ΦΙΛΤΡΑ ΝΕΡΟΥ: ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΚΑΙ ΠΟΣΟ ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΣΠΙΤΙ;


Μεγάλος αριθμός μελετών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το νερό του δικτύου πολλών περιοχών μπορεί να είναι επιβλαβές. Λοιμογόνοι παράγοντες, χημικές ουσίες και βαρέα μέταλλα συστηματικά μολύνουν τις φυσικές πηγές. Λόγω της σημασίας του νερού για την υγεία αναπτύχθηκαν διάφορα συστήματα, τα οποία αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας του πόσιμου νερού. Η αντίστοιχη τεχνολογία αξιοποιείται από τις εταιρίες κατασκευής των προϊόντων φιλτραρίσματος του νερού. Όμως, οι καταναλωτές δυσκολεύονται να αποφασίσουν ποια συσκευή ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες τους. Τα διαθέσιμα προϊόντα είναι πολλά και οι αναφερόμενοι μηχανισμοί λειτουργίας τους συχνά προκαλούν μεγαλύτερη σύγχυση. Συνεπώς, μόνο η επαρκής ενημέρωση μπορεί να οδηγήσει στη σωστή επιλογή.

Τα 2/3 του σωματικού βάρους του ανθρώπου αντιστοιχούν σε νερό. Αποτελεί τη δεύτερη σημαντικότερη ουσία για τη διατήρηση της ζωής μετά το οξυγόνο. Εάν για οποιονδήποτε λόγο ο άνθρωπος στερηθεί την πρόσβαση σε νερό, τελικά πεθαίνει εντός ολίγων ημερών. Παρόλα αυτά, σημαντικός αριθμός αναφορών επιβεβαιώνει την παρουσία διαφόρων ρυπαντών στα δίκτυα ύδρευσης, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση εάν το παρεχόμενο νερό προάγει πράγματι την υγεία των καταναλωτών. Στην ομάδα των ρυπαντών που έχουν καταγραφεί περιλαμβάνονται βαρέα μέταλλα, όπως ο μόλυβδος, ο υδράργυρος, ο χαλκός, το κάδμιο και το αλουμίνιο. Τα βαρέα μέταλλα θεωρούνται ιδιαίτερα επικίνδυνα για τον ανθρώπινο οργανισμό. Ακόμα και αν οι εταιρίες ύδρευσης επιτύγχαναν απόλυτη απομάκρυνση αυτών των τοξικών ουσιών, ο κίνδυνος μπορεί να παρέμενε υπαρκτός. Αιτία είναι το σύστημα των σωληνώσεων στα κτίρια. Ειδικά σε παλαιότερες εγκαταστάσεις η πιθανότητα μόλυνσης του νερού από τον μόλυβδο είναι μεγαλύτερη. Σε δείγματα πόσιμο νερού έχουν, επίσης, ανευρεθεί συστατικά βιομηχανικών αποβλήτων, φάρμακα για παθήσεις του ανθρώπου και παράγοντες οικιακών καθαριστικών ή προϊόντων προσωπικής υγιεινής. Ειδικά στις αγροτικές περιοχές εμφανίζονται συχνά περιπτώσεις μόλυνσης του νερού από ουσίες που χρησιμοποιούνται στη γεωργία (λιπάσματα, φυτοφάρμακα). Τέλος, ορισμένα συστατικά του υπεδάφους είναι ραδιενεργά και εκπέμπουν α-, β- ή γ-ακτινοβολία. Η μακροχρόνια κατανάλωση νερού με αυξημένη συγκέντρωση τέτοιων στοιχείων αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης νεοπλασματικών νοσημάτων.

Για την πτωχή ποιότητα του πόσιμου νερού, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ευρέως εφαρμοζόμενες μέθοδοι επεξεργασίας (όπως η χλωρίωση) συνιστούν επιπρόσθετους ενοχοποιητικούς παράγοντες. Η χλωρίωση αποσκοπεί στην πρόληψη της μετάδοσης λοιμογόνων παραγόντων μέσω του δικτύου ύδρευσης. Ωστόσο, δεν έχουν πλήρως εξαλειφθεί οι περιπτώσεις μικροβιακής μόλυνσης, ακόμα και στον δυτικό κόσμο. Επιπλέον, ήδη από τη δεκαετία του ’70, οι επιστήμονες γνωρίζουν ότι όταν το χλώριο έρχεται σε επαφή με οργανικές ενώσεις παράγεται μία ομάδα ουσιών που ονομάζονται τριαλογονωμένα μεθάνια (THMs). Οι ουσίες αυτές αυξάνουν την παραγωγή ελευθέρων ριζών στον οργανισμό. Γενικά, η παρουσία του χλωρίου και των THMs στο πόσιμο νερό έχει συνδεθεί με διάφορες παθολογικές καταστάσεις (μορφές καρκίνου, ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, διαταραχές του νευρικού συστήματος, ανοσοανεπάρκειες, αθηροσκλήρωση, συγγενείς ανωμαλίες). Επίσης, η χρήση του χλωριωμένου νερού για το πλύσιμο του σώματος οδηγεί σε σημαντική έκθεση του δέρματος και εισπνοή αερίου χλωρίου. Η απορρόφηση των THMs μέσω της αναπνοής ή του δέρματος είναι πιθανώς πιο επικίνδυνη επειδή ο οργανισμός δεν προστατεύεται από τη διαδικασία της αποτοξίνωσης στο ήπαρ, όπως συμβαίνει με την πρόσληψη του χλωριωμένου νερού από το στόμα.

Υπάρχουν πολλά προϊόντα στην αγορά, τα οποία προωθούνται ως η ιδανική λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μόλυνσης του νερού. Ωστόσο, οι καταναλωτές συνήθως αδυνατούν να καταλήξουν επειδή οι διαφημιστικοί ισχυρισμοί είναι συχνά αντικρουόμενοι και η απουσία ενημέρωσης για το θέμα περιπλέκει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Μάλιστα, δεδομένου ότι μία τέτοια συσκευή αποτελεί ουσιαστικά ένα προϊόν που αφορά την υγεία, μία λανθασμένη επιλογή είναι δυνατό να προκαλέσει βλάβη αντί να προφυλάξει τον οργανισμό. Για παράδειγμα, ένα ελαττωματικό φίλτρο υπάρχει κίνδυνος να αποτελέσει εστία συγκέντρωσης μικροβίων, τα οποία κατόπιν θα ελευθερώνονται σταδιακά στο «καθαρό» νερό. Συνεπώς, η πιστοποίηση των προϊόντων συνιστά σημαντικό κριτήριο για την τελική επιλογή.

Ο διεθνής οργανισμός NSF (National Sanitation Foundation International) παρέχει ανεξάρτητες πιστοποιήσεις σχετικά με φίλτρα νερού, μονάδες απόσταξης, αποσκληρυντές νερού και άλλα συστήματα επεξεργασίας των τροφίμων. Η ύπαρξη πιστοποίησης από τον οργανισμό NSF δεν διασφαλίζει μόνο ότι το προϊόν λειτουργεί σύμφωνα με τον πραγματοποιηθέντα έλεγχο, αλλά και ότι η διαφημιστική προβολή έχει αξιολογηθεί για την ακρίβεια των ισχυρισμών της. Επίσης, ο έλεγχος συνεχίζεται περιοδικά ώστε να επιβεβαιωθεί ότι οι κατασκευάστριες εταιρίες εξακολουθούν να προμηθεύουν την αγορά με προϊόντα που ανταποκρίνονται στις διαφημίσεις. Παρόλα αυτά, οι καταναλωτές πρέπει να γνωρίζουν ότι o NSF κατατάσσει τα προϊόντα σε ποικίλα επίπεδα αποτελεσματικότητας και – επιπλέον – τα χαρακτηρίζει ως προς τον βαθμό ικανοποίησης των κριτηρίων. Έτσι, δύο συγκεκριμένα φίλτρα νερού μπορεί να έχουν πιστοποιηθεί από τον οργανισμό. Όμως, διαβάζοντας αναλυτικότερα την πιστοποίηση, καθίσταται αντιληπτό ότι το πρώτο ικανοποιεί τα κριτήρια χαμηλότερου επιπέδου σε σχέση με το δεύτερο, το οποίο απομακρύνει από το νερό μεγαλύτερο εύρος ρυπαντών. Επομένως, οι υποψήφιοι αγοραστές δεν αρκεί να αναζητούν την ύπαρξη πιστοποίησης αλλά και να ενημερώνονται για τον χαρακτηρισμό που έχει δώσει ο NSF στο συγκεκριμένο προϊόν. Μία άλλη αμφισβητήσιμη δήλωση στις συσκευασίες ορισμένων προϊόντων είναι ότι «έχουν ελεγχθεί σύμφωνα με τα κριτήρια του NSF». Σε αυτές τις περιπτώσεις προκύπτουν εύλογα ερωτηματικά σχετικά με τον υπεύθυνο οργανισμό που πραγματοποίησε την αξιολόγηση, τη συχνότητα του ελέγχου και την αρχή που διασφαλίζει την εγκυρότητα των ευρημάτων.

Η αναζήτηση της πιστοποίησης αποτελεί το πρώτο βήμα της έρευνας αγοράς. Ωστόσο, κατόπιν οι καταναλωτές πρέπει να συνυπολογίσουν διάφορους παράγοντες μέχρι να επιλέξουν μία συσκευή:
1. Το μέγεθος της κατανάλωσης, η οποία αναφέρεται στον όγκο του νερού που χρειάζεται ημερησίως η οικογένεια (πρόσληψη καθαρού νερού, μαγειρική).
2. Πιθανοί μολυσματικοί παράγοντες. Οι ύποπτοι ρυπαντές δεν είναι ίδιοι στις διάφορες περιοχές. Ο μόνος τρόπος να ενημερωθούν οι καταναλωτές για αυτό το θέμα είναι να ζητήσουν τη σχετική έκθεση από την εταιρία ύδρευσης ή να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι τον έλεγχο απευθυνόμενοι σε ένα ανεξάρτητο εργαστήριο. Η γνώση αυτή είναι σημαντική καθώς κάθε συσκευή (βάσει της τεχνολογίας κατασκευής της) απομακρύνει από το νερό διαφορετικούς τύπους ρυπαντών.
3. Το κόστος της συσκευής. Ο υποψήφιος αγοραστής δεν πρέπει να επικεντρώνεται μόνο στην τιμή αγοράς, αλλά να συνυπολογίζει και το κόστος συντήρησης της συσκευής.

Το φιλτράρισμα του νερού, για τις ανάγκες της οικιακής κατανάλωσης, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε στο επίπεδο της κεντρικής παροχής κάθε σπιτιού είτε πριν από τη φάση της τελικής χρήσης (συνηθέστερα στη βρύση της κουζίνας). Όσοι αποσκοπούν στη βελτίωση της καθαρότητας του νερού του δικτύου συνήθως αρκεί να τοποθετήσουν μία συσκευή τελικής χρήσης. Δεδομένου ότι η εταιρία ύδρευσης είναι υπεύθυνη για την παροχή ασφαλούς νερού, αναμένεται ότι το μεγαλύτερο τμήμα της απαιτούμενης επεξεργασίας θα έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Στόχος της τοποθέτησης της συσκευής είναι η περαιτέρω βελτίωση της καθαρότητας του νερού. Άρα δεν είναι σκόπιμη η εφαρμογή συσκευών κεντρικής παροχής ή ακόμα και των πιο ακριβών τύπων τελικής χρήσης (όπως αυτά που βασίζονται στην τεχνική της απόσταξης ή της ανάστροφης ώσμωσης). Η οικονομική παράμετρος παίζει πάντα σημαντικό ρόλο σε αυτή την απόφαση. Οι συσκευές κεντρικής παροχής επεξεργάζονται το σύνολο του όγκου που παρέχεται σε ένα σπίτι, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος για την αποτελεσματική λειτουργία τους. Αντίθετα, οι συσκευές τελικής χρήσης φιλτράρουν μόνο το νερό της βρύσης που έχουν τοποθετηθεί. Ωστόσο, οι συσκευές κεντρικής παροχής έχουν θέση όταν διαπιστώνεται ότι το νερό του δικτύου μπορεί να επιφέρει πολλαπλά προβλήματα. Το πλέον κοινό παράδειγμα είναι η εφαρμογή μίας κεντρικής συσκευής αποσκλήρυνσης, η οποία απομακρύνει τα ιόντα ασβεστίου και μαγνησίου. Το σκληρό νερό μπορεί να προκαλέσει τη συσσώρευση αλάτων στις σωληνώσεις και να μειώσει τη διάρκεια ζωής του πλυντηρίου ή άλλων ειδών οικιακού εξοπλισμού. Τέλος, σημειώνεται ότι οι συσκευές κεντρικής παροχής αποτελούν την ενδεικνυόμενη επιλογή για εκείνους που δεν χρησιμοποιούν νερό από ένα δίκτυο. Για παράδειγμα, εάν η οικιακή παροχή προέρχεται από μία φυσική πηγή ή ένα πηγάδι, η επεξεργασία του νερού από μία συσκευή κεντρικής παροχής είναι απαραίτητη.

Το θέμα των φίλτρων νερού έχει καταστεί τόσο πολύπλοκο εξαιτίας του μεγάλου αριθμού διαφορετικών μοντέλων στην αγορά (πάνω από 2.500 μοντέλα από περισσότερες των 500 εταιριών στις ΗΠΑ) και της εφαρμογής διαφορετικών τεχνικών φιλτραρίσματος ή συνδυασμών αυτών. Ωστόσο, η βασική αρχή σχεδόν κάθε φίλτρου είναι αρκετά απλή. Στόχος είναι η φυσική δέσμευση των μολυσματικών παραγόντων είτε λόγω της ύπαρξης πόρων μικρότερης διαμέτρου είτε μέσω μίας διαδικασίας απορρόφησης στη μήτρα του φίλτρου. Κυρίως επιλέγονται δύο τύποι φίλτρων (δέσμευσης ιζήματος ή ενεργού άνθρακα) αν και συχνά οι αντίστοιχοι μηχανισμοί συνδυάζονται σε μία συσκευή. Ένας άλλος τύπος, ο οποίος παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις, είναι οι συσκευές ανάστροφης ώσμωσης.

Σημαντικό τμήμα της διαφημιστικής προβολής των σχετικών προϊόντων αφορά το μέγεθος των ρυπαντών που απομακρύνονται από το εκάστοτε φίλτρο. Μία συσκευή, η οποία δεσμεύει παράγοντες άνω των 5 μm (1 μm αντιστοιχεί περίπου στο 1/100 της διαμέτρου μίας ανθρώπινης τρίχας), παρέχει νερό με αρκετά καθαρή όψη που δεν έχει απαλλαχθεί – όμως – από την παρουσία παρασίτων ή βακτηρίων. Ένα φίλτρο πρέπει να απομακρύνει παράγοντες διαμέτρου 1 μm ή μικρότερης για να προσφέρει προστασία από παθογόνα, όπως το κρυπτοσπορίδιο ή η Gardia lamblia. Θεωρητικά, μόνο οι συσκευές ανάστροφης ώσμωσης προστατεύουν από τους ιούς. Ωστόσο, ακόμα και το παραμικρό έλλειμμα της μεμβράνης τους θα επιτρέψει τη δίοδο των ιικών σωματιδίων.


Ένα βασικό πλεονέκτημα των οικιακών φίλτρων νερού είναι ότι λειτουργούν παθητικά. Δηλαδή, δεν καταναλώνουν ηλεκτρική ενέργεια και η πίεση της παροχής του δικτύου αρκεί για τη λειτουργία των συσκευών. Η μόνη απαίτηση είναι η περιοδική αλλαγή των αναλώσιμων τμημάτων τους. Εφόσον αυτά έχουν λογικό κόστος, η τοποθέτηση ενός οικιακού φίλτρου αποτελεί μία οικονομική επιλογή για τη μακροχρόνια παροχή νερού υψηλότερης καθαρότητας από αυτό του δικτύου.

Οι συσκευές δέσμευσης ιζήματος διακρίνονται σε φίλτρα ινών και κεραμικά φίλτρα. Τα πρώτα περιέχουν φυσική κυτταρίνη, μία συνθετική μορφή ινών κυτταρίνης (rayon) ή κάποιο άλλο υλικό. Συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος της θολερότητας του νερού καθώς αυτό διέρχεται υπό πίεση ανάμεσα από τις ίνες. Μπορεί κάποιος να αντιληφθεί τη διαδικασία εάν σκεφθεί το φιλτράρισμα νερού που περιέχει άμμο διαμέσου ενός πανιού. Ορισμένα μικρά οργανικά μόρια, τα οποία είναι υπεύθυνα για τη δυσάρεστη οσμή ή γεύση του νερού, πιθανώς να δεσμευθούν από ένα φίλτρο ινών. Τα αντίστοιχα προϊόντα διατίθενται σε ποικιλία πλεγμάτων ανάλογα με το μέγεθος των πόρων. Όσο πιο στενοί είναι οι πόροι του υλικού, τόσο περισσότεροι μολυσματικοί παράγοντες δεσμεύονται. Συνεπώς, αυξάνεται και η συχνότητα με την οποία πρέπει να αντικαθίσταται το φίλτρο. Οι συσκευές αυτές αδυνατούν να απομακρύνουν παράγοντες που έχουν διαλυθεί στο νερό (π.χ. χλώριο, μόλυβδος, υδράργυρος, THMs, ή άλλα οργανικά μόρια). Στα κεραμικά φίλτρα το νερό διέρχεται υπό πίεση ανάμεσα από τους πόρους ενός κεραμικού υλικού. Με τη μηχανική επεξεργασία που παρέχουν, το νερό απαλλάσσεται από την παρουσία ινών, κύστεων (πόροι 1 μm ή μικρότεροι), βακτηρίων (πόροι 0,2 – 0,8 μm) και άλλων σωματιδίων. Όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των φίλτρων ινών, τα κεραμικά φίλτρα δεν είναι αποτελεσματικά για την προστασία από διαλυμένους στο νερό μολυσματικούς παράγοντες.

Ο ενεργός άνθρακας περιλαμβάνει σωματίδια, τα οποία έχουν υποστεί επεξεργασία ώστε να αυξηθεί η επιφάνεια και να ενισχυθεί η ικανότητά τους να απορροφούν ένα ευρύ φάσμα ρυπαντών στο νερό. Θεωρείται πολύ αποτελεσματική επιλογή για τη δέσμευση οργανικών ενώσεων. Διακρίνονται δύο τύποι φίλτρων ανάλογα με το εάν περιέχουν κοκκιώδη ή συμπαγή ενεργό άνθρακα. Η διαδικασία φιλτραρίσματος του νερού εξελίσσεται σύμφωνα με δύο διαδικασίες. Αφενός πραγματοποιείται μηχανική δέσμευση των ρυπαντών που λόγω μεγέθους δεν διέρχονται από τους πόρους του υλικού (όσο μικρότερο είναι το εύρος των πόρων τόσο αποτελεσματικότερη η διαδικασία). Αφετέρου ποικίλοι παράγοντες απορροφώνται στην επιφάνεια των σωματιδίων άνθρακα. Τα χαρακτηριστικά του υλικού (μέγεθος πόρων και σωματιδίων άνθρακα, εύρος επιφάνειας, χημικές ιδιότητες, πυκνότητα και σκληρότητα) επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας. Επίσης, επιδρούν η θερμοκρασία και το pH του νερού και ο ρυθμός της παροχής ή ο χρόνος διέλευσης του νερού από το φίλτρο. Η ποσότητα του άνθρακα, ο οποίος περιέχεται στο φίλτρο, σχετίζεται με την ποσότητα και τον τύπο των μολυσματικών παραγόντων που απομακρύνονται από το νερό. Λιγότερος άνθρακας απαιτείται για τη δέσμευση ουσιών με σκοπό τη βελτίωση της οσμής ή της γεύσης του νερού σε σχέση με την απομάκρυνση των THMs, η οποία αποτελεί μία πιο απαιτητική διαδικασία. Επίσης, η διάρκεια της επαφής του νερού με το φίλτρο ασκεί σημαντική επίδραση στην απορρόφηση των μολυσματικών παραγόντων. Προφανώς, η απορρόφηση είναι δραστικότερη όταν η διάρκεια της επαφής είναι μεγαλύτερη. Η διάρκεια εξαρτάται από τον ρυθμό της παροχής και τον όγκο του ενεργού άνθρακα.

Από χημική άποψη, ο ενεργός άνθρακας συντίθεται από μικροσκοπικά συσσωματώματα ατόμων άνθρακα. Ως πηγή αξιοποιούνται διάφορα υλικά, όπως το τσόφλι των φιστικιών ή της καρύδας ακόμα και κάρβουνα. Η φυσική πηγή άνθρακα θερμαίνεται βραδέως σε κενό αέρος για να παραχθεί το επιθυμητό υλικό. Η ενεργοποίηση του άνθρακα επιτυγχάνεται με την επίδραση οξειδωτικών αερίων σε πολύ υψηλή θερμοκρασία. Η ενεργοποίηση οδηγεί στον σχηματισμό των πόρων που προσδίδουν στο υλικό τις δραστικές απορροφητικές του ιδιότητες. Τα φίλτρα κοκκιώδους άνθρακα περιλαμβάνουν κοκκία του ενεργού υλικού. Βελτιώνουν τη γεύση και την οσμή του νερού και δεσμεύουν σωματίδια, το χλώριο και ορισμένες οργανικές ενώσεις. Αντίθετα, στα φίλτρα συμπαγούς άνθρακα, το υλικό έχει τη μορφή μήτρας με εξαιρετικά μικροσκοπικούς πόρους. Συγκεκριμένα, το εύρος των πόρων λαμβάνει συνήθως τιμές από 0,5 έως 1 μm. Το στοιχείο αυτό συμβάλλει στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των φίλτρων συμπαγούς άνθρακα.

Με την πάροδο του χρόνου μειώνεται η αποτελεσματικότητα των φίλτρων επειδή οι μολυσματικοί παράγοντες είτε αποφράσσουν τους πόρους είτε καταλαμβάνουν σταδιακά όλο και μεγαλύτερη έκταση της απορροφητικής επιφάνειας. Στην πρώτη περίπτωση διαπιστώνεται μείωση της παροχής, ενώ ο περιορισμός της αποτελεσματικότητας στη δεύτερη περίπτωση δεν γίνεται αντιληπτός από τον καταναλωτή. Για αυτόν τον λόγο, τα φίλτρα πρέπει να αντικαθίστανται σύμφωνα με τις οδηγίες του κατασκευαστή. Μία ιδιαίτερα σημαντική προειδοποίηση αφορά τη μη χρήση φίλτρων ενεργού άνθρακα σε βρύσες που παρέχουν ζεστό νερό. Αν και αναφέρεται ότι το ζεστό νερό προκαλεί βλάβη στο φίλτρο, είναι πιθανώς σοβαρότερο το ενδεχόμενο να οδηγήσει στην απελευθέρωση μολυσματικών παραγόντων που έχουν παγιδευτεί κατά τη χρήση. Σε αυτή την περίπτωση, το παρεχόμενο νερό μπορεί να καταστεί πιο επικίνδυνο για την υγεία από το νερό του δικτύου.

Πλεονεκτήματα των φίλτρων κοκκιώδους άνθρακα: τα φίλτρα κοκκιώδους άνθρακα χρησιμοποιούνται κυρίως για τη βελτίωση της γεύσης ή της οσμής του νερού και την αντιμετώπιση του προβλήματος της αυξημένης θολερότητας. Δεν περιορίζουν τον ρυθμό ροής (όπως ο συμπαγής ενεργός άνθρακας) και είναι κατάλληλα ως φίλτρα κεντρικής παροχής, όπου η διατήρηση επαρκούς ροής και πίεσης είναι επιθυμητή. Επίσης, χαρακτηρίζονται από χαμηλό κόστος λειτουργίας αφού τα αναλώσιμα τμήματα είναι σχετικά φθηνά και πρέπει να αντικαθίστανται ανά μερικούς μήνες. Τέλος, τα φίλτρα κοκκιώδους άνθρακα δεν απαιτούν την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Μειονεκτήματα των φίλτρων κοκκιώδους άνθρακα: το νερό ρέει πάντα προς την κατεύθυνση της χαμηλότερης δυνατής αντίστασης. Έτσι, μπορεί να διέλθει ανάμεσα από τα κοκκία του άνθρακα και να «αποφύγει» το φιλτράρισμα. Επίσης, θύλακες μολυσμένου νερού είναι δυνατό να σχηματιστούν ανάμεσα από τα κοκκία. Σε μία ενδεχόμενη μεταβολή της πίεσης ή του ρυθμού ροής, οι θύλακες αυτοί μπορεί να διαλυθούν οπότε οι μολυσματικοί παράγοντες περνούν στο φιλτραρισμένο νερό. Μάλιστα, δεδομένου ότι τα κοκκία είναι σχετικά μεγάλα (συνήθως 0,1 – 1 mm), το εύρος των πόρων του φίλτρου είναι σημαντικό (20 – 30 μm ή μεγαλύτερο). Για αυτόν τον λόγο δεν θεωρείται ότι παρέχεται προστασία έναντι των μικροβίων. Επιπλέον πρόβλημα αποτελεί ο κίνδυνος ανάπτυξης μικροοργανισμών εντός του φίλτρου.

Πλεονεκτήματα των φίλτρων συμπαγούς άνθρακα: τα φίλτρα συμπαγούς άνθρακα προσφέρουν μεγαλύτερη προστασία έναντι αυτών με κοκκιώδη άνθρακα αφού η επιφάνεια απορρόφησης είναι πιο εκτεταμένη. Επίσης, ο χρόνος επαφής του νερού με το υλικό είναι μεγαλύτερος και το εύρος των πόρων ικανοποιητικό. Απομακρύνονται από το νερό διάφορες χημικές ενώσεις (π.χ. φυτοφάρμακα, χλώριο, παραπροϊόντα της χλωρίωσης), σωματίδια και κύστεις παρασίτων. Δύο βασικά μειονεκτήματα των φίλτρων κοκκιώδους άνθρακα (παράκαμψη των κοκκίων και σχηματισμός θυλάκων μολυσμένου νερού) δεν παρατηρούνται όταν χρησιμοποιείται συμπαγής άνθρακας. Ακόμα, εφόσον το εύρος των πόρων είναι μικρότερο των 0,5 μm αποτρέπεται η πιθανότητα ανάπτυξης εστιών μόλυνσης από τα παθογόνα που παγιδεύονται στο φίλτρο. Τέλος, το κόστος λειτουργίας και συντήρησης αυτών των συσκευών είναι αποδεκτό.

Μειονεκτήματα των φίλτρων συμπαγούς άνθρακα: τα φίλτρα συμπαγούς άνθρακα είναι αναποτελεσματικά για τη δέσμευση διαλυτών αλάτων (συμπεριλαμβανομένων των νιτρικών), του φθορίου και άλλων δυνητικά επιβλαβών μετάλλων (π.χ. αρσενικό, κάδμιο). Εφόσον αυτοί οι μολυσματικού παράγοντες εμφανίζονται συχνά στο νερό μίας περιοχής, οι καταναλωτές πρέπει να στραφούν στην επιλογή της τοποθέτησης μίας συσκευής ανάστροφης ώσμωσης ή (ως δεύτερη λύση) μίας συσκευής απόσταξης. Μόνο μερικά φίλτρα ενεργού άνθρακα έχουν πιστοποιηθεί για την απομάκρυνση του μολύβδου ή των κολοβακτηριοειδών. Καθώς το φίλτρο δεσμεύει τους μολυσματικούς παράγοντες από το νερό, σταδιακά καθίσταται λιγότερο αποτελεσματικό. Ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό αντιληπτό είναι να αρχίσει το νερό να αποκτά την ίδια γεύση και οσμή με το μη φιλτραρισμένο. Συνεπώς, οι καταναλωτές πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες του κατασκευαστή σχετικά με τον χρόνο αντικατάστασης των φίλτρων.

Τα φίλτρα υπερδιήθησης λειτουργούν σαν «μοριακό κόσκινο». Περιέχουν μία σκληρή, λεπτή, εκλεκτικά διαπερατή μεμβράνη, η οποία κατακρατεί τα περισσότερα μακρομόρια που είναι μεγαλύτερα από ένα συγκεκριμένο μέγεθος. Θεωρούνται αποτελεσματικά για την κάθαρση του νερού από κολλοειδή σωματίδια και μικροοργανισμούς. Μικρότερα μόρια, όπως διαλύτες και ανόργανα συστατικά, δεν δεσμεύονται με αυτή τη διαδικασία.

Η ανάστροφη ώσμωση επιτυγχάνει την απομάκρυνση του 90 – 99% των πιθανών μολυσματικών παραγόντων από το νερό. Η ώσμωση είναι το φυσικό φαινόμενο που λαμβάνει χώρα όταν δύο διαλύματα διαφορετικών συγκεντρώσεων διαχωρίζονται από ημιδιαπερατή μεμβράνη. Η ωσμωτική πίεση αναγκάζει το νερό να διέλθει προς το διάλυμα υψηλότερης συγκέντρωσης μέχρι να επιτευχθεί δυναμική ισορροπία συγκεντρώσεων μεταξύ των δύο διαλυμάτων. Στις συσκευές ανάστροφης ώσμωσης το νερό εισέρχεται υπό πίεση, η οποία υπερβαίνει την ωσμωτική. Έτσι τα μόρια του νερού διέρχονται από τους πόρους της ημιδιαπερατής μεμβράνης, ενώ τα μεγαλύτερα μόρια παγιδεύονται στο τμήμα πριν τη μεμβράνη. Η διαδικασία χαρακτηρίζεται ως ανάστροφη επειδή το νερό κατευθύνεται αντίθετα προς την παρατηρούμενη ροή κατά τη φυσική ώσμωση (από ένα διάλυμα υψηλής προς ένα διάλυμα χαμηλής συγκέντρωσης). Η δομή των πόρων της μεμβράνης εξασφαλίζει ακόμα αποτελεσματικότερη επεξεργασία του νερού σε σύγκριση με τη μεμβράνη υπερδιήθησης. Πρακτικά, είναι δυνατή η δέσμευση όλων των σωματιδίων, των βακτηρίων και των οργανικών ενώσεων με μοριακό βάρος μεγαλύτερο των 300 Daltons. Πάντως, επειδή οι χρησιμοποιούμενες μεμβράνες είναι ιδιαίτερα περιοριστικές, επιτρέπονται μόνο χαμηλοί ρυθμοί ροής. Μία τυπική συσκευή ανάστροφης ώσμωσης περιλαμβάνει ένα προ-φίλτρο για την απομάκρυνση του χλωρίου και των ιζημάτων, τη μεμβράνη ανάστροφης ώσμωσης και ένα φίλτρο ενεργού άνθρακα. Σε πιο εξελιγμένα συστήματα η διαδικασία της ανάστροφης ώσμωσης ενισχύεται από την παρεμβολή διαφοράς δυναμικού μεταξύ των τμημάτων εκατέρωθεν της μεμβράνης. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η αποτελεσματικότητα της επεξεργασίας καθώς αποτρέπεται περαιτέρω η διέλευση ιόντων και διαλυτών μορίων (συμπεριλαμβανομένων των σακχάρων). Συγκεκριμένα, δεσμεύεται σχεδόν το σύνολο (> 99%) των πολυσθενών ιόντων, αν και η αντίστοιχη τιμή μειώνεται στο 95% για τα μονοσθενή ιόντα (όπως το νάτριο).

Πλεονεκτήματα: η ανάστροφη ώσμωση θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματική για το φιλτράρισμα του νερού από διάφορους μολυσματικούς παράγοντες (άλατα, ανόργανες ουσίες, ορισμένες οργανικές ενώσεις), συμπεριλαμβανομένων του μολύβδου και άλλων βαρέων μετάλλων. Έχει συμπληρωματικές δράσεις σε σχέση με την επεξεργασία με ενεργό άνθρακα και το νερό που προκύπτει μετά από τη συνδυαστική εφαρμογή αυτών των μεθόδων αναγνωρίζεται ως απαλλαγμένο από το μεγαλύτερο εύρος των πιθανών ρυπαντών. Μία συσκευή, η οποία διαθέτει παράλληλα ένα φίλτρο ενεργού άνθρακα, θεωρείται ότι παρέχει νερό παραπλήσιας καθαρότητας με την εφαρμογή της διαδικασίας της απόσταξης. Επιπλέον, οι συσκευές αυτές προσφέρουν ικανοποιητική προστασία από ραδιενεργά στοιχεία, όπως το πλουτώνιο ή το στρόντιο, που μπορεί να ανευρεθούν στο νερό του δικτύου ορισμένων περιοχών. Όσον αφορά τους παθογόνους μικροοργανισμούς, οι συσκευές ανάστροφης ώσμωσης δρουν αποτελεσματικά με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχουν ελαττώματα στη μεμβράνη. Αν και η επεξεργασία του νερού είναι βραδύτερη σε σύγκριση με τα φίλτρα άνθρακα, τα συστήματα ανάστροφης ώσμωσης είναι δυνατό να φιλτράρουν μεγαλύτερο όγκο ανά ημέρα ως προς τις συσκευές απόσταξης και χαρακτηρίζονται από μικρότερο κόστος λειτουργίας και συντήρησης. Στους συνήθεις τύπους συσκευών δεν απαιτείται η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Μειονεκτήματα: οι συσκευές ανάστροφης ώσμωσης είναι δυνατό να παρέχουν μερικά μόνο λίτρα νερού για κατανάλωση ή τη μαγειρική κάθε ημέρα. Επίσης, εμφανίζουν σημαντικές απώλειες όγκου δεδομένου ότι απορρίπτονται 9 – 18 λίτρα για κάθε 4,5 λίτρα καθαρού νερού που παράγονται. Διάφορες παράμετροι μπορεί να επηρεάσουν τη διαδικασία της επεξεργασίας συμπεριλαμβανομένων της συγκέντρωσης και των χημικών ιδιοτήτων των μολυσματικών παραγόντων, του τύπου και της κατάστασης της μεμβράνης και των εκάστοτε συνθηκών λειτουργίας (π.χ. pH, θερμοκρασία και πίεση νερού). Επίσης, ορισμένα φυτοφάρμακα, διαλύτες και άλλες οργανικές πτητικές ενώσεις δεν απομακρύνονται με την τεχνική της ανάστροφης ώσμωσης. Για αυτόν το λόγο, το νερό υφίσταται συνήθως επεξεργασία με φίλτρο άνθρακα μετά τη διέλευση από τη μεμβράνη. Η ύπαρξη του φίλτρου είναι σημαντική για έναν επιπλέον λόγο. Παρόλο που δεν απαιτείται κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, η λειτουργία της συσκευής εξαρτάται από την πίεση του δικτύου. Εάν αυτή είναι ανεπαρκής λόγω μίας βλάβης στο δίκτυο, η επεξεργασία βάσει της τεχνικής της ανάστροφης ώσμωσης διακόπτεται. Όμως, ο καταναλωτής μπορεί να αφαιρέσει το φίλτρο ενεργού άνθρακα από τη συσκευή και να το χρησιμοποιήσει απευθείας σε μία βρύση. Τέλος, οι συσκευές απαιτούν τακτική συντήρηση. Η μεμβράνη και τα διάφορα φίλτρα πρέπει να αντικαθίστανται σύμφωνα με τις οδηγίες της κατασκευάστριας εταιρίας και το δοχείο συγκέντρωσης του καθαρού νερού να πλένεται περιοδικά. Δυστυχώς, οι ελλειμματικές μεμβράνες δεν είναι δυνατό να αναγνωρισθούν εύκολα με συνέπεια να μην είναι βέβαιο ότι η συσκευή λειτουργεί αποτελεσματικά.

Οι συσκευές ανάστροφης ώσμωσης αποτελούν καλή επιλογή για τους καταναλωτές που αντιμετωπίζουν πρόβλημα μη αποδεκτών επιπέδων ανόργανων συστατικών στο νερό του δικτύου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση υψηλών επιπέδων νιτρικών στις αγροτικές περιοχές.

Τα φίλτρα KDF περιλαμβάνουν μία μήτρα από μικρά κοκκία ψευδαργύρου / χαλκού. Θεωρείται ότι απομακρύνουν τους ρυπαντές μέσω μίας διαδικασίας ηλεκτροχημικής οξείδωσης. Η επιλογή αυτών των μετάλλων βασίζεται στην ιδιότητά τους να μειώνουν την περιεκτικότητα του νερού σε ανόργανα συστατικά (όπως το χλώριο), ενώ παράλληλα είναι ανεκτά από τον ανθρώπινο οργανισμό σε μέτριες συγκεντρώσεις. Συγκεκριμένα, τα φίλτρα μετατρέπουν το χλώριο από την ελεύθερη μορφή που βρίσκεται (προκαλεί αλλεργική αντίδραση σε ορισμένα άτομα) σε μία πιο ανεκτή μορφή (χλωριούχος ψευδάργυρος). Επίσης, είναι κατάλληλα για την επεξεργασία του νερού που εμφανίζει υψηλά επίπεδα σιδήρου, μολύβδου, καδμίου, υδραργύρου, αρσενικού ή άλλων ανόργανων ρυπαντών. Όσον αφορά τους μικροβιακούς παράγοντες, η μήτρα ψευδαργύρου / χαλκού προκαλεί την καταστροφή μυκήτων και αναστέλλει την ανάπτυξη βακτηρίων στο φίλτρο. Εν μέρει αυτός ο τύπος φίλτρων περιορίζει και τη σκληρότητα του νερού. Επιπλέον πλεονέκτημα αποτελεί η δυνατότητα χρήσης τους σε βρύσες που παρέχουν ζεστό νερό (π.χ. στο λουτρό), για τις οποίες η τοποθέτηση φίλτρου ενεργού άνθρακα αντενδείκνυται. Αντίθετα, τα φίλτρα KDF δεν είναι κατάλληλα για την προστασία από οργανικές ουσίες (π.χ. φυτοφάρμακα, παραπροϊόντα της χλωρίωσης του νερού) και δεν απομακρύνουν κύστεις παρασίτων (π.χ. κρυπτοσπορίδιο, Giardia lamblia). Περιοδικά, πρέπει να πλένονται με ζεστό νερό που εισάγεται με αντίστροφη ροή από την κανονική (απομάκρυνση αδιάλυτων ρυπαντών που δεσμεύονται στο φίλτρο).

Η ενεργή αλουμίνα είναι μία κοκκιώδης μορφή του οξειδίου του αλουμινίου. Το νερό διέρχεται από την ενεργό ουσία, η οποία απορροφά ορισμένα ανόργανα συστατικά (φθόριο, αρσενικό, σελήνιο). Η επεξεργασία αυτή δεν είναι επαρκής για την προστασία από άλλους πιθανούς ρυπαντές. Επίσης, το δοχείο που περιέχει την ενεργό αλουμίνα πρέπει να αντικαθίσταται περιοδικά. Τέλος, υπάρχει πιθανότητα συγκέντρωσης βακτηρίων στο φίλτρο με αποτέλεσμα να αποτελέσει εστία ανάπτυξης μικροβίων.

Η απόσταξη αποτελεί πιθανώς την παλαιότερη μέθοδο φιλτραρίσματος του νερού. Το νερό αρχικά θερμαίνεται στο σημείο βρασμού και οι υδρατμοί κατευθύνονται στο ανώτερο τμήμα της συσκευής όπου μειώνεται η θερμοκρασία με αποτέλεσμα οι υδρατμοί να ψύχονται. Τελικά το αποσταγμένο νερό συλλέγεται σε ένα ειδικό δοχείο προς χρήση. Οι περισσότεροι μολυσματικοί παράγοντες (άλατα, μέταλλα, ιζήματα) παραμένουν στην αρχική υγρή φάση και αποβάλλονται τελικά από διαφορετική έξοδο της μονάδας. Οι οργανικές πτητικές ουσίες αποτελούν ένα από τα παραδείγματα μολυσματικών παραγόντων που απομακρύνονται με τη μέθοδο της απόσταξης. Ωστόσο, ορισμένες οργανικές ουσίες (π.χ. φυτοφάρμακα) με σημείο βρασμού χαμηλότερο των 100ο C μπορεί να μην απομακρύνονται αποτελεσματικά. Στην πραγματικότητα υπάρχει κίνδυνος το παραγόμενο νερό να εμφανίζει υψηλότερη συγκέντρωση αυτών των ουσιών. Η αποτελεσματικότητα της συσκευής είναι δυνατό να αυξηθεί εάν διαθέτει ένα φίλτρο άνθρακα που συνεπικουρεί τη διαδικασία της απόσταξης.

Πλεονεκτήματα: μία συσκευή απόσταξης καλής ποιότητας παρέχει εξαιρετικά καθαρό νερό. Αποτελεί έναν από τους λίγους πρακτικούς τρόπους για την απομάκρυνση νιτρικών, χλωριούχων και άλλων αλάτων που δεν δεσμεύονται από τα φίλτρα άνθρακα. Επίσης, η διαδικασία συμβάλλει στην καταστροφή των παθογόνων μικροβίων, τα οποία παραμένουν στην αρχική υγρή φάση. Εφόσον η συσκευή απόσταξης διατηρείται καθαρή και λειτουργεί σωστά θα συνεχίσει να παρέχει νερό υψηλής καθαρότητας ανεξάρτητα από τις αυξομειώσεις της ποιότητας του νερού του δικτύου. Οι συσκευές αυτού του τύπου πλεονεκτούν και κατά το ότι δεν απαιτείται η περιοδική αγορά αναλώσιμων τμημάτων, εκτός εάν χρησιμοποιείται φίλτρο άνθρακα για την πληρέστερη απομάκρυνση οργανικών πτητικών ουσιών.

Μειονεκτήματα: η απόσταξη είναι μία βραδεία διαδικασία (απαιτούνται περίπου 2 – 5 ώρες για την απόσταξη 4,5 λίτρων νερού) και χαρακτηρίζεται από υψηλό κόστος λόγω των τιμών αγοράς των συσκευών και του κόστους λειτουργίας τους (κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για τη θέρμανση του νερού). Ακόμα απαιτείται ο περιοδικός καθαρισμός των διαφόρων τμημάτων της συσκευής. Το αποσταγμένο νερό παρουσιάζει χαμηλότερο pH, πρέπει να περιέχεται σε γυάλινα δοχεία και χαρακτηρίζεται από μία ουδέτερη γεύση.

Στις συσκευές ανταλλαγής ιόντων, το νερό διέρχεται μέσω ενός πορώδους υλικού από ιοντοανταλλακτικές ρητίνες. Έτσι, ιόντα στο νερό ανταλλάσσονται με άλλα που βρίσκονται στο υλικό. Οι δύο κυριότερες τεχνικές είναι η αποσκλήρυνση και ο απιονισμός του νερού.

Η αποσκλήρυνση χρησιμοποιείται κυρίως πριν από την εφαρμογή ανάστροφης ώσμωσης ώστε να καταστεί μαλακότερο το νερό. Στους αποσκληρυντές ανταλλάσσονται δύο ιόντα νατρίου για κάθε ιόν ασβεστίου ή μαγνησίου που απομακρύνεται από το νερό. Ανάλογα με τις προδιαγραφές της συσκευής είναι δυνατό να δεσμεύονται άλλα κατιόντα, όπως το βάριο, ο σίδηρος ή το ράδιο. Η αυξημένη συγκέντρωση νατρίου στο παραγόμενο νερό μπορεί να επηρεάσει τη γεύση του ή να το καταστήσει ακατάλληλο για άτομα που ακολουθούν μία δίαιτα χαμηλή σε νάτριο (αν και η συγκέντρωση είναι κατά κανόνα χαμηλότερη από την περιεκτικότητα των περισσότερων τροφών σε νάτριο). Επίσης, η διαδικασία ανταλλαγής των κατιόντων δεν επηρεάζει τα επίπεδα των ανιόντων (π.χ. νιτρικά) ή των περισσότερων οργανικών ουσιών το νερό. Τέλος, οι συσκευές αυτές δεν προσφέρουν προστασία έναντι των μικροβίων.

Κατά τον απιονισμό ανταλλάσσονται είτε ιόντα υδρογόνου με κατιόντα (κατιονικές ρητίνες) είτε ιόντα υδροξυλίου με ανιόντα (ανιονικές ρητίνες). Στις διάφορες συσκευές οι δύο τύποι ρητινών μπορεί να βρίσκονται χωριστά ή να περιλαμβάνονται σε μία μονάδα ανταλλαγής. Τελικά, το καθαρό νερό προκύπτει από την ένωση των ιόντων υδρογόνου της κατιονικής ρητίνης με τα ιόντα υδροξυλίου της ανιονικής. Ο απιονισμός συνδυάζεται με άλλες τεχνικές, όπως η ανάστροφη ώσμωση και η επεξεργασία με ενεργό άνθρακα. Οι συσκευές απιονισμού απομακρύνουν αποτελεσματικά τα ιόντα από το νερό, αλλά δεν συμβάλλουν στη δέσμευση οργανικών ουσιών ή μικροοργανισμών. Μάλιστα, υπάρχει κίνδυνος αποικισμού των ρητινών από παθογόνα, γεγονός που οδηγεί στην ανάπτυξη εστιών μόλυνσης. Σε μακροχρόνια βάση, τα συστήματα απιονισμού έχουν υψηλό λειτουργικό κόστος.

Η υπεριώδης ακτινοβολία χρησιμοποιείται για την καταστροφή των παθογόνων μικροοργανισμών (βακτήρια, ιοί). Το νερό διέρχεται από έναν θάλαμο όπου εκτίθεται στην επίδραση της ακτινοβολίας. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας εξαρτάται από τη δόση που απορροφούν οι μικροοργανισμοί. Εάν η προσλαμβανόμενη ενέργεια είναι ανεπαρκής προκαλούνται μόνο βλάβες στα παθογόνα χωρίς να θανατώνονται. Για αυτόν τον λόγο έχουν επιλεγεί πηγές, οι οποίες εκπέμπουν υπεριώδη ακτινοβολία 254 nm. Πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις επέτρεψαν τη χρήση πηγών που εκπέμπουν ακτινοβολία 185 nm και 254 nm. Η συνδυαστική ακτινοβόληση σε δύο μήκη κύματος προάγει τη φωτο-οξείδωση των οργανικών μορίων (DNA, πρωτεΐνες μικροβιακών κυττάρων). Χάρη σε αυτές τις ειδικές πηγές, τα ολικά επίπεδα οργανικού άνθρακα είναι δυνατό να μειωθούν κάτω των 5 ppb στο νερό. Η υπεριώδης ακτινοβολία συνδυάζεται με άλλες μεθόδους (φίλτρο ενεργού άνθρακα ή συσκευή ανάστροφης ώσμωσης) προσφέροντας λύση σε περιοχές όπου παρατηρείται σημαντικό πρόβλημα μόλυνσης του νερού του δικτύου από βακτήρια ή ιούς.

Πλεονεκτήματα: οι συσκευές υπεριώδους ακτινοβολίας θανατώνουν (ή αδρανοποιούν) τα παθογόνα στο νερό χωρίς να σχηματίζονται τοξικά ή μη παραπροϊόντα, να μεταβάλλεται η περιεκτικότητα σε ιχνοστοιχεία ή να αλλοιώνεται η γεύση και η οσμή του νερού. Μάλιστα, η γεύση βελτιώνεται καθώς απομακρύνονται ορισμένες οργανικές ουσίες. Ο χρόνος επεξεργασίας του νερού είναι ελάχιστος (δευτερόλεπτα έναντι των λεπτών που απαιτούνται βάσει των χημικών μεθόδων απολύμανσης).

Μειονεκτήματα: η χρήση της μεθόδου περιορίζεται όταν το νερό είναι θολερό και εμφανίζει υψηλά επίπεδα διαλυμένων σωματιδίων ή οργανικών υλικών. Οι ρυπαντές αυτοί αλληλεπιδρούν με την ακτινοβολία και μειώνουν την αποτελεσματικότητα της μεθόδου. Επίσης, η αυξημένη θολερότητα προφυλάσσει τα μικρόβια από τη δράση της ακτινοβολίας. Οι συσκευές υπεριώδους ακτινοβολίας δεν συμβάλλουν στην απομάκρυνση από το νερό μη μικροβιακών παραγόντων, όπως το χλώριο ή ο μόλυβδος (εξαίρεση αποτελούν ορισμένες οργανικές ενώσεις). Επιπλέον σημειώνεται ότι το κρυπτοσπορίδιο εμφανίζει σχετική αντοχή στην επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας. Η αναγκαιότητα κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί άλλο ένα μειονέκτημα.

Η μετατροπή του οξυγόνου σε όζον απαιτεί την κατανάλωση ενέργειας. Στις διαθέσιμες στο εμπόριο συσκευές η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται με την επίδραση ηλεκτρικών εκκενώσεων ή υπεριώδους ακτινοβολίας. Ωστόσο, όζον μπορεί να παραχθεί και με ηλεκτροχημικές μεθόδους. Στη φύση, το όζον παράγεται στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας υπό την επίδραση της ηλιακής ακτινοβολίας ή εξαιτίας των κεραυνών. Το μόριο του όζοντος αποτελείται από τρία άτομα οξυγόνου. Είναι ένα ιδιαίτερα δραστικό και ασταθές αέριο με βραχύ χρόνο ημίσειας ζωής πριν μετατραπεί και πάλι σε οξυγόνο. Θεωρείται ο πλέον ισχυρός – ταχείας δράσης οξειδωτικός παράγοντας που μπορεί να συντεθεί από τον άνθρωπο. Είναι δυνατό να καταστρέψει όλους τους τύπους παθογόνων μικροοργανισμών (ιοί, βακτήρια, παράσιτα) ή οργανικών ενώσεων, αρκεί ο χρόνος της έκθεσης να είναι επαρκής.

Πλεονεκτήματα: η θανάτωση των παθογόνων μικροοργανισμών αποτελεί τη βασική ένδειξη της χρήσης των συσκευών όζοντος με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας του νερού. Ωστόσο, επειδή διασπώνται και πολλές οργανικές ενώσεις αναμένεται να βελτιωθεί παράλληλα η γεύση και η οσμή του νερού. Επίσης, η οξείδωση ορισμένων ανόργανων συστατικών (σίδηρος, θείο, μαγγάνιο) οδηγεί στην απομάκρυνσή τους από το νερό.

Μειονεκτήματα: η οζονοποίηση του νερού δεν συμβάλλει στην απομάκρυνση διαλυμένων μετάλλων ή αλάτων. Ακόμα, η εφαρμογή της μεθόδου έχει συνδεθεί με την εμφάνιση παραπροϊόντων στο νερό (φορμαλδεΰδη, βρωμικά), τα οποία ενοχοποιούνται για την πρόκληση παθολογικών καταστάσεων. Τέλος, αυτή η διαδικασία επεξεργασίας του νερού απαιτεί την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Η ποιότητα του νερού αποτελεί ευθύνη των κατά τόπους εταιριών ύδρευσης. Αν και οι μεγάλες επιδημίες που προκαλούνταν από μολυσμένο νερό ανήκουν πλέον στο παρελθόν (τουλάχιστον στις δυτικές χώρες), νέες απειλές ανακύπτουν κυρίως εξαιτίας της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Για αυτόν τον λόγο, οι διάφορες συσκευές φιλτραρίσματος αποτελούν ένα επιπλέον μέτρο διασφάλισης της ποιότητας του νερού και η τοποθέτησή τους συνιστά σκόπιμη ενέργεια για την προάσπιση της υγείας κάθε οικογένειας. Πριν από την αγορά μίας συσκευής, οι καταναλωτές πρέπει να ενημερωθούν για τους ρυπαντές, οι οποίοι κυρίως υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού στην περιοχή τους. Κατόπιν, η γνώση της αποτελεσματικότητας κάθε προϊόντος ως προς την απομάκρυνση των συγκεκριμένων ρυπαντών, σε συνδυασμό με άλλες παραμέτρους (όπως το κόστος), θα επιτρέψουν την πραγματοποίηση της σωστής επιλογής. Επίσης, οι υποψήφιοι αγοραστές πρέπει να γνωρίζουν ότι αυτές οι συσκευές απαιτούν τακτική συντήρηση, ώστε να συνεχίσουν να λειτουργούν αποτελεσματικά. Η πιστή τήρηση των οδηγιών του κατασκευαστή κατά την εγκατάσταση, τη λειτουργία και τη συντήρηση των συσκευών έχει ίσως την ίδια σημασία με την αρχική απόφαση για την τοποθέτησή τους.

5 comments:

Anonymous said...

Καλησπέρα, είμαι απο τα Γιάννενα και με απασχολεί ιδιαίτερα το "θέμα" του νερού. Το νερό στην περιοχή μου διακρίνεται για την ακαταλληλότητα του..έχω ψάξει αρκετά στο ίντερνετ για φίλτρα νερού,βέβαια κάποια απ'αυτά είναι ακατάλληλα κ δεν φέρνουν το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Υπάρχει κάποιος που θα μπορούσε να μου προτείνει κάποιο φίλτρο;

Anonymous said...

Kalispera an akoma psahneis epikoinonise mazi mou manikrithe@hotmail.com
Maria

Anonymous said...

1.Επιλεγουμε φιλτρα νερου που συνοδευονται με πιστοποιητικα/δελτια αποδοσης και αποτελεσματικοτητας απο φορεις οπως ο NSF

2.Επιλεγουμε φιλτρα νερου βαση των αναγκων μας και των προβληματων του νερου της περιοχης μας

3.Προσοχη στην Ελλαδα κυκλοφουρουν φιλτρα φασον αγνωστης προελευσης και κατασκευης/ποιοτητας

4. Σοβαρες εταιρειες εχουν αναρτημενες τιμες τα πιστοποιητικα και τον κατασκευαστη στις ιστοσελιδες ή στα ενημερωτικα φυλλαδια τους.

5.Δεν αγοραζουμε προιοντα τηλεμαρκετινγκ μιας και εν λογω εταιρειες εμπιπτουν στους νομους περι παραπλανησης καταναλωτων ψευδων στοιχειων κ.τ.λ

Papadopoulos Evripidis said...

Σημανση NSF
Η αποτελεσματικότητα του συστήματος είναι πραγματική
Το σύστημα δεν προσθέτει στο νερό ουσίες επικίνδυνες για την υγεία
Τo σύστημα είναι συμπαγές
Η διαφήμιση, γράμματα και ετικέτα δεν είναι παραπλανητική
Υλικά και διαδικασία παραγωγής δεν αλλάζουν

Aris said...

Εξαιρετική παρουσίαση για τα πλεονεκτήματα των οικιακών φίλτρων νερού. Σε σύγκριση με το εμφιαλωμένο νερό φαίνεται ότι είναι η προτιμότερη λύση.