρήσεων είναι ότι η μετάβαση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση προσφέρει μία ευκαιρία στα παιδιά για μία καινούργια αρχή και τη δυνατότητα να φθάσουν στο επίπεδο των συνομηλίκων τους, που γεννήθηκαν άλλες εποχές του έτους. Πάντως, τα στοιχεία από τη μελέτη της επίδρασης του μήνα γέννησης στην σχολική απόδοση, σε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είναι περιορισμένα και σημειώνεται ότι υπάρχουν δεδομένα, που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη εποχιακής επίδρασης στις ηλικίες των 13 και 15 ετών. Συνεπώς, δεν πρέπει να υποτιμάται η ανάπτυξη δευτερογενών προβλημάτων στα παιδιάς, όπως είναι η αποτυχία εκπλήρωσης των ακαδημαϊκών τους δυνατοτήτων, η μείωση της αυτοεκτίμησης και η εμφάνιση συναισθηματικών ή συμπεριφορικών διαταραχών, ως αποτέλεσμα της επίδρασης της ακριβούς ηλικίας στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Η δεξιοχειρία ή η αριστεροχειρία ενός ατόμου είναι ένα φαινόμενο, που - επίσης - έχει συσχετιστεί με τον μήνα γέννησης. Οι δεξιόχειρες αντιστοιχούν περίπου στο 90% του γενικού πληθυσμού, ανεξαρτήτως γεωγραφικής κατανομής ή διαφοροποιήσεων στα πολιτισμικά στοιχεία. Η ασύμμετρη κατανομή αυτού του χαρακτηριστικού είναι μοναδική ως προς το μέγεθός της για το ανθρώπινο είδος. Πιστεύεται ότι έχει εξελικτική σημασία και - μάλιστα - ότι αλληλεπιδρά με την εξελικτική πορεία ενός άλλου μοναδικού χαρακτηριστικού του ανθρωπίνου είδους, δηλαδή της ανάπτυξης της γλώσσας και του λόγου. Η γενετική βάση του φαινομένου επιβεβαιώνεται από απεικονιστικά ευρήματα και μετα-αναλύσεις επιδημιολογικών μελετών σε διδύμους, όπως και από ευρήματα μελετών Μοριακής Γενετικής. Παρόλα αυτά, δεν έχει προσδιοριστεί κάποιο συγκεκριμένο γονίδιο, σχετικά με τη δεξιοχειρία. Η σημασία της μάθησης για το φαινόμενο θεωρείται περιορισμένη. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη αριστεροχειρίας είναι σαφές ότι δεν αποτελεί παθολογικό χαρακτηριστικό. Μάλιστα, πολλά αριστερόχειρα άτομα έχουν ιδιαίτερες ικανότητες, γεγονός που ερμηνεύει τον αυξημένο αριθμό αρχιτεκτόνων, μουσικών ή αθλητών (πχ. τενίστες), οι οποίοι είναι αριστερόχειρες. Παράλληλα, η αυξημένη συχνότητα της αριστεροχειρίας σε ασθενείς με σύνδρομο Rett, αυτισμό ή σχιζοφρένεια πιθανολογείται ότι οφείλεται στην επίδραση των παθολογικών διαδικασιών κατά την εκδήλωση της γενετικής βάσης του χαρακτηριστικού. Σε διάφορες μελέτες, έχει επιχειρηθεί η συσχέτιση της αριστεροχειρίας με περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι διαταραχές κατά τον τοκετό, το κάπνισμα της μητέρας κατά την κύηση, το χαμηλό βάρος γέννησης, τα επίπεδα της τεστοστερόνης κατά την πρώιμη φάση της εμβρυϊκής ανάπτυξης, διάφορες εγκεφαλικές διαταραχές και η πραγματοποίηση του υπερηχοτομογραφικού ελέγχου κατά την προγεννητική περίοδο. Η σημασία της εποχής της γέννησης του ατόμου εξετάζεται με την έννοια της συνδυαστικής - ταυτόχρονης επίδρασης διαφόρων παραγόντων σε συγκεκριμένες εποχές του έτους (μεταβολές ορμονικών επιπέδων, επίπτωση νοσημάτων, διατροφικοί παράγοντες, αναπαραγωγική δραστηριότητα). Όμως, τα αποτελέσματα των μελετών είναι αντιφατικά. Ορισμένες μελέτες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη συσχέτισης μεταξύ του φαινομένου και του μήνα γέννησης, ενώ σε άλλες δεν διαπιστώνεται κάποια σχέση. Τέλος, υπάρχει και μία τρίτη ομάδα μελετών, τα ευρήματα των οποίων υποστηρίζουν τη σημασία του φύλου του ατόμου για την εκδήλωση του συγκεκριμένου χαρακτηριστικού.

Όγκοι του εγκεφάλου

Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι εποχιακές διαφοροποιήσεις σε σχέση με ορισμένους παράγοντες, κατά την προ- και περιγεννητική περίοδο, συσχετίζονται με την εμφάνιση όγκων του εγκεφάλου κατά την ενήλικο ζωή. Δεδομένου ότι μεγαλύτερος αριθμός ασθενών, με πρωτοπαθείς όγκους του εγκεφάλου, έχει γεννηθεί κατά τους χειμερινούς μήνες, η επίδραση του μήνα γέννησης δεν πρέπει να υποτιμάται κατά τη θεώρηση της παθογένειας των εγκεφαλικών νεοπλασμάτων. Συγκεκριμένα, έχει διαπιστωθεί αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης γλοιωμάτων και μηνιγγιωμάτων σε άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο. Μάλιστα, ο κίνδυνος, για την εμφάνιση γλοιωμάτων, είναι μεγαλύτερος σε άτομα, που είναι αριστερόχειρα και έχουν γεννηθεί κατά το τέλος του χειμώνα και την αρχή της άνοιξης. Τέλος, έχει διαπιστωθεί και αυξημένη συχνότητα αδενωμάτων της υπόφυσης σε άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους χειμερινούς μήνες.
Οι κακοήθεις όγκοι του εγκεφάλου αποτελούν τη δεύτερη συχνότερη κακοήθεια της παιδικής ηλικίας και την πρώτη αιτία θανάτου από καρκίνο στα παιδιά. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αιτιολογία είναι άγνωστη και είναι πιθανό να είναι διαφορετική, ανάλογα με τον εκάστοτε ιστολογικό τύπο της νεοπλασίας. Περίπου το 5% των περιπτώσεων αποδίδεται σε κληρονομικά σύνδρομα, όπως είναι η νευροϊνωμάτωση. Ο μόνος καλώς μελετημένος περιβαλλοντικός παράγοντας είναι η ιοντίζουσα ακτινοβολία. Επίσης, σε διάφορες μελέτες έχει διαπιστωθεί σημαντική επίδραση του μήνα γέννησης στην εμφάνιση όγκων του εγκεφάλου κατά την παιδική ηλικία. Παρόλα αυτά, υπάρχει σημαντική ποικιλία σε σχέση με τα ευρήματα αυτών των μελετών, όσον αφορά τον ιστολογικό τύπο που συσχετίζεται με την εποχιακή επίδραση. Πάντως, η ύπαρξη εποχιακών διαφοροποιήσεων σε ασθενείς, με ένα συγκεκριμένο τύπο νεοπλασίας, θέτει το πλαίσιο για τη πιθανή δράση περιβαλλοντικών παραγόντων κατά την κύηση ή τη νεογνική περίοδο. Για παράδειγμα, τέτοια εποχιακά πρότυπα πιθανώς να αντικατοπτρίζουν διαφορές στην έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία ή σε λοιμογόνους παράγοντες και την επάρκεια διατροφικών παραμέτρων. Γενικά, σε όσες από τις μελέτες επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη συσχέτισης, μεταξύ του μήνα γέννησης και της εμφάνισης όγκων του εγκεφάλου στα παιδιά, αυτή αφορούσε τη γέννηση κατά τους μήνες του φθινοπώρου και του χειμώνα.

Προσωπικότητα και Ψυχικές διαταραχές

Διάφορες μελέτες έχουν επιχειρήσει να διερευνήσουν τη σχέση μεταξύ του μήνα γέννησης και της προσωπικότητας του ατόμου. Βασικά μειονεκτήματα των περισσότερων εξ΄ αυτών είναι ο μικρός αριθμός του δείγματος των συμμετεχόντων και η ύπαρξη αντικρουόμενων - έως ένα βαθμό - συμπερασμάτων. Η σχετική βιβλιογραφία είναι εκτεταμένη, δεδομένου ότι ήδη από τη δεκαετία του 1940 δημοσιεύονται μελέτες με αυτό το αντικείμενο. Γενικά, τα εξωστρεφή στοιχεία της προσωπικότητας εμφανίζονται περισσότερο ισχυρά σε άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους χειμερινούς μήνες του έτους. Επίσης, τα άτομα, που γεννήθηκαν το φθινόπωρο, εμφανίζονται περισσότερο εξωστρεφή σε σχέση με εκείνα, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι. Ο αυθορμητισμός, ως στοιχείο της προσωπικότητας, παρουσιάζεται μειωμένος σε άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τα άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους χειμερινούς μήνες, χαρακτηρίζονται από περισσότερα αποφευκτικά στοιχεία (τάση αποφυγής αντιμετώπισης των δυσκολιών) και ασθενέστερη επιμονή κατά την επιδίωξη των στόχων τους. Η αναζήτηση καινοτόμων λύσεων φαίνεται ότι αποτελεί στοιχείο της προσωπικότητας των ατόμων, που γεννήθηκαν τον χειμώνα, στις ηλικίες κάτω των 25 ετών. Αντίθετα, στις ηλικίες άνω των 25 ετών, τα ευρήματα είναι αντίθετα. Η γέννηση κατά το καλοκαίρι και τον χειμώνα συσχετίζεται με παράτολμα στοιχεία στη συμπεριφορά. Τέλος, τα ευρήματα σχετικά με τα νευρωσικά στοιχεία της προσωπικότητας είναι ιδιαίτερα αντικρουόμενα, με μία μελέτη να τα συνδέει με την γέννηση κατά τους χειμερινούς και μία άλλη με την γέννηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Η γέννηση σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους του έτους συσχετίζεται με μία μικρή, αλλά σημαντική, αύξηση του κινδύνου εμφάνισης ορισμένων ψυχικών διαταραχών, όπως είναι η σχιζοφρένεια, ο αυτισμός, η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή και η ψυχογενής ανορεξία. Η παρουσία κάποιων από αυτές τις διαταραχές έχει συσχετιστεί με μορφολογικές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο των ασθενών. Για παράδειγμα, ασθενείς με σχιζοφρένεια φέρουν εγκεφαλικές κοιλίες αυξημένου μεγέθους. Επίσης, υποφλοιώδεις βλάβες της λευκής ουσίας του εγκεφάλου συσχετίζονται με την ύπαρξη διπολικής διαταραχής. Μελέτες με τομογραφία εκπομής ποζιτρονίου έχουν αποκαλύψει διαταραχή της αιμάτωσης συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου σε ασθενείς με κατάθλιψη. Τέλος, το μέγεθος μίας περιοχής του εγκεφάλου, που καλείται ιππόκαμπος, είναι μικρότερο σε καταθλιπτικούς ασθενείς. Το φαινόμενο της εποχιακής επίδρασης της γέννησης παρέχει μία εναλλακτική οπτική στη θεώρηση της αιτιοπαθογένειας αυτών των ψυχικών διαταραχών, καθώς οι νεώτερες απόψεις τείνουν σε ένα πολυπαραγοντικό αιτιολογικό μοντέλο για κάθε νόσημα.
Η αιτιοπαθογένεια της σχιζοφρένειας παραμένει αντικείμενο εκτεταμένης μελέτης. Για την εμφάνιση της νόσου πιστεύεται ότι αλληλεπιδρούν γονιδιακοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες. Η γενετική βάση της νόσου υποστηρίζεται από την εμφάνισή της σε όλες τις κοινωνίες με την ίδια περίπου συχνότητα, τη μη συσχέτιση της ηλικίας έναρξης από περιβαλλοντικούς παράγοντες και τον μη περιορισμό του κινδύνου εμφάνισης της νόσου σε ένα άτομο, παρά την πραγματοποίηση υιοθεσίας. Είναι γνωστό ότι στην πρόκληση των δομικών βλαβών στον εγκέφαλο κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, που συσχετίζονται με την εμφάνιση της σχιζοφρένειας, εμπλέκονται γενετικοί παράγοντες. Το χρωμόσωμα 11 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις σχετικές έρευνες, αν και τα αποτελέσματα είναι αντιφατικά. Η θεωρούμενη γενετική μεταβίβαση της νόσου μπορεί να είναι μονογονιδιακή ή όχι. Σύμφωνα με τις νευροαναπτυξιακές θεωρίες, μία συγκεκριμένη εγκεφαλική ανωμαλία κατά τους έξι πρώτους μήνες της εμβρυϊκής ζωής, αλληλεπιδρά με φυσιολογικά αναπτυξιακά γεγονότα κατά την εφηβεία. Στις εγκεφαλικές ανωμαλίες περιλαμβάνονται διαταραχές των κροταφικών λοβών, η διεύρυνση των κοιλιών σε συνδυασμό με την ατροφία του φλοιού και η υπολειτουργία του προμετωπιαίου λοβού. Άλλες θεωρίες αποδίδουν την εμφάνιση της σχιζοφρένειας στην απορρύθμιση του συστήματος νευροδιαβίβασης της ντοπαμίνης, τη δυσλειτουργία του συστήματος της σεροτονίνης ή σε διαταραχές ενός άλλου νευροδιαβιβαστή, που καλείται γλουταμινικό οξύ. Επιπλέον, έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι στρεσσογόνες καταστάσεις, σε συνδυασμό με το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, συσχετίζονται με αύξηση της συχνότητας της νόσου. Η επίδραση των διαταραγμένων ενδοοικογενειακών σχέσεων, της λανθασμένης ανατροφής του παιδιού (ιδίως σε σχέση με τη μητέρα) και ορισμένων ψυχοτραυματικών γεγονότων της ζωής θεωρείται, επίσης, σημαντική. Τέλος, σύμφωνα με τις ψυχαναλυτικές απόψεις, η σχιζοφρένεια αποτελεί διάσπαση των δεσμών με την πραγματικότητα, κατά την οποία το «εγώ» - μετά από την επάνοδό του στην αρχική αδιαφοροποίητη κατάσταση - βρίσκεται διαλελυμένο μέσα στο «εκείνο». Ο αυτισμός της παιδικής ηλικίας έχει συσχετιστεί με διάφορες οργανικές βλάβες του εγκεφάλου, όπως είναι ανωμαλίες του ανώτερου τμήματος του εγκεφαλικού στελέχους. Επίσης, διαταραχές του μεταιχμιακού συστήματος και των παρεγκεφαλιδικών κυκλωμάτων έχουν προσδιοριστεί με απεικονιστικές μεθόδους. Πάντως, οι αιτιολογικοί παράγοντες της νόσου παραμένουν ακόμα ασαφείς. Στην αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης εμπλέκονται βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Το νευροχημικό υπόστρωμα της νόσου περιλαμβάνει μία λειτουργική ανεπάρκεια των νευροδιαβιβαστών σεροτονίνη, ντοπαμίνη και νορ-αδρεναλίνη και τη συμμετοχή του άξονα υποθαλάμου - υπόφυσης - επινεφριδίων, με την πρόκληση ανοσολογικής ενεργοποίησης και διαταραχής των συστημάτων νευροδιαβίβασης. Η δράση γενετικών παραγόντων αφορά τις σοβαρές μορφές κατάθλιψης, όπως είναι η καταθλιπτική φάση της διπολικής διαταραχής. Κατά την ψυχαναλυτικά προσέγγιση, η νόσος αποτελεί συνέπεια μίας ενδοστρεφόμενης επιθετικότητας, με τυπικό εκλυτικό αίτιο την απώλεια ενός αγαπημένου αντικειμένου (πχ. προσώπου). Κατά τη γνωσιακή προσέγγιση, η λανθασμένη επεξεργασία της πληροφορίας από το άτομο δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση της καταθλιπτικής συμπεριφοράς. Τέλος, για την εμφάνιση της διπολικής διαταραχής έχει αναγνωριστεί η σημασία ιδιοσυγκρασιακών στοιχείων, γενετικών παραγόντων και ορισμένων ψυχοτραυματικών γεγονότων της ζωής (πχ. παιδική κακοποίηση).
Η πρώτη αναφορά της επίδρασης, που έχει ο μήνας γέννησης στην ψυχική υγεία του ανθρώπου, έγινε το 1929 από τον Ελβετό ψυχολόγο Moritz Tramer, ο οποίος υποστήριξε ότι τα άτομα, που γεννήθηκαν προς το τέλος του χειμώνα, ήταν περισσότερο πιθανό να εμφανίσουν σχιζοφρένεια. Σήμερα, είναι πλέον γνωστό ότι τα άτομα, που γεννήθηκαν τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο στο βόρειο ημισφαίριο, χαρακτηρίζονται από 5 έως 10% μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης σχιζοφρένειας σε σχέση με εκείνα, που γεννήθηκαν άλλους μήνες του έτους. Μάλιστα, σύμφωνα με μία μελέτη, που πραγματοποιήθηκε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Aarhus της Δανίας, η αύξηση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου, που αποδίδεται στη γέννηση κατά τους χειμερινούς μήνες, είναι σχεδόν διπλάσια αυτής, που συσχετίζεται με την ύπαρξη ενός γονέα ή αδελφού πάσχοντα στην οικογένεια. Παρόλα αυτά, δεδομένου ότι ο μισός γενικός πληθυσμός έχει γεννηθεί τον χειμώνα και την άνοιξη, η ισχύς του παράγοντα ή των παραγόντων κινδύνου, που προκαλούν την εποχιακή επίδραση στη σχιζοφρένεια, θεωρείται ότι είναι περιορισμένη. Η επιδημιολογική παρατήρηση έχει προχωρήσει ακόμα περισσότερο, επιχειρώντας να καταδείξει διαφορές στην εποχιακή επίδραση σε σχέση με τις κλινικές μορφές της νόσου. Για παράδειγμα, η βαρύτερη μορφή της σχιζοφρένειας, η οποία χαρακτηρίζεται από τα λεγόμενα «αρνητικά» συμπτώματα (συναισθηματική απάθεια, αδυναμία άντλησης ευχαρίστησης), μάλλον συσχετίζεται με περισσότερες γεννήσεις ασθενών τους καλοκαιρινούς μήνες, τουλάχιστον στο βόρειο ημισφαίριο. Εάν πράγματι αυτό συμβαίνει, η μορφή αυτή της νόσου χαρακτηρίζεται από ένα διαφορετικό εποχιακό πρότυπο. Όσον αφορά άλλες ψυχικές διαταραχές, μία πρόσφατη μελέτη περισσότερων από 25.000 περιπτώσεων αυτοκτονιών στην Αγγλία και την Ουαλία αποκάλυψε ότι τα άτομα που είχαν γεννηθεί τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο εμφάνιζαν 17% μεγαλύτερη πιθανότητα αυτοκτονίας σε σχέση με τα άτομα που γεννήθηκαν τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου. Αντιστοίχως, άτομα με ψυχογενή ανορεξία εμφανίζουν 13% μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν γεννηθεί την ίδια χρονική περίοδο. Από την άλλη πλευρά, τα άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους μήνες του φθινοπώρου, χαρακτηρίζονται από 8% μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης κρίσεων πανικού και μία μικρή - αλλά σημαντική - αύξηση της πιθανότητας του αλκοολισμού στους άνδρες. Όσον αφορά την περίπτωση του αυτισμού, τα ευρήματα είναι αντικρουόμενα. Διάφορες μελέτες έχουν αποκαλύψει αύξηση των γεννήσεων αυτιστικών παιδιών κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο, μία μελέτη κατά τον μήνα Οκτώβριο, ενώ άλλες δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη εποχιακής επίδρασης για αυτό το νόσημα. Επίσης, είναι ενδιαφέρον ότι σε ορισμένες μελέτες εμφανίζεται συσχέτιση με συγκεκριμένες εποχές (χειμώνας, άνοιξη), αλλά όχι με μεμονωμένους μήνες του έτους.
Οι εποχιακές επιδράσεις στην ψυχική υγεία των ανθρώπων θεωρούνται πλέον αναμφισβήτητες, οπότε η έρευνα έχει μετακινηθεί στη διαπίστωση των μηχανισμών, που συμμετέχουν σε αυτή τη σχέση. Παράλληλα, μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητή η σημασία των όποιων συμπερασμάτων εξαχθούν από αυτές τις μελέτες για τον σχεδιασμό της πρόληψης συγκεκριμένων ψυχικών νοσημάτων. Χωρίς αμφιβολία, η αναγνώριση του μηχανισμού, μέσω του οποίου η εναλλαγή των εποχών μεταβάλλει τον κίνδυνο συγκεκριμένων ψυχιατρικών νοσημάτων, αποτελεί σημαντική πρόκληση για τους ερευνητές. Για παράδειγμα, η σημασία του μήνα γέννησης στην εμφάνιση της σχιζοφρένειας είναι δυνατό να συσχετίζεται με το οικογενειακό ιστορικό και τον επιπολασμό συγκεκριμένων ιών, εποχιακές μεταβολές των λοιμογόνων παραγόντων, την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία, τα επίπεδα της βιταμίνης D και την επάρκεια θρεπτικών παραγόντων. Μέχρι πρόσφατα, η κύρια υπόθεση, σχετικά με τον τρόπο που η γέννηση κατά τους μήνες του χειμώνα και της άνοιξης οδηγούσε σε αύξηση του κινδύνου της σχιζοφρένειας και της ψυχογενούς ανορεξίας, επικεντρωνόταν στην κατάσταση της υγείας της μητέρας κατά τη διάρκεια της κύησης. Θεωρείτο πιθανό μία ιογενής λοίμωξη της μητέρας σε ένα κρίσιμο στάδιο της εμβρυϊκής ανάπτυξης να επιδρούσε στην ανάπτυξη του εγκεφάλου ή να προκαλούσε μία βλάβη του πρώιμου εγκεφαλικού ιστού. Πράγματι, τα αποτελέσματα διαφόρων μελετών κατά τη δεκαετία του 1980 συνηγορούσαν για την ύπαρξη συσχέτισης μεταξύ ενός αριθμού περιπτώσεων σχιζοφρένειας και της γέννησης κατά τους μήνες, που ακολουθούσαν εξάρσεις ιογενών λοιμώξεων, όπως είναι η γρίπη και η ιλαρά. Τα συμπεράσματα αυτά ανατράπηκαν όταν ορισμένες μεγαλύτερες μελέτες απέτυχαν να επιβεβαιώσουν μία παρόμοια σχέση μεταξύ των επιδημιολογικών δεδομένων και της συχνότητας της σχιζοφρένειας.
Παρόλο που η υπόθεση της αρνητικής επίδρασης των ιογενών λοιμώξεων στην ανάπτυξη του εμβρυϊκού εγκεφάλου παραμένει ελκυστική για ορισμένους ερευνητές, οι πλέον πρόσφατες μελέτες έχουν επικεντρωθεί σε πιο άμεσες επιδράσεις των εποχών στη μητέρα, όπως είναι η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία και η σημασία της θερμοκρασίας του περιβάλλοντος. Η ορμόνη μελατονίνη, η έκκριση της οποίας καταστέλλεται από την έκθεση στο ηλιακό φως, είναι πιθανό να παίζει κάποιο ρόλο κατά τη διάρκεια της κύησης ή στην αρχική φάση της ζωής. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, δεδομένου ότι η σύλληψη των ατόμων, που γεννήθηκαν τον Απρίλιο, τον Μάιο και τον Ιούνιο, πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο αντίστοιχα, τα υψηλά επίπεδα μελατονίνης κατά τη διάρκεια κρίσιμων μηνών της εμβρυϊκής ανάπτυξης είναι πιθανό να επιφέρουν μεταβολές στον εγκέφαλο, οι οποίες συσχετίζονται με τη μετέπειτα αυτοκτονική τους συμπεριφορά. Άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι δεν προκαλούνται συγκεκριμένες ανωμαλίες στο έμβρυο βάσει των εποχών. Αντίθετα, ορισμένοι εποχιακοί παράγοντες καθορίζουν τη σύλληψη και τη γέννηση ατόμων, με επιρρέπεια σε συγκεκριμένες διαταραχές, σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους του έτους. Για παράδειγμα, είναι γνωστό ότι η ψυχογενής ανορεξία εμφανίζει οικογενή κατανομή και, μάλιστα, οι πάσχοντες έχουν συχνά μητέρα με την ίδια διαταραχή. Έχει διατυπωθεί, λοιπόν, η άποψη ότι η συσχέτιση της διαταραχής με τη γέννηση σε συγκεκριμένους μήνες του έτους οφείλεται σε έναν τέτοιο εποχιακό παράγοντα, ο οποίος είναι η θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Οι μήνες Ιούλιος, Αύγουστος και Σεπτέμβριος είναι οι θερμότεροι στο βόρειο ημισφαίριο. Η υψηλή θερμοκρασία του περιβάλλοντος επιτρέπει στον οργανισμό των ανορεκτικών γυναικών να εξασφαλίσει την απαιτούμενη ενέργεια, που τις θέτει σε φάση γονιμότητας. Επομένως, γυναίκες, με ψυχογενή ανορεξία, συλλαμβάνουν συχνότερα κατά τους θερμότερους μήνες του έτους και γεννούν παιδιά, με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αυτής της διαταραχής λόγω κληρονομικής προδιάθεσης. Η υπόθεση αυτή επιχειρεί να ερμηνεύσει την παρατήρηση ότι άτομα, που γεννήθηκαν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο, εμφανίζουν συχνότερα ψυχογενή ανορεξία. Επίσης, επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα αποτελέσματα είναι αντίστροφα στην Αυστραλία, όπου οι μήνες Ιούλιος, Αύγουστος και Σεπτέμβριος είναι ψυχροί, ενώ στην Σιγκαπούρη, όπου η θερμοκρασία παραμένει υψηλή κατά τη διάρκεια του έτους, δεν διαπιστώθηκε εποχιακή επίδραση. Η εμφάνιση της σχιζοφρένειας έχει συσχετιστεί με την ανεπαρκή έκθεση της μητέρας στην ηλιακή ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της κύησης. Ένας μηχανισμός, βάσει του οποίου είναι γνωστό ότι η ηλιακή ακτινοβολία επιδρά στον οργανισμό, είναι η ενεργοποίηση της παραγωγής της βιταμίνης D. Η βιταμίνη αυτή είναι σημαντική για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και - κατά συνέπεια - η ανεπάρκειά της μπορεί να αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του μήνα γέννησης και του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης της νόσου. Όπως αναφέρθηκε, η ανεπάρκεια της βιταμίνης D κατά την κύηση οδήγησε σε μορφολογικές διαταραχές του εγκεφάλου σε πειραματόζωα. Συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε αύξηση του μεγέθους των πλαγίων κοιλιών του εγκεφάλου των πειραματόζωων. Επίσης, είναι γνωστό ότι οι σχιζοφρενείς έχουν εγκεφαλικές κοιλίες αυξημένου μεγέθους. Μάλιστα, η χορήγηση αλοπεριδόλης, μίας φαρμακευτικής ουσίας που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας, επέτυχε να περιορίσει την υπερκινητική συμπεριφορά των πειραματόζωων. Δεδομένου ότι η βιταμίνη D μπορεί να μεταβάλλει τη γονιδιακή έκφραση, η ανεπάρκειά της συνεπάγεται - πιθανώς - έλλειψη σημαντικών πρωτεϊνών και, συνεπώς, αυτή είναι η βάση πρόκλησης της διαταραχής. Για την επιβεβαίωση, όμως, αυτής της υπόθεσης είναι σημαντικό να αποκαλυφθούν στοιχεία, που να συνδέουν άμεσα την ανεπάρκεια της βιταμίνης D και την εμφάνιση της νόσου στους ανθρώπους.
Μία διαφορετική προσέγγιση της αιτιοπαθογένειας των ψυχικών διαταραχών αποτελεί η εξέταση των αλλαγών της γονιδιακής έκφρασης εκείνων των περιοχών του γενετικού υλικού, οι οποίες κωδικοποιούν συγκεκριμένους νευροδιαβιβαστές που συνδέονται με το συναίσθημα. Συγκεκριμένα έχουν μελετηθεί το γονίδιο της υδροξυλάσης της τρυπτοφάνης, που περιορίζει τη σύνθεση της σεροτονίνης και ενοχοποιείται για την εμφάνιση κατάθλιψης και αυτοκτονικής συμπεριφοράς, το γονίδιο του μεταφορέα της σεροτονίνης, που συσχετίζεται με την εμφάνιση κατάθλιψης και διπολικής διαταραχής, και το γονίδιο του υποδοχέα D4 της ντοπαμίνης, μία μορφή του οποίου συνδέεται με την ψύχωση. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι, εφόσον μία συγκεκριμένη μορφή ενός γονιδίου προδιαθέτει για την εμφάνιση μίας ψυχικής διαταραχής και υπάρχει κάποιος εποχιακός παράγοντας κατά την κύηση ή τη γέννηση που προκαλεί ενεργοποίηση αυτού του γονιδίου, τότε είναι λογικό η μορφή αυτή του γονιδίου να υπάρχει σε αυξημένη συχνότητα σε ασθενείς με τη συγκεκριμένη διαταραχή, που γεννήθηκαν σε συγκεκριμένες εποχιακές συνθήκες. Πράγματι, έχει διαπιστωθεί μία εποχιακή επίδραση στο γονίδιο της σεροτονίνης σε άνδρες με κατάθλιψη (οι περισσότεροι γεννήθηκαν τον Ιανουάριο). Το ίδιο συμβαίνει σε άνδρες με διπολική διαταραχή σε σχέση με το γονίδιο της υδροξυλάσης της τρυπτοφάνης. Γυναίκες με σχιζοφρένεια εμφάνισαν εποχιακές επιδράσεις στο γονίδιο της ντοπαμίνης, με τις περισσότερες να έχουν γεννηθεί τον Οκτώβριο και - σε μικρότερο ποσοστό - τον Απρίλιο. Τα ευρήματα αυτά προέρχονται από τη μελέτη 950 ασθενών με σχιζοφρένεια, κατάθλιψη ή διπολική διαταραχή. Επίσης, εποχιακές επιδράσεις έχουν συσχετιστεί με τα επίπεδα της σεροτονίνης, της ντοπαμίνης και της νορ-αδρεναλίνης και κατ΄ επέκταση με χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως είναι η αναζήτηση καινοτόμων λύσεων ή η εξάρτηση από την επιβράβευση των άλλων. Για παράδειγμα, άτομα, με χαμηλά επίπεδα του μεταβολίτη της σεροτονίνης 5-ΗΙΑΑ, ήταν περισσότερο πιθανό να έχουν γεννηθεί μεταξύ των μηνών Φεβρουαρίου και Απριλίου, όπως συμβαίνει και με τα άτομα που εμφανίζουν διαταραχές του συναισθήματος. Τα ευρήματα αυτά υποστηρίζουν την υπόθεση ότι ο μήνας γέννησης επιδρά στα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, μέσω της εποχιακής επίδρασης στην γονιδιακή έκφραση περιοχών του γενετικού υλικού, οι οποίες κωδικοποιούν νευροδιαβιβαστές που συνδέονται με το συναίσθημα. Όμως, οι εποχιακοί αυτοί παράγοντες δεν έχουν αναγνωριστεί έως σήμερα.

Άσθμα

Ο κίνδυνος εμφάνισης άσθματος έχει συσχετιστεί με διάφορους παράγοντες, όπως είναι η κληρονομικότητα και η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση ή τον καπνό του τσιγάρου. Σε μία μελέτη, κατά την οποία αξιολογήθηκαν συγκριτικά οι ιατρικοί φάκελοι των συμμετεχόντων σε σχέση με την ημερομηνία γέννησης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη αυξημένου κινδύνου εμφάνισης άσθματος κατά την παιδική ηλικία σε άτομα, που γεννήθηκαν κατά τους μήνες του φθινοπώρου. Οι ερευνητές επιχείρησαν να ερμηνεύσουν αυτό το εύρημα σε σχέση με την πρώιμη έκθεση σε ιούς του αναπνευστικού συστήματος, η οποία είναι συχνή σε αυτή την εποχή του έτους. Στην πραγματικότητα, παρόλο που υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη μεταβλητότητα του κινδύνου εμφάνισης της νόσου σε σχέση με τον μήνα γέννησης, η μελέτη των γνωστών αλλεργιογόνων, ως πιθανών αιτιολογικών παραγόντων, είναι περιορισμένη. Για αυτό το λόγο, μία διαφορετική ερευνητική κατεύθυνση επιχειρεί να αξιολογήσει τη σημασία της πρώιμης έκθεσης σε ομάδες μυκήτων του εξωτερικού περιβάλλοντος και τη γύρη των φυτών για την εμφάνιση της νόσου. Οι παράγοντες αυτοί είναι γνωστό ότι προκαλούν υποτροπή των συμπτωμάτων σε άτομα, που ήδη πάσχουν από άσθμα. Όμως, δεν είναι σαφές κατά πόσο συμμετέχουν στην αρχική εμφάνιση της νόσου. Βάσει αυτής της υπόθεσης αξιολογήθηκε η σχέση μεταξύ του μήνα γέννησης και της εμφάνισης της νόσου όσον αφορά τις συγκεντρώσεις των σπόρων μυκήτων και της γύρης στο περιβάλλον, οι οποίες ακολουθούν εποχιακά πρότυπα. Πράγματι, διαπιστώθηκε ένα εποχιακό πρότυπο, με τα άτομα που γεννήθηκαν κατά τους μήνες του φθινοπώρου και του χειμώνα να εμφανίζουν αυξημένη πιθανότητα εκδήλωσης επεισοδίων δύσπνοιας έως την ηλικία των 24 μηνών. Σημειώνεται ότι αυτή η περίοδος του έτους αποτελεί το χρονικό διάστημα με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις σπόρων μυκήτων στο περιβάλλον. Επίσης, είναι σημαντικό ότι η διαπιστούμενη συσχέτιση, μεταξύ αυτών των αλλεργιογόνων και της εμφάνισης της νόσου, είναι ανεξάρτητη από άλλους εποχιακούς παράγοντες, όπως είναι οι λοιμώξεις του κατωτέρου αναπνευστικού.

Μυωπία

Παρόλο που γενετικές παράμετροι θεωρείται ότι αποτελούν τον κύριο αιτιολογικό παράγοντα για την εμφάνιση της μυωπίας, έχει διατυπωθεί η άποψη ότι μπορεί να υπάρχει και μία εποχιακή επίδραση με την έννοια ότι άτομα, που γεννήθηκαν το καλοκαίρι, είναι περισσότερο πιθανό να εμφανίσουν μυωπία σε σχέση με εκείνα, που γεννήθηκαν τον χειμώνα. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι η έκθεση στο φως, κατά τη φάση του τοκετού, προκαλεί βιολογικά σήματα, που επηρεάζουν την ανάπτυξη της ικανότητας του οφθαλμού να εστιάζει και να διαθλά κατάλληλα το φως. Κατά την περιγεννητική περίοδο, η επίδραση του φωτός στην ανάπτυξη της όρασης λαμβάνει χώρα μέσω διάφορων βιολογικών σημάτων μεταξύ της μητέρας και του παιδιού (πριν από τη γέννηση), της άμεσης έκθεσης του νεογνού στο φως (μετά τη γέννηση) ή και των δύο. Πάντως, θεωρείται ότι η επίδραση των επιπέδων του φωτισμού για την εμφάνιση της μυωπίας είναι ασθενής, εάν υπάρχει. Ο κίνδυνος ένα άτομο να εμφανίσει μυωπία μετρίου ή σοβαρού βαθμού είναι μεγαλύτερος, εφόσον έχει γεννηθεί τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο, και μικρότερος, εάν έχει γεννηθεί τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο. Αντίθετα, η ήπια μυωπία δεν συσχετίζεται με την εποχιακή επίδραση της γέννησης ή την περιγεννητική έκθεση στο φως. Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, μόνο ένα τμήμα του πληθυσμού είναι πιθανό να είναι γενετικά προδιατεθειμένο για την ανάπτυξη σοβαρής μυωπίας, εφόσον εκτεθεί σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι η μακρότερη διάρκεια της ημέρας κατά την περιγεννητική περίοδο. Είναι απαραίτητη η περαιτέρω διερεύνηση των μηχανισμών, που συσχετίζονται με την ανάπτυξη και την εξέλιξη της μυωπίας, ώστε να τεθούν κατάλληλα προληπτικά μέτρα σε σχέση με το επίπεδο του φωτισμού κατά την περιγεννητική περίοδο.

Εμμηνόπαυση

Η αναπαραγωγική φάση της ζωής της γυναίκας καθορίζεται από τον αριθμό των ωοκυττάρων, που σχηματίστηκαν κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη, και τον ρυθμό εκφυλισμού τους κατά την ενήλικο ζωή. Η μελέτη περίπου 3.000 μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών στην Ιταλία οδήγησε σε ευρήματα, που υποστηρίζουν τη σχέση μεταξύ του μήνα της γέννησης και της ηλικίας έναρξης της εμμηνόπαυσης. Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, τα ευρήματα αυτά βρίσκονται σε συμφωνία με την ευρέως διαδεδομένη υπόθεση ότι το προγεννητικό περιβάλλον ανάπτυξης του εμβρύου μπορεί να έχει εντυπωσιακές επιδράσεις στη μετέπειτα ζωή. Συγκεκριμένα, διάφορες καταστάσεις κατά την κύηση δεν επηρεάζουν μόνο την κατάσταση της υγείας του νεογνού, αλλά καθορίζουν - έως ένα βαθμό - και την αναπαραγωγική υγεία κατά τη διάρκεια της ενηλίκου ζωής. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η πρωιμότερη έναρξη της εμμηνόπαυσης παρατηρήθηκε σε γυναίκες με ημερομηνία γέννησης εντός του μηνός Μαρτίου, ενώ η πλέον καθυστερημένη σε γυναίκες, που γεννήθηκαν τον μήνα Οκτώβριο. Κατά μέσο όρο, η παρατηρούμενη χρονική διαφοροποίηση ήταν 15 μήνες, με τις πρώτες να εισέρχονται στην εμμηνόπαυση σε ηλικία 48 ετών και 9 μηνών και τις δεύτερες να είναι ακόμη γόνιμες σε ηλικία 50 ετών. Τα ευρήματα αυτά είναι πιθανό να συσχετίζονται με διάφορους παράγοντες, όπως είναι η ηλικία έναρξης της εμμήνου ρύσεως, το σωματικό βάρος και το κάπνισμα. Παρόλα αυτά, διαπιστώθηκε ότι η ημερομηνία γέννησης αποτελούσε ένα ανεξάρτητο παράγοντα καθορισμού της ηλικίας εμφάνισης της εμμηνόπαυσης. Βέβαια, η ερμηνεία αυτού του ευρήματος παραμένει ασαφής. Πιθανολογείται ότι οι γυναίκες, που γεννήθηκαν κατά τους μήνες του φθινοπώρου, φέρουν μεγαλύτερο αριθμό ωοκυττάρων, σύμφωνα με τη γενικότερη υπόθεση ότι παράγοντες, όπως είναι η θερμοκρασία του περιβάλλοντος, διατροφικές παράμετροι και η έκθεση στο ηλιακό φως, κατά τη διάρκεια της κύησης επιδρούν στην εμβρυϊκή ανάπτυξη. Μία διαφορετική ερμηνεία, η οποία έχει εξελικτική βάση, υποστηρίζει ότι η μεγαλύτερη διάρκεια της αναπαραγωγικής φάσης της ζωής των γυναικών, που γεννήθηκαν κατά τους μήνες του φθινοπώρου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της επικράτησης των καλύτερα προσαρμοσμένων ατόμων, δεδομένου ότι η πρώιμη θνησιμότητα είναι υψηλότερη σε παιδιά που γεννήθηκαν το φθινόπωρο. Πάντως, η υπόθεση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από άλλες μελέτες.

Μακροζωία

Η αναζήτηση νέων παραγόντων πρόβλεψης της διάρκειας της ζωής του ανθρώπου είναι σημαντική για την κατανόηση των διαφοροποιήσεων, που υπάρχουν, αλλά και για την αποκάλυψη των μηχανισμών, που συσχετίζονται με τη γήρανση και τη μακροζωία. Έχει διατυπωθεί η υπόθεση ότι η διάρκεια της ζωής του ανθρώπου μπορεί να συσχετίζεται με τον μήνα της γέννησής του. Η υπόθεση αυτή προκύπτει από μία μελέτη, σύμφωνα με την οποία γυναίκες, που είχαν γεννηθεί τους μήνες Μάιο και Δεκέμβριο, ζούσαν - κατά μέσο όρο- 3 χρόνια περισσότερο, σε σχέση με αυτές που γεννήθηκαν τον μήνα Αύγουστο. Το εύρημα αυτό προήλθε από την μελέτη 4.911 γενεαλογικών φακέλων γυναικών - μελών αριστοκρατικών οικογενειών της Ευρώπης. Μάλιστα, επειδή οι ερευνητές αρχικά απέδωσαν το εύρημα σε στατιστικό λάθος, επαναξιολόγησαν τα στοιχεία, ελέγχοντας την επίδραση του ημερολογιακού έτους γέννησης, της διάρκειας της ζωής των γονέων, της ηλικίας των γονέων κατά την γέννηση του ατόμου, της απώλειας ενός ή και των δύο γονέων πριν από την ηλικία των 20 ετών και άλλων παραγόντων. Ο μήνας γέννησης παρέμεινε ένας σημαντικός παράγοντας πρόβλεψης της διάρκειας της ζωής των γυναικών, παρά τον συνυπολογισμό των υπολοίπων μεταβλητών. Είναι ενδιαφέρον ότι ένα στοιχείο της πρώιμης φάσης της ζωής ενός ατόμου, όπως είναι ο μήνας γέννησής του, είναι δυνατό να έχει σημαντική επίδραση στη χρονική διάρκεια της ζωής του. Πιθανώς, να σημαίνει ότι υπήρξαν κρίσιμες περίοδοι της πρώιμης φάσης της ζωής των ατόμων, που ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητα σε εποχιακές διαφοροποιήσεις των συνθηκών διαβίωσης στο παρελθόν (όπως είναι, για παράδειγμα, η μη επαρκής πρόσληψη των απαραίτητων βιταμινών). Το εύρημα αυτό βρίσκεται σε συμφωνία με τη θεωρία της γήρανσης, η οποία δίδει ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία των αρχικών επιπέδων βλάβης για τον καθορισμό της διάρκειας της ζωής του κάθε ατόμου. Είναι γνωστό ότι η ανεπάρκεια φολικού οξέος, νιασίνης και των βιταμινών Β12, Β6, C και Ε προκαλεί βλάβες στο DNA, που είναι παρόμοιες με αυτές της ιοντίζουσας ακτινοβολίας (ρήξη μονής ή διπλής αλυσίδας, οξειδωτικές βλάβες), και μπορεί να συμβάλλει στην πρώιμη γήρανση του ατόμου. Κατά αυτή την έννοια, η μικρότερη διάρκεια της ζωής των γυναικών, που γεννήθηκαν τον Φεβρουάριο και τον Αύγουστο, είναι δυνατό να ερμηνευθεί βάσει της εποχιακής ανεπάρκειας αυτών των βιταμινών στο τέλος του χειμώνα και στην αρχή της άνοιξης, σε συνδυασμό με κρίσιμες περιόδους της ανάπτυξης (τρίτος μήνας της κύησης, πρώτοι μήνες της ζωής). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρέπει να πραγματοποιηθούν επιπλέον μελέτες, ώστε να αξιολογηθεί η εποχιακή επίδραση του μήνα της γέννησης ενός ατόμου στη διάρκεια της ζωής του.

Σημασία για τον σχεδιασμό της πρόληψης

Τα τελευταία χρόνια συγκεντρώνεται ένας όλο και μεγαλύτερος αριθμός βιβλιογραφικών αναφορών, που περιλαμβάνουν στοιχεία σχετικά με την επίδραση του μήνα γέννησης στην εμφάνιση ορισμένων φυσιολογικών χαρακτηριστικών ή παθολογικών καταστάσεων. Το ενδιαφέρον με αυτό το πεδίο της έρευνας είναι ότι, παρόλο που σε ορισμένες περιπτώσεις τα μετέπειτα ευρήματα δεν επιβεβαιώνουν προηγουμένως διατυπωμένες συσχετίσεις, υπάρχει μία γενική τάση να διερευνηθεί η συσχέτιση όλο και περισσότερων χαρακτηριστικών και - κυρίως - παθολογικών καταστάσεων με την ημερομηνία γέννησης. Εκτός από τα προφανή επιστημονικά οφέλη της διερεύνησης της βιολογικής βάσης της επίδρασης, που μπορεί να έχουν γεγονότα κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη και την περιγεννητική περίοδο σε απώτερες φάσεις της ζωής του ανθρώπου, τα αποτελέσματα των μελετών είναι πιθανό να αποκτήσουν σημαντική πρακτική αξία στον τομέα της πρόληψης ορισμένων νοσημάτων. Δεδομένου ότι η επίδραση του μήνα γέννησης, για την εκδήλωση μίας παθολογικής κατάστασης, ουσιαστικά πρόκειται για την ταυτόχρονη και συνδυασμένη δράση κάποιων παραγόντων σε μία ορισμένη εποχή του έτους, ο προσδιορισμός αυτών των παραγόντων αποτελεί το πρώτο βήμα για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων τροποποίησής τους. Τα δεδομένα αυτά αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη αξία, αφού - στην πραγματικότητα - αποτελούν τα πρώτα διαθέσιμα στοιχεία για τον σχεδιασμό της πρόληψης κάποιων από αυτές τις παθολογικές καταστάσεις.

No comments: