ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΣΙΜΟ ΝΕΡΟ


Μεγάλος αριθμός επιστημονικών αναφορών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το νερό του δικτύου πολλών περιοχών μπορεί να είναι επιβλαβές για την υγεία. Λοιμογόνοι παράγοντες, χημικές ουσίες και βαρέα μέταλλα συστηματικά μολύνουν τις φυσικές πηγές. Λίμνες, ποταμοί, ακόμα και οι πάγοι των πιο απομακρυσμένων περιοχών του κόσμου θεωρείται ότι εμφανίζουν πλέον έναν βαθμό μόλυνσης. Στις χώρες του δυτικού κόσμου οι αρμόδιες υπηρεσίες ύδρευσης θέτουν και φροντίζουν για την τήρηση κανoνισμών που αποσκοπούν στην παροχή ασφαλούς νερού στους καταναλωτές. Όμως, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η έννοια της ασφάλειας, η οποία περιορίζεται στον προσδιορισμό της συγκέντρωσης κάποιων ρυπαντών, δεν συμπίπτει απόλυτα με την παροχή ουσιαστικά υγιεινού νερού. Για παράδειγμα, η ύπαρξη έστω και εξαιρετικά χαμηλών συγκεντρώσεων συνθετικών ουσιών στο πόσιμο νερό είναι κοινώς αποδεκτή πραγματικότητα από τους ερευνητές που ασχολούνται με αυτό το θέμα. Οι ουσίες αυτές, αν και δεν προκαλούν άμεσα αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία των καταναλωτών, μπορεί να οδηγήσουν μακροχρόνια σε διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος και άλλες παθολογικές καταστάσεις.

Το νερό παίζει βασικό ρόλο στον ανθρώπινο οργανισμό. Τα 2/3 του σωματικού βάρους του ανθρώπου αντιστοιχούν σε νερό. Αποτελεί τη δεύτερη σημαντικότερη ουσία για τη διατήρηση της ζωής μετά το οξυγόνο. Στην πραγματικότητα, όλες οι λειτουργίες των κυττάρων και των οργάνων του σώματος εξαρτώνται από αυτό. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι το νερό αποτελεί τη κύρια ουσία των βιολογικών υγρών (π.χ. σίελος, αρθρικό υγρό), συμβάλλει στη ρύθμιση του μεταβολισμού και της θερμοκρασίας του σώματος (μέσω της εφίδρωσης) και συμμετέχει στην αποβολή άχρηστων ή επιβλαβών συστατικών από το σώμα. Για αυτόν τον λόγο, θεωρείται ο κυριότερος αποτοξινωτικός παράγοντας. Εάν για οποιονδήποτε λόγο ο άνθρωπος στερηθεί την πρόσβαση σε νερό, τελικά πεθαίνει εντός ολίγων ημερών. Η μείωση κατά μόλις 2% σε σχέση με την απαιτούμενη πρόσληψη αρκεί για την πρόκληση εκδηλώσεων αφυδάτωσης. Σε αυτές περιλαμβάνονται διαταραχές της πρόσφατης μνήμης, δυσχέρεια στην εκτέλεση αριθμητικών πράξεων και αδυναμία συγκέντρωσης σε περιορισμένο πεδίο (όπως στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή). Επίσης, η μέτρια αφυδάτωση αποτελεί μία από τις πιο κοινές αιτίες κόπωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας. Σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα, περίπου το 75% των Αμερικανών εμφανίζουν μέτρια – χρόνια αφυδάτωση. Πρόκειται για εύρημα που προκαλεί εντύπωση καθώς αφορά τον πληθυσμό μίας αναπτυγμένης χώρας όπως οι ΗΠΑ. Ωστόσο, φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται και σε άλλες χώρες του δυτικού κόσμου.

Το νερό χαρακτηρίζεται από προληπτικές και θεραπευτικές δράσεις έναντι διαφόρων νοσημάτων. Η πρόσληψη 8 ποτηριών νερού την ημέρα έχει συνδεθεί με μείωση του κινδύνου του καρκίνου του παχέος εντέρου κατά 45%, της ουροδόχου κύστης κατά 50% και πιθανώς του καρκίνου του μαστού. Επίσης, το νερό συμβάλλει στην πρόληψη του κοινού κρυολογήματος, παρόλο που δεν έχει τύχει εξίσου μεγάλης προσοχής με άλλα μέτρα (όπως το πλύσιμο των χεριών ή η λήψη βιταμινών). Όταν κάποιος νοσεί, η ανεπαρκής πρόσληψη υγρών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή αφυδάτωση και επιβάρυνση των συμπτωμάτων του κρυολογήματος. Ακόμα, η πρόσληψη νερού διευκολύνει την απόχρεμψη, συμβάλλοντας στη ρευστοποίηση των αναπνευστικών εκκρίσεων. Πέρα από τις αναπνευστικές λοιμώξεις, το καθαρό νερό είναι απαραίτητο για την ομαλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος. Ταυτόχρονα, όμως, παίζει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση διαφόρων διαταραχών, όπως είναι η ναυτία, ο έμετος, η διάρροια και η δυσκοιλιότητα. Η διάρροια μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αφυδάτωση, οπότε η πρόσληψη επαρκούς ποσότητας υγρών είναι απαραίτητη. Το ίδιο ισχύει και σε περιπτώσεις επαναλαμβανόμενων επεισοδίων εμέτου. Όσον αφορά την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας, η αύξηση της προσλαμβανόμενης ποσότητας υγρών αποτελεί μία από τις αρχικές οδηγίες που δίδονται στους ασθενείς. Παρόλο που οι καρδιοπάθειες και τα εγκεφαλικά επεισόδια είναι συχνότερα στους ηλικιωμένους, η πρόληψη των καρδιαγγειακών νοσημάτων είναι σκόπιμο να αρχίζει πρώιμα κατά τη διάρκεια της ζωής. Τα ανεπαρκή επίπεδα ενυδάτωσης του οργανισμού συνδέονται με αύξηση της γλοιότητας του αίματος, καθιστώντας αυτές τις παθολογικές καταστάσεις περισσότερο πιθανές. Επίσης, μελέτες έχουν δείξει ότι η επαρκής ενυδάτωση των ατόμων, τα οποία έχουν υποστεί ένα εγκεφαλικό επεισόδιο ή πάσχουν από μία καρδιοπάθεια, μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο ενός θανατηφόρου επεισοδίου στο μέλλον. Τέλος, η πρόσληψη 8 ποτηριών νερού την ημέρα δρα προληπτικά έναντι των ουρολοιμώξεων και – σύμφωνα με μελέτες – η ανεπαρκής ενυδάτωση του οργανισμού αυξάνει τον κίνδυνο σχηματισμού λίθων στους νεφρούς.

Οι αγχώδεις διαταραχές και η κατάθλιψη αποτελούν διαφορετικές παθολογικές καταστάσεις της ψυχικής σφαίρας, αν και συχνά συνυπάρχουν στον ίδιο ασθενή. Αντιμετωπίζονται με την εφαρμογή ψυχοθεραπευτικών τεχνικών και φαρμακολογικών παρεμβάσεων, τη φυσική άσκηση και άλλες εναλλακτικές μεθόδους (τεχνικές χαλάρωσης, διαλογισμός, yoga). Ωστόσο, είναι λιγότερο γνωστό ότι η επαρκής ενυδάτωση του οργανισμού παίζει σημαντικό ρόλο για τη βελτίωση της ψυχικής διάθεσης. Η συσχέτιση της κατάθλιψης με την αφυδάτωση έχει αποδειχθεί σε μελέτες. Η αφυδάτωση προκαλεί μείωση της παραγόμενης ενέργειας από τα εγκεφαλικά κύτταρα. Σύμφωνα με ορισμένους ειδικούς, όταν ο οργανισμός είναι αφυδατωμένος παράγονται ειδικά μηνύματα σε μοριακό επίπεδο που αναγνωρίζονται ως απειλή από τον εγκέφαλο προκαλώντας (υποσυνείδητα) αίσθημα άγχους. Ακόμα, μερικές φορές τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα, τα οποία χορηγούνται συχνά στους ασθενείς, είναι δυνατό να προκαλέσουν αφυδάτωση. Μία άλλη επιπλοκή αυτών των φαρμάκων είναι η δυσκοιλιότητα. Συνεπώς, οι ασθενείς που ακολουθούν μία αντικαταθλιπτική αγωγή είναι σκόπιμο να ενυδατώνονται επαρκώς.

Παρόλα αυτά, σημαντικός αριθμός αναφορών επιβεβαιώνει την παρουσία διαφόρων ρυπαντών στα δίκτυα ύδρευσης, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση εάν το παρεχόμενο νερό προάγει πράγματι την υγεία των καταναλωτών. Στην ομάδα των ρυπαντών που έχουν καταγραφεί περιλαμβάνονται:
1. Βαρέα μέταλλα, όπως ο μόλυβδος, ο υδράργυρος, ο χαλκός, το κάδμιο και το αλουμίνιο. Τα βαρέα μέταλλα θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα για τον ανθρώπινο οργανισμό. Εφόσον εισέλθουν στο σώμα δεν αποβάλλονται εύκολα. Σε κυτταρικό επίπεδο προκαλούν κρίσιμες βλάβες και εξασθενούν το ανοσοποιητικό σύστημα. Ακόμα και αν οι εταιρίες παροχής εφάρμοζαν ένα αυστηρό σύστημα κάθαρσης του νερού από αυτές τις τοξικές ουσίες, ο κίνδυνος μπορεί να παρέμενε υπαρκτός. Η αιτία είναι το σύστημα των σωληνώσεων. Ειδικά σε παλαιότερες εγκαταστάσεις η πιθανότητα μόλυνσης του νερού από τον μόλυβδο είναι μεγαλύτερη. Ο μόλυβδος μπορεί να προκαλέσει οξέα προβλήματα στην υγεία των παιδιών, των ηλικιωμένων και των γυναικών σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ωστόσο, η συσσωρευτική – μακροχρόνια έκθεση θεωρείται επικίνδυνη σε όλες τις ηλικίες.
2. Τοξικές οργανικές ουσίες, κυρίως εντομοκτόνα και φυτοφάρμακα. Πέρα από τις ουσίες που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, σε δείγματα πόσιμο νερού έχουν ανευρεθεί φάρμακα για παθήσεις του ανθρώπου και παράγοντες οικιακών καθαριστικών ή σκευασμάτων προσωπικής υγιεινής. Μόνο στις ΗΠΑ, περισσότερες από 80 χιλιάδες διαφορετικές συνθετικές χημικές ουσίες χρησιμοποιούνται καθημερινά και σημαντικό μέρος αυτών περιλαμβάνεται σε είδη καθαριότητας ή προσωπικής υγιεινής. Διαπιστώθηκε ότι οι ουσίες αυτές ανακυκλώνονται στο εξωτερικό περιβάλλον και τελικά «επιστρέφουν» σε κάθε σπίτι μέσω του δικτύου ύδρευσης. Όμως, ο έλεγχος του νερού για αυτούς τους παράγοντες κρίνεται ως ανεπαρκής. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τους αμερικανικούς κανονισμούς, πραγματοποιείται δειγματοληπτικός έλεγχος μόνο για τις 90 από τις 80 χιλιάδες ουσίες. Εξίσου σοβαρό ζήτημα αναδεικνύεται η μόλυνση από φαρμακευτικές ουσίες. Όταν ένας ασθενής υποβάλλεται σε μία αγωγή, τα χορηγούμενα φάρμακα μεταβολίζονται και τελικά απεκκρίνονται στο δίκτυο της αποχέτευσης. Δυστυχώς, υπάρχουν αναφορές ότι μπορεί να μολύνουν το δίκτυο ύδρευσης και για πολλά από αυτά δεν εφαρμόζονται διαδικασίες απομάκρυνσής τους από το νερό που φθάνει στους καταναλωτές. Με άλλα λόγια, με κάθε ποτήρι νερού είναι πιθανό ένα άτομο να προσλαμβάνει πολύ μικρές δόσεις από εκατοντάδες φαρμακευτικές ουσίες.
3. Ραδιοϊσότοπα. Ορισμένα ιχνοστοιχεία του υπεδάφους είναι ραδιενεργά και εκπέμπουν α-, β- ή γ-ακτινοβολία. Η μακροχρόνια κατανάλωση νερού με αυξημένη συγκέντρωση ραδιενεργών στοιχείων αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης νεοπλασματικών νοσημάτων.

Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΧΛΩΡΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Η χλωρίωση του νερού είναι μία ευρέως διαδεδομένη πρακτική, η οποία αποσκοπεί στην πρόληψη της μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων μέσω του δικτύου ύδρευσης. Σε αντίθετη περίπτωση χιλιάδες άτομα αναμένεται ότι θα πέθαιναν εξαιτίας επιδημιών χολέρας, σαλμονέλας ή άλλων παθογόνων. Το χλώριο θανατώνει την πλειοψηφία των μικροοργανισμών που μπορεί να βρίσκονται στο νερό. Όμως, ορισμένοι ειδικοί έχουν εγείρει ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις του στον ανθρώπινο οργανισμό. Σύμφωνα με ερευνητές του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο των ΗΠΑ, όσοι καταναλώνουν χλωριωμένο νερό εμφανίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο νεοπλασματικών νοσημάτων σε σύγκριση με εκείνους που έχουν προσθέσει φίλτρο στην οικιακή παροχή. Ήδη από τη δεκαετία του ’70 οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι όταν το χλώριο έρχεται σε επαφή με οργανικές ενώσεις παράγεται μία ομάδα ουσιών που ονομάζονται trihalomethanes (THMs). Οι ουσίες αυτές αυξάνουν την παραγωγή ελευθέρων ριζών στον οργανισμό και θεωρούνται καρκινογόνες. Γενικά, η παρουσία του χλωρίου και των THMs στο πόσιμο νερό έχει συνδεθεί με διάφορες παθολογικές καταστάσεις (π.χ. μορφές καρκίνου, ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, διαταραχές του νευρικού συστήματος, ανοσοανεπάρκειες, αθηροσκλήρωση, συγγενείς ανωμαλίες).

Ταυτόχρονα, έχει διαπιστωθεί ότι η χλωρίωση δεν διασφαλίζει απόλυτα την καθαρότητα του νερού από παθογόνους μικροοργανισμούς. Συνήθως τα προβλήματα αυτά αποδίδονται σε ανεπάρκειες ή αστοχίες της διαδικασίας χλωρίωσης ή του συστήματος διανομής. Στους μικροοργανισμούς, οι οποίοι έχουν ανευρεθεί στο νερό του δικτύου δυτικών χωρών, περιλαμβάνονται κολοβακτηριοειδή, Escherichia coli, κρυπτοσπορίδιο και Giardia lamblia. Τα κολοβακτηριοειδή αποτελούν κοινούς μικροοργανισμούς του περιβάλλοντος και γενικά δεν ενοχοποιούνται για βλάβες στον ανθρώπινο οργανισμό. Ωστόσο, η παρουσία τους υποδεικνύει πιθανό κίνδυνο μόλυνσης του νερού από άλλα παθογόνα που μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές. Η ανεύρεση Escherichia coli θεωρείται ένδειξη μόλυνσης του πόσιμου νερού από απόβλητα του ανθρώπου ή των ζώων. Άτομα, τα οποία θα καταναλώσουν το μολυσμένο νερό, μπορεί να εμφανίσουν διάρροια, ναυτία, κοιλιακά άλγη και άλλες εκδηλώσεις. Το κρυπτοσπορίδιο είναι ένα παράσιτο που μπορεί να μολύνει το νερό των ποταμών ή των λιμνών εξαιτίας της απόρριψης λυμάτων ή αποβλήτων ζώων. Προκαλεί μία ήπια λοίμωξη του γαστρεντερικού συστήματος (κρυπτοσποριδίαση), η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή εάν ο ασθενής πάσχει από ανοσοανεπάρκεια. Η Giardia lamblia αποτελεί επίσης παράσιτο που μολύνει το νερό μέσω των λυμάτων. Η πρόσληψη μολυσμένου νερού προκαλεί την εμφάνιση κοινών γαστρεντερικών διαταραχών, όπως κοιλιακού άλγους, εμετού και διάρροιας. Τέλος, η διαπίστωση αυξημένης θολερότητας του πόσιμου νερού, αν και δεν συνδέεται άμεσα με κίνδυνο για την υγεία, θέτει την υποψία μόλυνσής του από δυνητικά παθογόνους μικροοργανισμούς (βακτήρια, ιοί, παράσιτα).

Οι κίνδυνοι από τη χρήση του χλωριωμένου νερού στο μπάνιο και στις πισίνες

Κάνοντας ένα ζεστό μπάνιο με το νερό του δικτύου, στους υδρατμούς που σχηματίζονται περιέχεται και χλώριο. Μάλιστα, εάν ο χώρος του λουτρού δεν αερίζεται επαρκώς, η συγκέντρωσή του ανέρχεται συνεχώς στον εισπνεόμενο αέρα. Το χλώριο καθίσταται αντιληπτό με την οσμή σε επίπεδα άνω των 3,5 PPM (μέρη στο εκατομμύριο). Συνεπώς, εάν κάποιος – ενώ πλένεται – μπορεί να μυρίσει το χλώριο, η συγκέντρωση στον αέρα έχει υπερβεί αυτή την τιμή. Σημειώνεται ότι η θανατηφόρα συγκέντρωση για έκθεση δέκα λεπτών έχει ορισθεί στα 600 PPM. Ακόμα, η τακτική έκθεση στο αέριο χλώριο (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις) μπορεί να περιορίσει την ικανότητα μεταφοράς οξυγόνου μέσω των πνευμόνων. Η κατάσταση αυτή είναι πιθανό να αποδειχθεί σοβαρή στους αθλητές και σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή πνευμονοπάθεια. Ένας επιπλέον παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το δέρμα, το οποίο αποτελεί βασικό φραγμό του οργανισμού έναντι των επιδράσεων του εξωτερικού περιβάλλοντος. Η χρήση του χλωριωμένου νερού για το πλύσιμο του σώματος οδηγεί σε σημαντική έκθεση του δέρματος. Το χλώριο αντιδρά με λιπαρές ουσίες της επιδερμίδες και οι χλωριούχες ενώσεις που σχηματίζονται απορροφούνται από τον οργανισμό. Μάλιστα, δεδομένων των ισχυρών οξειδωτικών ιδιοτήτων του χλωρίου, η τακτική έκθεση μπορεί να συμβάλει στη γήρανση του δέρματος και στην ενίσχυση των βλαπτικών συνεπειών της υπεριώδους ακτινοβολίας σε κυτταρικό επίπεδο. Τέλος, το χλώριο επιδρά στη φυσιολογική μικροβιακή χλωρίδα του δέρματος σε βαθμό που μπορεί να διαταράξει την ισορροπία της. Εάν συμβεί αυτό, αυξάνεται ο κίνδυνος δερματικών λοιμώξεων.

ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΘΗΣΕΙΣ

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ανησυχούν για τις πιθανές συσχετίσεις μεταξύ των χημικών που βρίσκονται στο πόσιμο νερό και του καρκίνου. Στις ΗΠΑ οι εταιρίες ύδρευσης είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν τους κανόνες που έχουν τεθεί ώστε αυτοί οι καρκινογόνοι παράγοντες να διατηρούνται σε «ασφαλή επίπεδα». Παρόλα αυτά αποτελεί αντικείμενο εκτεταμένης συζήτησης ο ορισμός ασφαλών επιπέδων σε αυτό το θέμα. Επίσης, οι εταιρίες είναι υποχρεωμένες να δημοσιεύουν τα δεδομένα των αναλύσεων ασφάλειας που πραγματοποιούν κάθε έτος. Ορισμένα φυσικά ραδιοϊσότοπα, όπως το ράδιο, το ουράνιο και το ραδόνιο, έχουν ανευρεθεί παλαιότερα στο νερό του δικτύου ύδρευσης αμερικανικών πόλεων. Σε υψηλά επίπεδα, τα στοιχεία αυτά είναι δυνατό να προκαλέσουν καρκίνο του εγκεφάλου και των οστών. Ακόμα, οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο να καταναλώνουν νερό που πιθανώς περιέχει καρκινογόνους παράγοντες από τα λιπάσματα, τα εντομοκτόνα και τα φυτοφάρμακα. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι νιτρικές ενώσεις των λιπασμάτων έχουν ανευρεθεί στο πόσιμο νερό. Στον ανθρώπινο οργανισμό, οι ενώσεις αυτές μετατρέπονται σε νιτροζαμίνες που θεωρούνται καρκινογόνες ουσίες. Η ατραζίνη, ένα ζιζανιοκτόνο που χρησιμοποιείται στις καλλιέργειες, έχει ενοχοποιηθεί για την πρόκληση καρκίνου του μαστού. Επίσης, η εμφάνιση καρκίνου του προστάτη έχει συσχετισθεί με τη δράση καρκινογόνων παραγόντων – συμπεριλαμβανομένης της ατραζίνης. Στις ΗΠΑ, η υπηρεσία περιβαλλοντικής προστασίας έχει θέσει ανώτερα επιτρεπτά όρια για αυτή την ουσία στο πόσιμο νερό. Όμως, το ενδιαφέρον είναι ότι τα όρια συνιστούν μία μέση περιεκτικότητα κατά τη διάρκεια του έτους. Έτσι, επιτρέπονται ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα την περίοδο ανάπτυξης της παραγωγής αφού εξισορροπούνται από τις χαμηλές τιμές τους υπόλοιπους μήνες. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στις αγροτικές περιοχές. Κοντά σε βιομηχανικές μονάδες έχουν αποκαλυφθεί αντίστοιχα προβλήματα όταν δεν τηρούνται σχολαστικά οι αρχές απόρριψης των αποβλήτων. Άλλωστε, οι περισσότερες εταιρίες ύδρευσης δεν διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό για την απομάκρυνση αυτών των επικίνδυνων χημικών παραπροϊόντων της βιομηχανικής δραστηριότητας από το πόσιμο νερό.

Όπως αναφέρθηκε, το νερό των δικτύων κατά κανόνα υφίσταται χλωρίωση, διαδικασία που οδηγεί στην παραγωγή trihalomethanes (THMs). Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «The American Journal of Public Health» το 1992, έχει αποδειχθεί η σχέση των THMs με περιστατικά καρκίνου του παχέος εντέρου, της ουροδόχου κύστης και του παγκρέατος. Σε άλλη μελέτη διαπιστώθηκε ότι η μακροχρόνια πρόσληψη χλωριωμένου νερού αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου της ουροδόχου κύστης (The Journal of the National Cancer Institute). Επίσης, αποκαλύφθηκε ότι μία κοινή παράμετρος των γυναικών με καρκίνο του μαστού είναι η παρουσία υψηλότερων επιπέδων THMs (κατά 50 – 60%) στον λιπώδη ιστό σε σχέση με τις μη ασθενείς. Σημειώνεται πάντως ότι το μεγαλύτερο μέρος των βλαπτικών επιδράσεων της χλωρίωσης του νερού αποδίδεται στην εισπνοή και στην απορρόφηση μέσω του δέρματος (The Journal of Public Health). Μέσω της αναπνοής το αέριο χλώριο διέρχεται απευθείας στην αιματική κυκλοφορία, ενώ η αυξημένη θερμοκρασία του νερού (κατά το πλύσιμο) διευκολύνει τη δίοδο των τοξικών ουσιών από τον φραγμό της επιδερμίδας. Με σκοπό τη μελέτη της σχέσης της μακροχρόνιας έκθεσης σε THMs με τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου της ουροδόχου κύστης, η ερευνητική ομάδα της Δρος Villanueva (Municipal Institute of Medical Research, Barcelona) συνέκρινε τις επιπτώσεις της κατανάλωσης χλωριωμένου νερού και της χρήσης του σε πισίνες ή για το πλύσιμο του σώματος σε 1.219 ασθενείς και 1.271 υγιή άτομα. Επίσης, ανέλυσαν τα μέσα επίπεδα THMs στους 123 δήμους που περιελήφθησαν στη μελέτη. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, οι κάτοικοι των δήμων με επίπεδα THMs άνω των 49 mg/lt παρουσίαζαν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου της ουροδόχου κύστης σε σχέση με εκείνους που κατοικούσαν σε περιοχές με μέσα επίπεδα χαμηλότερα των 8 mg/lt. Οι ερευνητές σημειώνουν επίσης ότι τιμές της τάξης των 50 mg/lt είναι συχνές στις βιομηχανοποιημένες χώρες. Η πρόσληψη χλωριωμένου νερού συσχετίσθηκε με αύξηση του κινδύνου της νόσου κατά 35%, ενώ η κολύμβηση σε πισίνες οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση (κατά 57%). Το ίδιο παρατηρήθηκε για τη χρήση του χλωριωμένου νερού κατά το πλύσιμο του σώματος. Η Δρ Villanueva επιβεβαιώνει την άποψη και άλλων ερευνητών ότι η απορρόφηση των THMs μέσω της αναπνοής ή του δέρματος είναι πιθανώς πιο επικίνδυνη επειδή ο οργανισμός δεν προστατεύεται από τη διαδικασία της αποτοξίνωσης στο ήπαρ, όπως συμβαίνει με την πρόσληψη του χλωριωμένου νερού από το στόμα.

Αναφορικά με τους κινδύνους ανάπτυξης νεοπλασματικών νοσημάτων πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι στο δίκτυο ύδρευσης πολλών αμερικανικών (κυρίως) πόλεων προστίθεται φθόριο για την πρόληψη των οδοντιατρικών βλαβών στα παιδιά. Ωστόσο, ήδη από το 1990 είναι γνωστό ότι το φθόριο έχει συσχετισθεί με την ανάπτυξη κακοήθων νεοπλασιών στη στοματική κοιλότητα, στον φάρυγγα, στο παχύ έντερο και στα οστά. Παρόλα αυτά η Αμερικανική Οδοντιατρική Εταιρία εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι η φθορίωση του πόσιμου νερού αποτελεί μία ασφαλή και αποτελεσματική μέθοδο. Μάλιστα, στην ιστοσελίδα του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο των ΗΠΑ πραγματοποιείται εκτενής αναφορά σε επιδημιολογικές μελέτες και μετα-αναλύσεις που συνηγορούν για την ασφάλεια αυτής της πρακτικής. Αντίθετα, σε ευρωπαϊκές χώρες (π.χ. Γερμανία, Γαλλία, Σουηδία, Ιταλία) και στην Ιαπωνία είτε δεν εφαρμόσθηκε ποτέ η φθορίωση του νερού είτε έχει αποφασισθεί ήδη η διακοπή της.

ΑΣΘΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΡΓΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ 

Πολλά άτομα, τα οποία υποφέρουν από άσθμα ή αλλεργίες, λαμβάνουν μέτρα για τη βελτίωση του περιβάλλοντος που ζουν ώστε να αποφύγουν την έκθεση σε υπεύθυνους αλλεργιογόνους παράγοντες. Παρόλο που οι ιατρικές συμβουλές επικεντρώνονται σε παράγοντες του αέρα και τοξίνες του οικιακού περιβάλλοντος, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ουσίες στο νερό είναι πιθανό να ενοχοποιούνται για την πρόκληση αυτών των διαταραχών. Σύμφωνα με μία πρόσφατη μελέτη Βέλγων ερευνητών, η χλωρίωση του νερού αποτελεί παράγοντα επιδείνωσης του άσθματος στα παιδιά. Πιθανώς, το χλώριο προκαλεί ασθματικές κρίσεις ή αλλεργικές αντιδράσεις σε παιδιά και ενήλικες όταν πλένονται με ζεστό νερό σε ένα μη επαρκώς αεριζόμενο χώρο. Υπάρχουν και άλλες χημικές ουσίες στο νερό που μπορεί να επιβαρύνουν αυτές τις παθολογικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα, έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις σοβαρών αντιδράσεων στο φθόριο σε ασθενείς με άσθμα ή άλλες αλλεργικές καταστάσεις. Ήδη από το 1967 μία μελέτη στο περιοδικό Annals of Allergy αναφέρει την πρόκληση δερματικών αντιδράσεων και κρίσεων άσθματος μετά από έκθεση σε φθοριωμένο νερό.

No comments: