ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΝΟΥ - ΣΩΜΑΤΟΣ: ΜΠΟΡΕΙ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΝΑ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ;


Οι θεραπείες μυαλού – σώματος επικεντρώνονται στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των νοητικών λειτουργιών του ανθρώπου, των συμπεριφορών που εκδηλώνει και της σωματικής του υγείας. Βασικός σκοπός αυτών των θεραπευτικών μεθόδων είναι η επίτευξη πληρέστερης επίγνωσης των σωματικών και ψυχονοητικών λειτουργιών, ώστε να μπορέσει το άτομο να βελτιώσει την κατάσταση της υγείας του. Ουσιαστικά, στηρίζονται στην παραδοχή ότι ο άνθρωπος έχει εγγενείς αυτοθεραπευτικές ιδιότητες, παρόλο που οι εφαρμοζόμενες τεχνικές διαφέρουν ανάλογα με τη συγκεκριμένη θεραπεία που επιλέγεται. Οι θεραπείες μυαλού – σώματος ανήκουν στις μεθόδους της Ολιστικής Ιατρικής και στην πλειοψηφία τους έχουν ιστορία χιλιάδων ετών. Εξαιτίας της επικράτησης του τρόπου θεώρησης των νοσημάτων βάσει της δυτικής Ιατρικής, αντιμετωπίζονταν μέχρι πρόσφατα με καχυποψία στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Ωστόσο, μία σειρά από ερευνητικά δεδομένα έχουν μεταβάλει ως έναν βαθμό αυτή τη στάση, τόσο όσον αφορά την επιστημονική κοινότητα όσο και την κοινή γνώμη.

Διαχρονικά, τα πνευματικά φαινόμενα, οι νοητικές λειτουργίες, η συνείδηση και η σχέση τους με την υλική υπόσταση του ανθρώπου έχουν αποτελέσει βασικό πεδίο της φιλοσοφικής αναζήτησης. Σε αυτό το πλαίσιο, ο προσδιορισμός της μορφής που λαμβάνει η αλληλεπίδραση του μυαλού και του σώματος κατέχει κεντρική θέση. Απαντήσεις στο συγκεκριμένο ερώτημα επιχειρούν να δώσουν δύο – αντίθετες μεταξύ τους – σχολές σκέψης. Η πρώτη θεωρεί ότι το μυαλό και το σώμα είναι δύο διαφορετικές οντότητες. Φυσικά, υπάρχουν διαφοροποιήσεις μεταξύ των θεωριών των διαφόρων φιλοσόφων. Ορισμένοι δέχονται ότι ο νους είναι μία απόλυτα διακριτή οντότητα, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι αποτελεί σύνολο ανεξάρτητων πνευματικών στοιχείων που πηγάζουν από τον εγκέφαλο, αλλά δεν περιορίζονται σε αυτόν. Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη σχολή σκέψης εκφράζει την αρχή ότι ο νους και το σώμα δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως διαφορετικές οντότητες.

Όσο το πρόβλημα της σχέσης του μυαλού και του σώματος παραμένει στο επίπεδο της φιλοσοφικής αναζήτησης, παρόλο που κινητοποιεί την ανθρώπινη σκέψη, δεν φαίνεται να αφορά άμεσα την καθημερινότητα. Όμως, τις τελευταίες δεκαετίες, όλο και περισσότεροι ασθενείς στις δυτικές χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας) αναζητούν λύση στο πρόβλημα της υγείας που αντιμετωπίζουν υποβαλλόμενοι σε μία από τις λεγόμενες θεραπείες μυαλού – σώματος. Αν και σχετικά καινούργιες για την κοινή γνώμη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, οι ολιστικές αυτές προσεγγίσεις έχουν διατηρηθεί για χιλιάδες χρόνια στις ανατολικές κοινωνίες. Σύμφωνα με την Ολιστική Ιατρική, η σχέση μυαλού – σώματος παίζει βασικό ρόλο στην προσπάθεια αποκατάστασης της υγείας και ο θεραπευτής οφείλει να εξετάσει και να συνυπολογίσει τις σωματικές, ψυχικές και πνευματικές παραμέτρους κάθε ασθενούς. Συνεπώς, η στόχευση της δυτικής Ιατρικής για τη μεμονωμένη αποκατάσταση των εκάστοτε σωματικών διαταραχών (μέσω της φαρμακοθεραπείας ή των υπολοίπων μεθόδων) εκφράζει μία μονοδιάστατη προσέγγιση στη θεραπευτική των νοσημάτων. Αντίθετα, οι θεραπείες μυαλού – σώματος αποσκοπούν στην επιστράτευση της δύναμης των ιδεών και των συναισθημάτων του ασθενούς για την αντιμετώπιση των σωματικών προβλημάτων.

Τα περισσότερα αρχαία θεραπευτικά συστήματα, όπως είναι η Παραδοσιακή Κινεζική Ιατρική και η Αγιουρβέδα (Ayurveda), επικεντρώνονται στις διάφορες όψεις της σχέσης μυαλού – σώματος. Βασιζόμενα σε μία παράδοση άνω των 2.000 ετών, περιλαμβάνουν θεραπευτικές πρακτικές που στηρίζονται στην παραδοχή ότι το μυαλό κατέχει σημαντική θέση στη διαδικασία της θεραπείας. Στην ίδια κατεύθυνση, ο Ιπποκράτης αναγνώριζε την ύπαρξη πνευματικών χαρακτηριστικών σε αυτή τη διαδικασία και θεωρούσε ότι η θεραπεία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον συνυπολογισμό των συμπεριφορών του ασθενούς και των περιβαλλοντικών επιδράσεων που δέχεται. Επίσης, ήταν από τους πρώτους που υποστήριξαν τη σημασία της αυτοθεραπευτικής δύναμης κάθε ανθρώπου (σε συνδυασμό με τη χορήγηση των κατάλληλων φυσικών συνταγών). Αν και η θεώρηση των νοσημάτων σε σωματικό και πνευματικό επίπεδο διατηρήθηκε στα ανατολικά θεραπευτικά συστήματα, ορισμένες εξελίξεις στον δυτικό κόσμο, μετά τον 16ο αιώνα, οδήγησαν στην αποδοχή του διαχωρισμού της ψυχοπνευματικής διάστασης του ανθρώπου από το σώμα. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, ο διαχωρισμός αυτός πηγάζει από το ρεύμα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Όσον αφορά συγκεκριμένα την Ιατρική, διάφορα επιτεύγματα (όπως η ανακάλυψη του μικροσκοπίου, του στηθοσκοπίου ή οι χειρουργικές τεχνικές) προσέφεραν πρόσβαση στους μελετητές της εποχής σε έναν «καινούργιο κόσμο» κυττάρων, ιστών και ανεξερεύνητων οργανικών λειτουργιών, ο οποίος φαινόταν απομακρυσμένος από τον κόσμο των ιδεών και των συναισθημάτων. Η μετέπειτα ανακάλυψη των βακτηρίων και (ακόμα πιο πρόσφατα) των αντιβιοτικών παρείχε επιπλέον επιχειρήματα για την απόρριψη της ιδέας ότι η ψυχοπνευματική κατάσταση του ανθρώπου μπορεί να επηρεάσει τη σωματική υγεία.

Με φιλοσοφικούς όρους, είναι προφανές ότι η σύγχρονη δυτική Ιατρική οικοδομήθηκε σύμφωνα με τη σχολή σκέψης που εκλαμβάνει το μυαλό και το σώμα ως ανεξάρτητες οντότητες. Ωστόσο, ήδη από τον προηγούμενο αιώνα, ορισμένοι δυτικοί επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η συγκεκριμένη θεραπευτική κατεύθυνση παραβλέπει σημαντικά στοιχεία. Τη δεκαετία του ΄20, χάρη στο ερευνητικό έργο του Walter Cannon αποκαλύφθηκε η άμεση σχέση του στρες με νευροενδοκρινικές αποκρίσεις στα ζώα. Ο ερευνητής περιέγραψε το φαινόμενο της ενεργοποίησης του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και της έκκρισης αδρεναλίνης όταν ένα ζώο βρίσκεται αντιμέτωπο με μία απειλητική κατάσταση. Υπό αυτές τις σωματικές συνθήκες, το ζώο καλείται να επιλέξει εάν θα παραμείνει στον τόπο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή θα τραπεί σε φυγή (αντίδραση μάχης ή φυγής). Αργότερα, διαπιστώθηκε ότι αντίστοιχες φυσιολογικές διεργασίες εξελίσσονται και στον άνθρωπο. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το θέμα της πνευματικής συνιστώσας της θεραπείας επανήλθε αναγκαστικά στο προσκήνιο. Με αφορμή την έλλειψη της μορφίνης στο πεδίο της μάχης, ο ιατρός Henry Beecher χορηγούσε φυσιολογικό ορό στους τραυματισμένους στρατιώτες για την ανακούφιση από το άλγος. Διαπιστώνοντας ότι η πρακτική αυτή επέφερε αποτέλεσμα, συνέχισε τις μελέτες του μετά τη λήξη του πολέμου και έδειξε ότι έως και το 35% της θεραπευτικής επίδρασης κάθε φαρμάκου μπορεί να αποδοθεί στην πίστη του ασθενούς για την αποτελεσματικότητά του (φαινόμενο placebo). Το 1964, ο ψυχίατρος George Solomon παρατήρησε την επιβάρυνση της κλινικής εικόνας ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα όταν εκδηλώνουν καταθλιπτικά συμπτώματα. Βάσει αυτής της παρατήρησης άρχισε να μελετάει την επίδραση των συναισθημάτων στη διεργασία της φλεγμονής και – γενικότερα – στο ανοσοποιητικό σύστημα. Το πεδίο έρευνας που προέκυψε από τις μελέτες του, ονομάσθηκε Ψυχονευροανοσολογία. Ακόμα, τις δεκαετίες του ΄60 και του ΄70, ο ιατρός Herbert Benson πραγματοποίησε έρευνες σχετικά με τους μηχανισμούς βάσει των οποίων ο διαλογισμός επηρεάζει την αρτηριακή πίεση. Σε αυτόν τον ερευνητή αποδίδεται ο όρος «απόκριση χαλάρωσης» (relaxation response). Το 1975, επετεύχθη πληρέστερη κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μυαλού – σώματος χάρη στα ευρήματα του ψυχολόγου Robert Ader, ο οποίος έδειξε ότι νοητικά και συναισθηματικά στοιχεία είναι δυνατό να επηρεάσουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Σήμερα, στον δυτικό κόσμο έχει αναγεννηθεί το ενδιαφέρον για τα παραδοσιακά θεραπευτικά συστήματα (όπως είναι η yoga και ο διαλογισμός), αλλά και σχετικά με πιο σύγχρονες μεθόδους θεραπείας μυαλού - σώματος. Η «εκπαίδευση» του μυαλού να επικεντρώνεται στο σώμα, χωρίς να επιτρέπεται οποιαδήποτε διάσπαση της προσοχής, αποτελεί το σημείο – κλειδί κατά την εφαρμογή τους. Μόνο σε αυτή την κατάσταση αυξημένης συγκέντρωσης, θεωρείται ότι το άτομο είναι δυνατό να βελτιώσει την υγεία του. Απαλλαγμένες σε μεγάλο βαθμό από την αμφισβήτηση παλαιότερων δεκαετιών, οι συγκεκριμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις διδάσκονται πλέον σε αντίστοιχα προγράμματα αναγνωρισμένων πανεπιστημίων των ΗΠΑ και άλλων χωρών του δυτικού κόσμου. Παραδείγματα αποτελούν η βιοανάδραση, η γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία και οι διάφορες τεχνικές χαλάρωσης. Πράγματι, οι θεραπείες μυαλού – σώματος αντιστοιχούν σε μεγάλο τμήμα των υπηρεσιών συμπληρωματικής – εναλλακτικής Ιατρικής που παρέχονται σε ασθενείς στις ΗΠΑ. Το 2002, άνω του 30% του ενήλικου πληθυσμού της χώρας είχε υποβληθεί σε βιοανάδραση, ύπνωση και ορισμένες τεχνικές χαλάρωσης – οραματισμού.

Η κατανόηση της σύνδεσης του μυαλού με το σώμα προϋποθέτει γνώσεις Ψυχολογίας, Νευρολογίας και Ανοσολογίας. Γενικά, υπάρχουν δύο τύποι σύνδεσης μεταξύ του εγκεφάλου και του υπολοίπου σώματος:
1. Οι προσαγωγές οδοί, οι οποίες μεταφέρουν μηνύματα από τους μύες και τους αδένες προς τον νωτιαίο μυελό και τον εγκέφαλο. Μέσω αυτών των μηνυμάτων, ο εγκέφαλος αποκτά τις απαραίτητες πληροφορίες για τη ρύθμιση της ορμονικής έκκρισης.
2. Οι απαγωγές οδοί, οι οποίες μεταφέρουν μηνύματα από τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό προς τους μύες, τους αδένες και τα υπόλοιπα όργανα του σώματος. Ορισμένα από αυτά τα μηνύματα αφορούν δομές και κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι ορμόνες είναι χημικές ουσίες που παράγονται από τους ενδοκρινείς αδένες και απελευθερώνονται στην αιματική κυκλοφορία για τον έλεγχο της λειτουργίας διαφόρων οργάνων. Μεταξύ άλλων παραγόντων, οι ορμονικές εκκρίσεις επηρεάζονται και από συναισθηματικές μεταβολές που επιδρούν στον υποθάλαμο. Ο υποθάλαμος αποτελεί τη βασική περιοχή του εγκεφάλου όπου αλληλεπιδρούν το νευρικό και το ενδοκρινικό σύστημα. Μέσω χημικών μηνυμάτων ελέγχει τη λειτουργία της υπόφυσης, ενός κεντρικού αδένα ο οποίος με τη σειρά του ελέγχει τις ορμονικές εκκρίσεις άλλων ενδοκρινών αδένων του σώματος. Κατά αυτή την έννοια, η ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου, συμπεριλαμβανομένης αυτής που προκαλείται από τις σκέψεις και τα συναισθήματα, είναι δυνατό να προκαλέσει την απελευθέρωση χημικών μηνυμάτων από την υπόφυση, τα οποία οδηγούν σε αύξηση των επιπέδων ορμονών (π.χ. της αδρεναλίνης) στην κυκλοφορία του αίματος. Συνεπώς, τα επίπεδα των ορμονών συνδέονται με μεταβολές της ψυχικής διάθεσης και, αντίστροφα, οι συναισθηματικές μεταβολές επηρεάζουν την έκκριση των ορμονών.

Ταυτόχρονα, μέσω των ίδιων κυκλωμάτων, ο εγκέφαλος διατηρεί υπό τον έλεγχό του τις αμυντικές λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος. Έτσι, οι σκέψεις, τα συναισθήματα ή οι ιδέες είναι δυνατό είτε να προάγουν είτε να αναστείλουν τις ανοσολογικές αποκρίσεις του οργανισμού, πυροδοτώντας διαφορετικές βιοχημικές αντιδράσεις. Για αυτόν τον λόγο, η προσωπικότητα του ατόμου φαίνεται να επηρεάζει την εξέλιξη των νοσημάτων που εμφανίζει. Αντιλήψεις, ιδέες και συναισθήματα ενεργοποιούν επαναλαμβανόμενα τις ίδιες απαγωγές οδούς, διαμορφώνοντας εν μέρει τις πιθανότητες εμφάνισης των παθολογικών καταστάσεων και την πρόγνωσή τους στον άνθρωπο.

Όλο και περισσότερα ερευνητικά δεδομένα συνηγορούν στο ότι το νευρικό και το πεπτικό σύστημα συνδέονται στενά μεταξύ τους. Μάλιστα, ο αριθμός των νευρικών κυττάρων στο έντερο είναι συγκρίσιμος με τον αντίστοιχο του νωτιαίου μυελού στη σπονδυλική στήλη. Υπάρχει μία συνεχής ανταλλαγή ηλεκτρικών και χημικών μηνυμάτων ανάμεσα στα δύο συστήματα. Πλέον, η σύνδεση θεωρείται τόσο ισχυρή ώστε οι ερευνητές κάνουν λόγο για την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου άξονα εγκεφάλου – πεπτικού στο σώμα (brain – gut axis). Ο εγκέφαλος στέλνει χημικά μηνύματα (ακετυλοχολίνη, αδρεναλίνη) στο πεπτικό σύστημα, τα οποία ρυθμίζουν τις γαστρικές εκκρίσεις και την κινητικότητα του στομάχου και του εντέρου. Από την άλλη πλευρά, ηλεκτρικά σήματα από το πεπτικό προς τον εγκέφαλο συμβάλλουν στην αντίληψη της πείνας, της ναυτίας ή του άλγους.

Επίσης, είναι πιθανό το γαστρεντερικό σύστημα να επηρεάζει τη διαμόρφωση της συναισθηματικής κατάστασης του ατόμου. Το πνευμονογαστρικό είναι ένα μεγάλο νεύρο, το οποίο συνδέει τον εγκέφαλο με το πεπτικό. Σύμφωνα με την καθιερωμένη αντίληψη, βασικός λειτουργικός του ρόλος είναι η ρύθμιση της παραγωγής οξέος στον στόμαχο. Όμως, πλέον, οι ερευνητές γνωρίζουν ότι το 95% των νευρικών ινών, οι οποίες συνιστούν το πνευμονογαστρικό, είναι προσαγωγές, δηλαδή μεταφέρουν μηνύματα προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αν και δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως η φύση αυτών των μηνυμάτων, διαπιστώθηκε ότι η διέγερση του νεύρου με διαφορετικές συχνότητες μπορεί να προκαλέσει στον άνθρωπο άγχος ή αίσθημα ευεξίας. Βάσει αυτών των ευρημάτων, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι πιθανώς να αναθεωρηθεί η αντίληψη του μηχανισμού δράσης των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, μίας ιδιαίτερα σημαντικής ομάδας αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Τα φάρμακα αυτά πιστεύεται ότι περιορίζουν τα καταθλιπτικά συμπτώματα μέσω της αύξησης των επιπέδων της σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Ωστόσο, το 95% της σεροτονίνης του οργανισμού εντοπίζεται στο πεπτικό σύστημα. Συνεπώς, υπάρχει πιθανότητα τα φάρμακα – στην πραγματικότητα – να δρουν αυξάνοντας τη σεροτονίνη στο έντερο και μεταβάλλοντας τα μηνύματα που μεταφέρονται μέσω του πνευμονογαστρικού στον εγκέφαλο.

Το 1989, ο Δρ David Spiegel και οι συνεργάτες του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Stanford των ΗΠΑ, πραγματοποίησαν μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη αξιολόγησης της θεραπευτικής δύναμης του μυαλού. Από μία ομάδα 86 γυναικών με καρκίνο μαστού τελικού σταδίου, οι μισές υποβλήθηκαν στην καθιερωμένη θεραπεία και οι υπόλοιπες, παράλληλα με αυτή, παρακολουθούσαν ένα πρόγραμμα εβδομαδιαίων υποστηρικτικών συνεδριών. Κατά τη διάρκεια των συνεδριών, οι συμμετέχουσες είχαν την ευκαιρία να μοιρασθούν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, η επιβίωση των ασθενών της δεύτερης ομάδας ήταν περίπου διπλάσια αυτής της πρώτης. Σε μία παρόμοια κλινική μελέτη το 1999, διαπιστώθηκε ότι το αίσθημα της απελπισίας συσχετίζεται με μικρότερη πιθανότητα επιβίωσης στις ασθενείς με καρκίνο μαστού. Άλλες κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι ο διαλογισμός επηρεάζει τη συναισθηματική κατάσταση και τα συμπτώματα ασθενών με διάφορες παθολογικές καταστάσεις (π.χ. αρτηριακή υπέρταση, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, καρκίνος).

Ευρήματα, όπως των ανωτέρω μελετών, αποκτούν μεγαλύτερη εγκυρότητα εάν είναι δυνατό να ερμηνευθούν βάσει μηχανισμών του ανθρωπίνου οργανισμού. Όπως αναφέρθηκε, όταν ένα άτομο βρίσκεται σε κατάσταση σωματικού ή ψυχικού στρες, προκαλούνται συγκεκριμένες μεταβολές της νευροενδοκρινικής λειτουργίας του οργανισμού, οι οποίες ασκούν επιδράσεις σε όλα τα όργανα. Για παράδειγμα, το στρες, το οποίο προκαλείται από την επιθετικότητα και το άγχος, είναι δυνατό να οδηγήσει σε διαταραχές της καρδιακής λειτουργίας και της δραστηριότητας του ανοσοποιητικού συστήματος. Παρομοίως, το αίσθημα δυσθυμίας και η κατάθλιψη διαταράσσουν την εγγενή ικανότητα επανόδου σε ισορροπία του οργανισμού. Μάλιστα, συγκεκριμένα συναισθήματα και συμπεριφορές έχουν συνδεθεί με αντίστοιχες παθολογικές καταστάσεις. Έτσι, οι συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από επιθετικότητα πιστεύεται ότι αυξάνουν τον κίνδυνο της στεφανιαίας νόσου, της παχυσαρκίας (ιδιαίτερα της συγκέντρωσης λιπώδους ιστού στην κοιλιακή χώρα), της εμφάνισης του φαινομένου της αντοχής στην ινσουλίνη (μπορεί να οδηγήσει σε σακχαρώδη διαβήτη) και των δυσλιπιδαιμιών (υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων και μείωση των επιπέδων της λιποπρωτεΐνης υψηλής πυκνότητας - HDL). Επίσης, η αρτηριακή υπέρταση έχει συνδεθεί με την αμυντική στάση στη ζωή, τη μη έκφραση των συναισθημάτων και το αίσθημα απελπισίας. Πάντως, σημειώνεται ότι δεν υπάρχουν ευρήματα που να υποστηρίζουν την απευθείας πρόκληση νοσημάτων εξαιτίας των αρνητικών συναισθημάτων. Μάλλον, οι ερευνητές καταλήγουν στο ότι το stress και τα αρνητικά συναισθήματα αποτελούν νοσογόνους παράγοντες, οι οποίοι συμμετέχουν στην εκδήλωση των παθολογικών καταστάσεων. Ταυτόχρονα, υπάρχουν ορισμένα σωματικά συμπτώματα, τα οποία πλέον αναγνωρίζονται ως πιθανές εκδηλώσεις προβλημάτων της ψυχικής σφαίρας. Σε αυτή την ομάδα ανήκουν η εμφάνιση γενικευμένου άλγους σε διάφορα σημεία του σώματος, αλλά και η αυχεναλγία ή η οσφυαλγία, ο κνησμός, οι κεφαλαλγίες, η αύξηση της αρτηριακής πίεσης, το προκάρδιο άλγος και το αίσθημα παλμών στο στήθος, η δύσπνοια, οι μεταβολές της όρεξης, η δυσκοιλιότητα, η διάρροια και οι σεξουαλικές διαταραχές.

Τέλος, διάφοροι ερευνητές έχουν μελετήσει την επίδραση της θρησκείας στην κατάσταση της υγείας του ανθρώπου. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι σε μία πρόσφατη μελέτη ατόμων που είχαν εκτεθεί στον ιό HIV, όσοι πίστευαν στην ύπαρξη του Θεού χαρακτηρίζονταν από μεγαλύτερη πιθανότητα να ζήσουν περισσότερο σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, παρόλο που όλοι έπασχαν από το σύνδρομο της επίκτητης ανοσοανεπάρκειας (AIDS). Γενικά, η πλειοψηφία των ερευνητών συμφωνεί ότι θρησκευτικά στοιχεία (π.χ. ελπίδα, συγχώρεση), η προσευχή και η ύπαρξη ενός υποστηρικτικού κοινωνικού περιβάλλοντος (όπως αυτό που αναπτύσσεται στις διάφορες θρησκευτικές κοινότητες) έχουν αξιοσημείωτη επίδραση στην υγεία και στη διαδικασία της θεραπείας.

Όταν ο ανθρώπινος οργανισμός βρίσκεται σε κατάσταση στρες, εμφανίζονται μία σειρά τυπικών σωματικών εκδηλώσεων. Ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση αυξάνονται, οι αναπνοές είναι ταχείες, παρουσιάζεται έντονη εφίδρωση στις παλάμες και αναπτύσσεται σημαντική τάση σε πολλές μυϊκές ομάδες. Εφόσον η κατάσταση αυτή παραταθεί χρονικά (εξαιτίας των ερεθισμάτων που την πυροδοτούν) και το άτομο δεν λάβει μέτρα για την αποτελεσματική διαχείρισή της, υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει στην εμφάνιση διάφορων παθολογικών καταστάσεων (π.χ. καρδιοπάθειες, αρτηριακή υπέρταση, αλλεργίες, άσθμα, ημικρανίες, πεπτικές διαταραχές, δερματοπάθειες). Με αυτόν τον τρόπο, οι μηχανισμοί επίδρασης του στρες στα διάφορα οργανικά συστήματα συμμετέχουν στην εκδήλωση των νοσημάτων.

Ανοσοποιητικό σύστημα. Τόσο τα αρνητικά, όσο και τα θετικά συναισθήματα φαίνεται ότι επηρεάζουν την ακεραιότητα του ανοσοποιητικού συστήματος. Σε μία μελέτη, κατά την οποία οι συμμετέχοντες εκτέθηκαν εσκεμμένα σε ιό του αναπνευστικού συστήματος, όσοι ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα άγχους ή αρνητικά συναισθήματα την περίοδο της έκθεσης ανέπτυξαν σοβαρότερες λοιμώξεις σε σύγκριση με τους υπόλοιπους. Επιπλέον, πρόσφατες μελέτες καταλήγουν στο ότι οι άνθρωποι, οι οποίοι βιώνουν περισσότερα θετικά συναισθήματα, εμφανίζουν μεγαλύτερη αντοχή έναντι των κρυολογημάτων. Στην πραγματικότητα, μία βραχυχρόνια στρεσογόνος κατάσταση ενισχύει τη λειτουργικότητα του ανοσοποιητικού συστήματος. Όμως, εάν αυτή παραταθεί χρονικά, επέρχεται καταστολή των ανοσολογικών αποκρίσεων. Τόσο η κυτταρική όσο και η χυμική (παραγωγή αντισωμάτων) ανοσία διαταράσσονται από τη μακροχρόνια δράση στρεσογόνων παραγόντων, καθιστώντας τον άνθρωπο επιρρεπή σε λοιμώξεις από ιούς, βακτήρια, μύκητες ή παράσιτα. Ακόμα, αυξάνεται η ευπάθεια του ατόμου σε περιβαλλοντικές τοξίνες και στην ατμοσφαιρική ρύπανση.

Γενικά, η σχέση του στρες με το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ευρεία. Περιλαμβάνει μηχανισμούς μέσω των οποίων ερμηνεύεται η σημασία των στρεσογόνων παραγόντων για την εμφάνιση πολλών παθολογικών καταστάσεων, από το κοινό κρυολόγημα και τα αυτοάνοσα νοσήματα έως το AIDS και τις κακοήθεις νεοπλασίες. Πρόσφατα, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας αποκάλυψαν τα πρώτα στοιχεία της σχέσης σε κυτταρικό επίπεδο. Κάθε κύτταρο φέρει μία μορφή «βιολογικών ρολογιών» που καλούνται τελομερίδια. Τα τελομερίδια είναι μικρά τμήματα DNA, τα οποία βρίσκονται στην άκρη κάθε χρωμοσώματος. Η διαδικασία της γήρανσης και διάφορα νοσήματα (π.χ. καρδιοπάθειες, οστεοπόρωση) έχουν συσχετιστεί με τη βράχυνση του μήκους των τελομεριδίων. Μάλιστα, προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι ένα ένζυμο (τελομεράση) προφυλάσσει τη λειτουργική ακεραιότητα των κυττάρων του ανοσοποιητικού, διατηρώντας το μήκος των τελομεριδίων. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η κορτιζόλη (ορμόνη του χρόνιου στρες) καταστέλλει τη δράση της τελομεράσης. Το στοιχείο αυτό πιθανώς να ερμηνεύει την ύπαρξη βραχύτερων τελομεριδίων σε άτομα με χρόνιο στρες. Τα ευρήματα της μελέτης δεν υποδεικνύουν μόνο μία πιθανή ερμηνεία των στρεσογόνων επιδράσεων στο ανοσοποιητικό σύστημα, αλλά θέτουν επίσης τη βάση για την ανάπτυξη φαρμακολογικών μεθόδων αποτροπής των ανοσολογικών διαταραχών υπό συνθήκες παρατεταμένου στρες.

Καρδιαγγειακό σύστημα. Πολλοί κλινικοί ιατροί έχουν διαμορφώσει την άποψη ότι το άγχος, το οποίο συνδέεται με προβλήματα στην εργασία ή στις διαπροσωπικές σχέσεις, αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση της στεφανιαίας νόσου, των καρδιακών και των εγκεφαλικών επεισοδίων, αφού έχει προηγηθεί μία σιωπηλή περίοδος αυξημένων τιμών της αρτηριακής πίεσης. Σε έναν ασθενή, όταν η σταθερή αύξηση των τιμών δεν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιο αίτιο, τίθεται η διάγνωση της ιδιοπαθούς υπέρτασης. Η κατάσταση αυτή αφορά την πλειοψηφία των περιπτώσεων υπέρτασης. Είναι πιθανό συναισθηματικοί παράγοντες να συμβάλουν (τουλάχιστον εν μέρει) στην εμφάνιση της διαταραχής. Ωστόσο, η πλειοψηφία των ερευνητικών δεδομένων δεν υποστηρίζει την ύπαρξη αυτής της σχέσης. Αντίθετα, ο Δρ Samuel Mann, ο οποίος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο New York Weill Cornell Medical Center, εκφράζει την άποψη ότι η σχέση μυαλού – σώματος παίζει σημαντικό ρόλο για την εμφάνιση της ιδιοπαθούς υπέρτασης. Θεωρεί ότι ασυνείδητες συγκρούσεις, οι οποίες προκαλούν στρες, οδηγούν στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Επειδή, όμως, αυτές παραμένουν εκτός του συνειδητού, διαφεύγουν της προσοχής τόσο των ιατρών όσο και των ίδιων των ασθενών.

Πεπτικό σύστημα. Η σχέση του στρες με την εμφάνιση έλκους στομάχου ή δωδεκαδακτύλου είναι σύνθετη. Η ανάπτυξη του έλκους συνδέεται με τη μακροχρόνια επίδραση στρεσογόνων παραγόντων και τα υψηλά επίπεδα έκκρισης γαστρικού οξέος. Ταυτόχρονα, ασθενείς με πεπτικό έλκος είναι συχνά επιρρεπείς στο στρες και τείνουν να εμφανίζουν χαρακτηριστικά αγχώδους συμπτωματολογίας. Η ανεπάρκεια ψευδαργύρου, η οποία διαπιστώνεται σε άτομα με χρόνιο άγχος, φαίνεται ότι παίζει ρόλο στην αυξημένη ευαισθησία του γαστρικού βλεννογόνου υπό την επίδραση των υψηλών επιπέδων του γαστρικού οξέος. Ακόμα, η λοίμωξη από το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού, η οποία θεωρείται ως το παθολογικό υπόβαθρο για την ανάπτυξη των ελκών, υποδεικνύει παράλληλα ένα ασθενές ανοσοποιητικό σύστημα. Αρκετά συχνά, αυτό μπορεί να αποτελεί συνέπεια μίας παρατεταμένης περιόδου στρες, την οποία το άτομο δεν κατάφερε να διαχειριστεί με επιτυχία. Συνεπώς, η παθογένεια του πεπτικού έλκους περιλαμβάνει διάφορους οργανικούς και ψυχικούς παράγοντες, οι οποίοι αλληλεπιδρούν και οδηγούν στο παθολογικό αποτέλεσμα.

Άλλες διαταραχές του πεπτικού συστήματος, για την εμφάνιση των οποίων μπορεί να εμπλέκονται στρεσογόνοι παράγοντες, είναι η λειτουργική δυσπεψία, η διάρροια, το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος Crohn. Όπως αναφέρθηκε, δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί η φύση των μηνυμάτων που μεταφέρονται στον άξονα σύνδεσης του εγκεφάλου με το πεπτικό σύστημα. Ωστόσο, είναι σίγουρο ότι το στρες διαταράσσει τη φυσιολογική ροή των μηνυμάτων. Οι ορμόνες του στρες καθιστούν τα κύτταρα του στομάχου και του εντέρου ιδιαίτερα ευαίσθητα στο άλγος. Έτσι, ακόμα και η αναμενόμενη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα προκαλεί έντονη δυσφορία στο άτομο. Επίσης, διαταραχές της εντερικής κινητικότητας οδηγούν στην εμφάνιση διάρροιας ή δυσκοιλιότητας. Στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 ορίστηκαν τα κριτήρια διάγνωσης περισσότερων από είκοσι παθολογικών καταστάσεων, οι οποίες ονομάσθηκαν λειτουργικές παθήσεις του γαστρεντερικού. Για να χαρακτηριστεί μία διαταραχή ως λειτουργική πρέπει να μην αποδίδεται σε τραύμα, λοίμωξη ή άλλη προφανή ανατομική βλάβη. Κεντρική θέση σε αυτή την ομάδα κατέχει το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου. Χαρακτηρίζεται από επώδυνους εντερικούς σπασμούς, μετεωρισμό και εναλλαγές δυσκοιλιότητας και διάρροιας. Οι εκδηλώσεις αυτές επιδεινώνονται σημαντικά σε περιόδους άγχους. Σύμφωνα με μία Αυστραλιανή μελέτη, το χρόνιο στρες ενοχοποιείται για το 97% των μεταβολών των συμπτωμάτων του συνδρόμου. Με παρόμοιο τρόπο, στρεσογόνοι παράγοντες συνδέονται με την εμφάνιση της λειτουργικής δυσπεψίας. Ωστόσο, το στρες φαίνεται να επηρεάζει και μη λειτουργικές παθήσεις του γαστρεντερικού (όπως η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος Crohn), προκαλώντας υποτροπές σε περιόδους έντονης ψυχικής καταπόνησης.

Μυοσκελετικό σύστημα. Η αυξημένη μυϊκή τάση, οι μυϊκοί σπασμοί, η αυχεναλγία και η οσφυαλγία αποτελούν ιδιαίτερα συχνές καταστάσεις. Συνδέονται με περιόδους χρόνιου στρες και την αίσθηση αδυναμίας που πολλοί άνθρωποι νιώθουν όταν αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τους στρεσογόνους παράγοντες στη ζωή τους.

Δέρμα. Σύμφωνα με τα ευρήματα μελετών, το άγχος συσχετίζεται με το 40% των δερματικών παθήσεων. Οι δερματίτιδες και το έκζεμα αποτελούν συχνά άμεση συνέπεια των διαταραχών άγχους. Άλλες δερματοπάθειες, όπως η ψωρίαση, η κνίδωση, η ακμή και ο απλός έρπης, προκαλούνται ή επιδεινώνονται από το χρόνιο στρες.

Σεξουαλική λειτουργία. Η πρώιμη εκσπερμάτωση, οι διαταραχές της στυτικής λειτουργίας, η μειωμένη σεξουαλική διάθεση, ακόμα και οι διαταραχές της γονιμότητας (σε άνδρες και γυναίκες) έχουν συνδεθεί με την ύπαρξη μίας παρατεταμένης – μη επαρκώς διαχειριζόμενης στρεσογόνου κατάστασης. Μάλιστα, κάθε μία από αυτές τις διαταραχές είναι δυνατό να αυξήσει περισσότερο τα επίπεδα άγχους, οδηγώντας τελικά σε έναν φαύλο κύκλο.

Ρύθμιση του σωματικού βάρους. Σε μακροχρόνιες στρεσογόνες περιόδους, τα αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα οδηγούν στη συσσώρεση λιπώδους ιστού (ειδικά γύρω από τη μέση). Η συσσώρευση αυτή πιθανώς αποτελεί απάντηση του οργανισμού στον κίνδυνο ανεπάρκειας της τροφής. Για τον πρωτόγονο άνθρωπο, βασικό στρεσογόνο ερέθισμα ήταν η αδυναμία ανεύρεσης τροφής. Παρά την εντυπωσιακή κοινωνική και τεχνολογική εξέλιξη του ανθρώπου, φαίνεται ότι ορισμένα βιολογικά συστήματα έχουν παραμείνει και απαντούν στα ερεθίσματα με τους ίδιους αρχέγονους τρόπους εκείνης της εποχής.

Ρύθμιση της γλυκόζης αίματος. Κατά την αντίδραση μάχης ή φυγής, η αδρεναλίνη παρεμποδίζει τη δράση της ινσουλίνης. Έτσι, η γλυκόζη παραμένει στην αιματική κυκλοφορία σε καταστάσεις στρες. Εάν ο άνθρωπος βιώνει μία παρατεταμένη στρεσογόνο περίοδο και είναι επιρρεπής στην εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη, τότε τα αυξημένα επίπεδα γλυκόζης του αίματος σε συνδυασμό με την έκκριση της κορτιζόλης μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση της νόσου μετέπειτα στη ζωή. Επίσης, το άγχος επιδεινώνει την κλινική εικόνα ασθενών που ήδη πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.

Τέλος, το στρες συνδέεται με πολλές ψυχοπνευματικές εκδηλώσεις. Η αϋπνία, οι διαταραχές μνήμης, το αίσθημα κόπωσης, η ευερεθιστότητα, η απάθεια, η μειωμένη συγκέντρωση, η κοινωνική απόσυρση και η αύξηση ή η μείωση της όρεξης αποτελούν μερικές μόνο από αυτές. Επίσης, το στρες καθιστά πιο επιρρεπή τον άνθρωπο σε ψυχικά νοσήματα και επιδεινώνεται την κλινική εικόνα των ψυχιατρικών ασθενών. Η κατάθλιψη συνδέεται ισχυρά με την ύπαρξη στρεσογόνων συνθηκών. Τα αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης και οι διαταραχές των νευρομεταβιβαστών σεροτονίνη και νορ-αδρεναλίνη (χαρακτηριστικά ευρήματα του χρόνιου άγχους) εμπλέκονται στην παθογένεια της κατάθλιψης. Παράλληλα, η αδυναμία αποτελεσματικής διαχείρισης μίας παρατεταμένης στρεσογόνου περιόδου οδηγεί συχνά στην αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος, στην έναρξη ή επίταση της καπνιστικής συνήθειας και στη χρήση υπναγωγών ή αγχολυτικών φαρμάκων. Σημαντικός αριθμός ατόμων, τα οποία βιώνουν έντονο άγχος, αναπτύσσουν μία σταθερή τριάδα εξαρτήσεων (κάπνισμα, αλκοολισμός, κατάχρηση καφεΐνης) προσπαθώντας να διαχειριστούν την κατάσταση. Όμως, με αυτόν τον τρόπο μειώνονται περαιτέρω οι ικανότητες προσαρμογής τους και αυξάνεται ο κίνδυνος να εμφανίσουν σοβαρά νοσήματα (π.χ. ηπατοπάθειες, καρκίνος).

Αν και η Καρδιολογία και οι Νευροεπιστήμες ακολουθούσαν διαφορετική πορεία τις προηγούμενες δεκαετίες, οι ερευνητές έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται πλέον τη σημασία των αλληλεπιδράσεων του εγκεφάλου με την καρδιά. Παρατηρείται αρκετά συχνά το φαινόμενο καρδιολογικοί ασθενείς να εκδηλώνουν έντονη καταθλιπτική συμπτωματολογία μετά από ένα καρδιακό επεισόδιο ή και την εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Για αυτόν τον λόγο, το Αμερικανικό Κολλέγιο Καρδιολογίας συνιστά όλοι οι καρδιολογικοί ασθενείς να παρακολουθούνται προσεκτικά για την εμφάνιση κατάθλιψης. Παρόλο που οι αιτίες αυτού του φαινομένου είναι εύκολα αντιληπτές, η αντίστροφη σχέση έχει προκαλέσει μεγαλύτερο ερευνητικό ενδιαφέρον. Φαίνεται ότι άτομα, τα οποία υποφέρουν από κατάθλιψη αλλά έχουν φυσιολογική καρδιακή λειτουργία, βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μίας καρδιοπάθειας. Πράγματι, η κατάθλιψη έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη επίπτωση εμφράγματος του μυοκαρδίου, καρδιακών επεισοδίων και θανάτου εξαιτίας καρδιογενών αιτίων. Σε μία μελέτη της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Saint Louis, διαπιστώθηκε ότι οι άνδρες με κατάθλιψη χαρακτηρίζονται από διπλάσια πιθανότητα εμφάνισης μίας καρδιοπάθειας σε σχέση με τους υπόλοιπους (χωρίς ιστορικό κατάθλιψης). Η πλέον κοινή υπόθεση είναι ότι η κατάθλιψη οδηγεί σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής (μείωση φυσικής δραστηριότητας, αρνητικές διατροφικές επιλογές) που συμβάλλει στην ενίσχυση του καρδιολογικού κινδύνου. Όμως, η σύνδεση μπορεί να είναι περισσότερο σύνθετη και να έχει βιολογική βάση. Διάφορες ερευνητικές ομάδες έχουν επιβεβαιώσει την αύξηση των επιπέδων φλεγμονωδών πρωτεϊνών σε ασθενείς με κατάθλιψη. Οι φλεγμονώδεις διεργασίες αποτελούν στοιχείο της αθηροσκλήρωσης, η οποία ενοχοποιείται για βλάβες των στεφανιαίων αγγείων της καρδιάς. Συνεπώς, έχουν αρχίσει να αποκαλύπτονται μηχανισμοί βάσει των οποίων η κατάθλιψη αποτελεί άμεσο παράγοντα κινδύνου των καρδιοπαθειών.

Οι θεραπείες μυαλού – σώματος είναι δυνατό να βοηθήσουν ασθενείς με διάφορα νοσήματα, καθώς προάγουν τη χαλάρωση, βελτιώνουν τις ικανότητες προσαρμογής, περιορίζουν την ένταση και το άλγος και μειώνουν την αναγκαιότητα χορήγησης φαρμακευτικών ουσιών. Στις ΗΠΑ, παράλληλα με τη φαρμακοθεραπεία, εφαρμόζονται συχνά τέτοιες τεχνικές για την ανακούφιση από το χρόνιο άλγος. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές σε ασθενείς με αρθρίτιδα, επιφέροντας αξιόλογο αναλγητικό αποτέλεσμα (για τουλάχιστον τέσσερα έτη) και μειώνοντας τον αριθμό των επισκέψεων στον ιατρό. Όταν εφαρμόζονται σε άλλες περιπτώσεις οξέος ή χρόνιου άλγους (π.χ. κεφαλαλγίες, οσφυαλγία), παρουσιάζουν ποικίλου βαθμού αποτελεσματικότητα, η οποία εξαρτάται τόσο από το δείγμα των ασθενών όσο και από την τεχνική που τίθεται υπό μελέτη. Η αποτελεσματικότητα των θεραπειών μυαλού – σώματος σε ασθενείς με διάφορους τύπους καρκίνου έχει μελετηθεί στο πλαίσιο μεγάλου αριθμού μελετών. Διαπιστώθηκε ότι μπορεί να συμβάλουν στη βελτίωση της συναισθηματικής κατάστασης και στην προαγωγή της ποιότητας της ζωής των ασθενών, στην ενίσχυση των στρατηγικών προσαρμογής στη νόσο και στον περιορισμό των εκδηλώσεων που είτε οφείλονται στον καρκίνο είτε στην εφαρμοζόμενη θεραπεία (π.χ. ναυτία και έμετος εξαιτίας της χημειοθεραπείας). Ορισμένοι ερευνητές κατέληξαν ότι ασκούν επιδράσεις και σε παραμέτρους της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, ωστόσο παραμένει ασαφές εάν αυτές έχουν την απαιτούμενη βαρύτητα ώστε να επηρεάζουν την πορεία της νόσου ή την πρόγνωση. Σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο, οι θεραπείες μυαλού – σώματος φαίνεται ότι ενισχύουν την αποτελεσματικότητα των συμβατικών καρδιολογικών παρεμβάσεων, περιορίζοντας τη θνησιμότητα και τον κίνδυνο επανεμφάνισης ενός καρδιακού επεισοδίου τουλάχιστον για δύο έτη. Άλλες παθολογικές καταστάσεις, για την αντιμετώπιση των οποίων οι θεραπείες μυαλού – σώματος θεωρείται ότι έχουν θέση, είναι η αρτηριακή υπέρταση, το άσθμα, η παχυσαρκία, οι διαταραχές άγχους, ο σακχαρώδης διαβήτης, οι εκδηλώσεις της εμμηνόπαυσης (ευερεθιστότητα, εξάψεις, κατάθλιψη), η ελκώδης κολίτιδα, η νόσος Crohn και οι λειτουργικές παθήσεις του πεπτικού.

Οι πλέον αντιπροσωπευτικές θεραπείες μυαλού – σώματος είναι η βιοανάδραση, οι διάφορες τεχνικές χαλάρωσης, η ύπνωση και η γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία:
- Βιοανάδραση. Μέσω της βιοανάδρασης, ο άνθρωπος εκπαιδεύεται να ελέγχει συγκεκριμένες σωματικές λειτουργίες, οι οποίες φυσιολογικά εξελίσσονται ασυνείδητα (όπως η ρύθμιση του καρδιακού ρυθμού ή της αρτηριακής πίεσης). Οι διαδικασίες αυτές είναι δυνατό να εκτιμηθούν ποσοτικά και να παρουσιασθούν σε οθόνη, την οποία παρακολουθεί το άτομο. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά γνώση των εσωτερικών διεργασιών στο σώμα του. Κατόπιν, επιχειρεί να τις ελέγξει συνειδητά σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο βαθμό, αποσκοπώντας – για παράδειγμα – στη μείωση των τιμών της αρτηριακής πίεσης. Η βιοανάδραση θεωρείται αποτελεσματική σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις, αλλά εφαρμόζεται συχνότερα για την αντιμετώπιση της κεφαλαλγίας τάσεως, των ημικρανιών και του χρόνιου άλγους.
- Τεχνικές χαλάρωσης. Υπάρχουν διάφορες τεχνικές χαλάρωσης, οι οποίες είναι δυνατό να εφαρμοστούν για την προαγωγή της σωματικής και ψυχικής ευεξίας και την αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων. Σκοπός της τεχνικής της αυτογενούς χαλάρωσης (autogenic training) είναι η επίτευξη μίας κατάστασης βαθιάς χαλάρωσης μέσω της νοερής απεικόνισης και της αύξησης της επίγνωσης των σωματικών λειτουργιών. Το άτομο φαντάζεται έναν γαλήνιο τόπο και κατόπιν επικεντρώνεται στις σωματικές αισθήσεις, κατευθυνόμενο από τα κάτω άκρα προς την κεφαλή. Για παράδειγμα, είναι δυνατό να επικεντρωθεί στην αναπνοή του ή σε έναν ήρεμο καρδιακό ρυθμό. Κατά την εφαρμογή της μεθόδου της προοδευτικής μυϊκής χαλάρωσης, το άτομο προκαλεί σύσπαση και χαλάρωση των διαφόρων μυϊκών ομάδων με βραδύ ρυθμό, αρχίζοντας από τα δάχτυλα των ποδιών και ολοκληρώνοντας τις ασκήσεις στην κεφαλή.
- Διαλογισμός. Ο διαλογισμός αποτελεί μία από τις συχνότερα εφαρμοζόμενες μεθόδους μυαλού – σώματος. Συνιστά μία ενσυνείδητη νοητική διαδικασία, η οποία οδηγεί σε σειρά οργανικών μεταβολών που περιγράφονται με τον όρο απόκριση χαλάρωσης. Οι τεχνικές διαλογισμού παρουσιάζουν ποικιλία. Σύμφωνα με μία από αυτές, οι διαλογιζόμενοι επαναλαμβάνουν μία λέξη ή φράση (mantra). Μία άλλη τεχνική περιλαμβάνει τη διαρκή επικέντρωση του ατόμου στις σκέψεις και στις αισθήσεις του, όπως αυτές προκύπτουν ανά πάσα στιγμή κατά τον διαλογισμό. Ερευνητές έχουν επιχειρήσει να προσδιορίσουν τις περιοχές του εγκεφάλου, οι οποίες ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια του διαλογισμού, μέσω μελετών λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI). Αποδείχθηκε ότι διάφορες περιοχές, που εμπλέκονται στη λειτουργία της προσοχής και στη ρύθμιση του αυτόνομου νευρικού συστήματος, είναι ενεργές. Τα στοιχεία αυτά παρέχουν μία νευροχημική και ανατομική βάση για την ερμηνεία της επίδρασης του διαλογισμού σε διάφορες σωματικές λειτουργίες. Ακόμα, ο διαλογισμός έχει συνδεθεί με αυξημένη δραστηριότητα του πρόσθιου τμήματος του αριστερού εγκεφαλικού ημισφαιρίου, το οποίο συσχετίζεται με τη βίωση θετικών συναισθημάτων.
- Ύπνωση. Κατά τη διάρκεια της ύπνωσης, το σώμα βρίσκεται σε χαλάρωση, αλλά ορισμένα άτομα είναι ιδιαίτερα υποβόλιμα στις προτροπές του θεραπευτή. Στις ΗΠΑ, σημαντικός αριθμός επαγγελματιών ψυχικής υγείας εφαρμόζει την ύπνωση για την αντιμετώπιση των εξαρτήσεων, του άλγους, των διαταραχών άγχους και των φοβιών.
- Γνωσιακή – συμπεριφορική ψυχοθεραπεία. Βασικός στόχος της γνωσιακής – συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας είναι η αναγνώριση και η μεταβολή συγκεκριμένων ιδεών, οι οποίες αποτελούν το υπόστρωμα για την εκδήλωση της παθολογικής συμπεριφοράς. Έτσι, υπό την καθοδήγηση του θεραπευτή, ένα άτομο το οποίο πάσχει από μία φοβία εκτίθεται εσκεμμένα στις συνθήκες ή στο αντικείμενο που του προκαλεί τον φόβο. Ή ένας καταθλιπτικός ασθενής μαθαίνει να αντικαθιστά τις αρνητικές σκέψεις και τα δυσφοριογόνα συναισθήματα με θετικές ιδέες.

Η μειωμένη φυσική δραστηριότητα και οι αρνητικές διατροφικές επιλογές κατά την παιδική και εφηβική ηλικία συσχετίζονται με τη μετέπειτα εμφάνιση παχυσαρκίας και ορισμένων νοσημάτων της ενήλικης ζωής (π.χ. αρτηριακή υπέρταση, δυσλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης). Παρόλο που οι κλινικοί ιατροί επιθυμούν την πρώιμη αντιμετώπιση των υποκείμενων διαταραχών, η χορήγηση φαρμάκων σε παιδιά και εφήβους ενέχει τον κίνδυνο σοβαρών παρενεργειών. Για αυτόν τον λόγο, η ερευνητική προσπάθεια στρέφεται σε μη φαρμακολογικές μεθόδους. Σε μία πρόσφατη μελέτη διαπιστώθηκε ότι ο διαλογισμός συμβάλλει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης των παιδιών, βελτιώνει τη συνολική κατάσταση της υγείας τους και είναι εύκολο να διδαχθεί από τους δασκάλους στις σχολικές τάξεις. Άλλωστε, προηγούμενα ευρήματα υποστηρίζουν ότι βελτιώνει, επίσης, την παρακολούθηση του μαθήματος από τους μαθητές. Σε μία άλλη μελέτη, αναφέρεται ότι η yoga παρέχει επιπρόσθετα θεραπευτικά οφέλη σε παιδιά με σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής με υπερκινητικότητα (παράλληλα με την εφαρμογή φαρμακολογικών παρεμβάσεων). Τέλος, διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι το tai-chi ενισχύει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, αυξάνει τη μυϊκή δύναμη και την ευκαμψία, βελτιώνει την ισορροπία και έχει συνολικά θετικές επιδράσεις στην υγεία των παιδιών.

Με την πάροδο των ετών, συγκεντρώνονται όλο και περισσότερα στοιχεία σχετικά με τη νευροχημική και ανατομική βάση των θεραπειών μυαλού – σώματος. Ο εγκέφαλος επηρεάζει με διάφορους μηχανισμούς τις λειτουργίες του αυτόνομου νευρικού συστήματος, των ενδοκρινών αδένων και του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι επιδράσεις αυτές φαίνεται ότι έχουν σημαντικές συνέπειες για την κατάσταση της υγείας. Επίσης, έχουν ήδη προκύψει τα αποτελέσματα τυχαιοποιημένων μελετών και συστηματικών ανασκοπήσεων της σχετικής βιβλιογραφίας που δείχνουν ότι ασθενείς με συνήθη ή και σοβαρά νοσήματα είναι δυνατό να ωφεληθούν από την εφαρμογή των θεραπειών μυαλού – σώματος. Άλλωστε, αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν σημαντικά δυνητικά πλεονεκτήματα. Οι κίνδυνοι από την εφαρμογή τους, σε σωματικό και ψυχικό επίπεδο, είναι ελάχιστοι. Ακόμα, είναι εύκολο να διδαχθούν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων. Μελλοντικές μελέτες πρόκειται να επικεντρωθούν στις διαφορές ανάμεσα στους ασθενείς, οι οποίες προκύπτουν κατά την εκτέλεση των μεθόδων. Τα ευρήματά τους πιθανώς να οδηγήσουν σε εξατομικευμένους τρόπους εφαρμογής των διαφόρων τεχνικών βάσει των ειδικών χαρακτηριστικών κάθε ασθενούς.

No comments: