ΣΧΟΛΕΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ – ΜΟΡΦΕΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

Ψυχολογία είναι η επιστήμη που μελετάει τον ψυχοπνευματικό βίο του ζώντος οργανισμού με τη χρήση κριτικής σκέψης, εμπειρικών αποδείξεων και συστηματικών μεθόδων έρευνας.

Κατά την προσωκρατική περίοδο, η φιλοσοφική σκέψη κυριαρχείτο από την αντίληψη ότι τα πάντα είναι έμψυχα (Κορδάτος, 1972). Ο Σωκράτης εισάγει τον ελεγκτικό λόγο ως μορφή κάθαρσης της ψυχής, ενώ ο Αριστοτέλης περιγράφει την κάθαρση ως μηχανισμό εξαγνισμού των παθών. Στην Πολιτεία του Πλάτωνα αναδεικνύεται η σημασία των ασυνείδητων παθών και η έκφρασή τους στα όνειρα.

Στη δυτική Ευρώπη, ο Καρτέσιος και ο Δαρβίνος καθόρισαν την πορεία που ακολούθησε η Ψυχολογία έως σήμερα. Με τον καρτεσιανό δυϊσμό το σώμα και η ψυχή ορίζονται ως απόλυτα διακριτές οντότητες. Ακόμα, με τη θεωρία της Εξέλιξης αναγνωρίζεται ότι τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά εξυπηρετούν κάποια λειτουργία αφού τα χαρακτηριστικά των ειδών προκύπτουν μέσα από μία διαδικασία προσαρμογής στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος.

Κατά τον 19ο αιώνα, η πρόοδος των Φυσικών Επιστημών έστρεψε τη Ψυχολογία στις πειραματικές διαδικασίες. Το πρώτο εργαστήριο ιδρύθηκε στην Ευρώπη από τον Wundt και στις ΗΠΑ από τον Hall. To ερευνητικό έργο που ακολούθησε, σε θέματα όπως οι αντιδράσεις του οργανισμού σε ερεθίσματα, οι νοητικές λειτουργίες και η συμπεριφορά, οδήγησε στη θεμελίωση δύο βασικών ρευμάτων της Ψυχολογίας του 20ου αιώνα, της Συμπεριφορικής Σχολής (Watson, Skinner κα.) και της Γνωστικής Σχολής (Piaget κα.). Τον 20ο αιώνα, σημαντικό ρόλο στη Ψυχολογία έπαιξε και η Ψυχανάλυση (Freud, μεταγενέστεροι φροϋδιστές), ενώ διαμορφώθηκε μία επιπλέον προσέγγιση, η Ανθρωπιστική Σχολή (Maslow, Rogers, Perls, Berne).

Η συμπεριφορά, οι γνωστικές λειτουργίες, τα συναισθήματα και οι ασυνείδητες διεργασίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης της Ψυχολογίας. Οι διαφορετικές σχολές επικεντρώνονται σε κάποιον από αυτούς τους τομείς: ο Συμπεριφορισμός μελετάει τις αντικειμενικές και μετρήσιμες συμπεριφορές, η Γνωστική Σχολή τις γνωστικές διεργασίες και τη λογική, η Ψυχανάλυση αναδεικνύει τις ασυνείδητες λειτουργίες στον ανθρώπινο ψυχισμό και η Ανθρωπιστική Σχολή αποσκοπεί στη μελέτη του εσωτερικού εαυτού, αποδεχόμενη τη σημασία των συναισθημάτων. Ωστόσο, στο σημείο αυτό ανακύπτει το ερώτημα εάν ανήκουν όλοι αυτοί οι τομείς στο πεδίο της Ψυχολογίας ως επιστήμης. Η πρώιμη μελέτη των αισθητικών λειτουργιών (Μüller, von Helmholtz, Weber, Fechner) θεωρείται ότι διαμόρφωσε την επιστημονική βάση της Ψυχολογίας. Αργότερα, οι συμπεριφοριστές υποστήριξαν ότι μόνο αντικειμενικά ερευνητικά δεδομένα, όπως αυτά που αφορούν τη συμπεριφορά, πρέπει να γίνονται αποδεκτά. Ο Freud επικρίθηκε ιδιαίτερα επειδή θεμελίωσε τη Ψυχανάλυση πάνω σε υποκειμενικές παρατηρήσεις (Αγγελόπουλος, 2002). Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες ορισμένοι ερευνητές επαναφέρουν τη μελέτη υποκειμενικών στοιχείων με σύγχρονες ερευνητικές διαδικασίες (π.χ. απεικονιστικές τεχνικές).

Η Ψυχανάλυση θεμελιώθηκε από τον Freud βάσει παρατηρήσεων σχετικά με τα υστερικά συμπτώματα. Μεταγενέστεροι φροϋδιστές (Adler, Jung, Klein, Lacan, Bion, Horney, Rank, Fromm, Erikson κα.) διαφοροποιήθηκαν ως προς τη διάκριση του ψυχικού οργάνου, τον ρόλο των μερών του και τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Ο Συμπεριφορισμός υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι επίκτητη και προκύπτει μέσω της μάθησης. Οι αρχές της κλασικής εξαρτημένης μάθησης (Pavlov – Watson) ερμηνεύουν την εμφάνιση μίας δεδομένης μορφής συμπεριφοράς έναντι ενός νέου ερεθίσματος. Όμως, η απόκτηση νέων μορφών συμπεριφοράς και η σταδιακή βελτίωση των προϋπαρχόντων έγιναν περισσότερο κατανοητές με το έργο του Skinner σχετικά με τη συντελεστική μάθηση. Ωστόσο, είναι προφανές ότι ο άνθρωπος μαθαίνει νέες συμπεριφορές και μόνο παρατηρώντας πρότυπα. Διάφοροι ερευνητές μελέτησαν τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαδικασία αυτή (Dollard, Miller, Bandura, Walters). Με τη μελέτη της μίμησης προτύπων (κοινωνική μάθηση), που περιλαμβάνει γνωστικά στοιχεία, ο Συμπεριφορισμός προσεγγίζει τη Γνωστική Σχολή, η οποία επικεντρώνεται στις γνωστικές λειτουργίες. Βάσει του έργου αυτών των ερευνητών, διαμορφώθηκε η Γνωστική – Συμπεριφορική Σχολή. Σε μία διαφορετική κατεύθυνση, η Ανθρωπιστική Σχολή αναδεικνύει την ικανότητα για ανάπτυξη και ευτυχία του ατόμου, το οποίο είναι ελεύθερο να αυτοπροσδιοριστεί (Παρασκευόπουλος, 1988). Ο Maslow περιέγραψε την πυραμίδα των ανθρωπίνων αναγκών και άλλοι, όπως οι Rogers, Perls και Jalom, σχεδίασαν ψυχοθεραπευτικές τεχνικές σύμφωνα με τις αρχές της Ανθρωπιστικής Σχολής (πελατοκεντρική, μορφολογική, υπαρξιστική ψυχοθεραπεία).

FREUD & ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Σύμφωνα με την τοπογραφική θεωρία, το ψυχικό όργανο διακρίνεται σε συνειδητό (καταγραφή εμπειριών), προσυνειδητό (μη συνειδητά στοιχεία, αλλά προσιτά στη συνείδηση) και ασυνείδητο (μη αποδεκτές πρωτογενείς φαντασιώσεις – επιθυμίες της παιδικής ηλικίας). Επίσης, εισάγεται η οργάνωση του ψυχισμού σε τρία αλληλοεξαρτώμενα στρώματα (δομική θεωρία): το Εκείνο (ένστικτα, πρωτόγονες ορμές, απωθημένες επιθυμίες), το Υπερεγώ (ηθικές επιταγές) και το Εγώ (συνειδητό μέρος). Ο Freud περιγράφει δύο μεγάλα ενστικτικά ρεύματα, του έρωτα (Libido) και της καταστροφής (Thanatos). Η Libido αποτελεί την ορμή για ευχαρίστηση με σεξουαλικό χαρακτήρα (Παρασκευόπουλος, 1988). Αντίθετα, το ένστικτο της καταστροφής παράγει παρορμήσεις επιθετικότητας. Το Εκείνο, το Εγώ και το Υπερεγώ αναπτύσσονται σύμφωνα με προκαθορισμένα στάδια. Στα στάδια αυτά επιχειρείται ικανοποίηση της Libido σε διαφορετική ερωτογόνο ζώνη: στοματικό στάδιο (1ο έτος), πρωκτικό στάδιο (2ο – 3ο έτος), φαλλικό στάδιο (3ο – 7ο έτος), περίοδος λανθάνουσας σεξουαλικότητας (7ο – 11ο έτος) και στάδιο ετερόφυλης σεξουαλικότητας. Η ανεπιτυχής μετάβαση από το ένα στάδιο στο άλλο τοποθετείται στον πυρήνα πολλών ψυχολογικών προβλημάτων (Αγγελόπουλος, 2006). Η παθολογική συμπεριφορά αποδίδεται σε ενδοψυχικές συγκρούσεις και η Ψυχανάλυση αποσκοπεί στην αποκάλυψή τους.

ΘΕΩΡΙΕΣ ΜΕΤΑΦΡΟΫΔΙΚΩΝ

Οι Adler και Jung δέχονται την ύπαρξη του δυναμικού ασυνειδήτου, αλλά ο πρώτος τοποθετεί στη θέση της Libido την ορμή για κυριαρχία και ο δεύτερος περιγράφει τη Libido ως αδιαφοροποίητη ψυχική ενέργεια. Ο Jung διακρίνει το ασυνείδητο σε προσωπικό και συλλογικό (περιλαμβάνει τα ένστικτα και τα αρχέτυπα) και αναφέρεται σε δύο βασικούς ψυχολογικούς τύπους (εσωστρεφής και εξωστρεφής). Κατά τον Adler, η μη ικανοποίηση της ορμής για επικράτηση επιφέρει τα νευρωσικά συμπτώματα. Αντίθετα, ο Jung υποστηρίζει ότι οι νευρώσεις προκαλούνται όταν το άτομο δεν ζει σύμφωνα με τον ψυχολογικό του τύπο (η ψυχοθεραπεία αποσκοπεί στην αποκατάσταση της δυσαρμονίας). Ο Bion διατύπωσε ένα μοντέλο εξέλιξης της συναισθηματικής εμπειρίας σε ικανότητα για σκέψη. Η Klein περιγράφει δύο τρόπους βίωσης της εσωτερικής – εξωτερικής πραγματικότητας (παρανοειδής–σχιζοειδής θέση, καταθλιπτική θέση) κατά τη βρεφική ηλικία. Τέλος, ο Lacan εισάγει στη Ψυχανάλυση το στάδιο του καθρέπτη (6ος – 18ος μήνας ζωής), το οποίο θεωρείται ότι εξυπηρετεί τη συγκρότηση της εσωτερικής εικόνας του εαυτού.

PAVLOV & ΜΑΘΗΣΗ

Ο Pavlov επιχείρησε να ελέγξει πειραματικά τους ισχυρισμούς του Sechenov σχετικά με την επίδραση εξωτερικών ερεθισμάτων στην εγκεφαλική λειτουργία. Διαπίστωσε ότι η επανειλημμένη χωροχρονική σύνδεση ενός ουδέτερου ερεθίσματος με ένα ειδικό ερέθισμα για μία αντίδραση οδηγεί τελικά στην εμφάνιση της αντίδρασης με την αποκλειστική δράση του ουδέτερου ερεθίσματος (κλασική εξαρτημένη μάθηση). Κατόπιν, ο Watson υποστήριξε ότι οι συνδέσεις ανάμεσα στα ερεθίσματα καθορίζουν τον τρόπο αντίδρασης του ατόμου σε αυτά. Αποδίδει ακόμα και σύνθετες συναισθηματικές αντιδράσεις στην κλασική εξαρτημένη μάθηση (πείραμα Albert). Έτσι, προτείνει την εξάλειψη κάθε συναισθηματικού στοιχείου από την ανατροφή των παιδιών και την εφαρμογή μίας αντικειμενικής–αυστηρά οργανωμένης ανατροφής (Παρασκευόπουλος, 1985).

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Η εφαρμογή πειραμάτων σε ζώα έστρεψε το ενδιαφέρον της Ψυχολογίας από τις νοητικές διεργασίες στα παρατηρούμενα αποτελέσματα αυτών. Η Συμπεριφοριστική Σχολή θεμελιώθηκε από τον Watson βάσει των ευρημάτων του Pavlov σχετικά με την κλασική εξαρτημένη μάθηση. Βρίσκεται σε συμφωνία με τις ιδέες του Locke, ο οποίος υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος γεννιέται «tabula rasa» και διαμορφώνεται κατόπιν από τις εμπειρίες του. Έτσι, η συμπεριφορά αποδίδεται κυρίως σε μηχανισμούς μάθησης. Ο άνθρωπος περιγράφεται ως σύστημα βιολογικών διεργασιών που υπακούουν στο δίπολο «ερέθισμα – απάντηση». Tα προϊόντα της μάθησης δεν είναι έννοιες, γνώσεις ή ιδέες, αλλά αυτοματοποιημένες αντιδράσεις.

Μία δεύτερη μορφή μάθησης μελετήθηκε από τον Skinner (συντελεστική μάθηση). Βασικό χαρακτηριστικό της είναι η έννοια της ενίσχυσης (μέσω αμοιβών) για την εδραίωση των διαφόρων μορφών συμπεριφοράς. Στην Παιδαγωγική, η προγραμματισμένη διδασκαλία και οι διδακτικές μηχανές αποτελούν εφαρμογές των αρχών της συντελεστικής μάθησης (Παρασκευόπουλος, 1985).

Σε ψυχοθεραπευτικό πλαίσιο, οι συμπεριφοριστές ερμηνεύουν την παθολογική συμπεριφορά ως συνέπεια ανεπιθύμητης μάθησης και αποσκοπούν στην τροποποίηση ή απαλοιφή των μη αποδεκτών εκδηλώσεων (Αγγελόπουλος, 2006). Τη δεκαετία του ΄50 αρχίζει η κλινική εφαρμογή των αρχών της κλασικής εξαρτημένης μάθησης με το έργο των Wolpe, Lazarus και Eysenck σε φοβικούς ασθενείς, ενώ ο Skinner μελετούσε εφαρμογές της συντελεστικής μάθησης σε ψυχωσικούς ασθενείς. Οι συμπεριφορικές τεχνικές χρησιμοποιούνται σήμερα για την αντιμετώπιση διάφορων παθολογικών καταστάσεων, όπως η παχυσαρκία (Butryn, Webb, & Wadden, 2011).

ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Η Γνωστική Σχολή επικεντρώνεται στη μελέτη των γνωστικών λειτουργιών (μνήμη, γλώσσα, αντίληψη, προσοχή, νοημοσύνη, επίλυση προβλημάτων, λήψη αποφάσεων), αξιοποιώντας έννοιες της Πληροφορικής. Αναπτύχθηκε στα μέσα του 20ο αιώνα με κύριους εκπροσώπους τους Piaget, Chomsky, Miller, Newell, Simon, Rumelhart και Mc Clelland. Ωστόσο, οι γνωστικές λειτουργίες είχαν ήδη αποτελέσει αντικείμενο μελέτης παλαιότερα (Wundt, Hall, Ebbinghaus, Müller, Titchener, Dewey, Angell, Thorndike, Tolman). Ο όρος Γνωστική Ψυχολογία εισήχθη από τον Neisser.

Ο Piaget υποστηρίζει ότι η νοημοσύνη εξυπηρετεί την τάση προσαρμογής του ατόμου στο εξωτερικό περιβάλλον (Παρασκευόπουλος, 1985). Διακρίνει τέσσερα αναπτυξιολογικά στάδια:
1. Αισθησιοκινητική περίοδος (έως το 2ο έτος).
2. Προσυλλογιστική περίοδος (3ο–6ο έτος).
3. Περίοδος συγκεκριμένης σκέψης (7ο–11ο έτος).
4. Περίοδος αφαιρετικής σκέψης (12ο–16ο έτος).

Ο Chomsky είχε σημαντική συμβολή στη Γλωσσολογία. Οι Rumelhart και Mc Clelland εισήγαγαν τις αρχές της παράλληλης κατανεμημένης επεξεργασίας στη Ψυχολογία. O Miller μελέτησε τη βραχυχρόνια μνήμη, ενώ οι Newell και Simon ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τη διαδικασία επίλυσης προβλημάτων και την τεχνητή νοημοσύνη.

ΓΝΩΣΤΙΚΟ-ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

Η Γνωστική – Συμπεριφορική Σχολή διαμορφώθηκε από τη σύζευξη συμπεριφορικών και γνωστικών στοιχείων. Κύριοι εκπρόσωποί της είναι οι Bandura, Ellis, Beck, Meichenbaum και Mahoney. Η διατύπωση της θεωρίας της κοινωνικής μάθησης, βάσει των πειραμάτων του Bandura για την επιθετικότητα σε παιδιά, επαναφέρει γνωστικά στοιχεία στην ερμηνεία της συμπεριφοράς (μίμηση προτύπων). Η παθολογική συμπεριφορά αποδίδεται σε γνωστικά λάθη (π.χ. παράλογες πεποιθήσεις, λανθασμένες αντιλήψεις, υπερβολικές κρίσεις).

Αναπτύχθηκαν διάφορες προσεγγίσεις, όπως η λογικο-θυμική θεραπεία (Ellis), η γνωστική θεραπεία (Beck) και η τεχνική του αυτοελέγχου (Meichenbaum). Σήμερα, εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών, όπως οι αγχώδεις διαταραχές (Otte, 2011) και η κατάθλιψη (Thoma, McKay, Gerber, Milrod, Edwards, & Kocsis, 2012). Επίσης, χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις οργανικών νοσημάτων, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα (Sharpe & Schrieber, 2012).

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

Οι ψυχοθεραπείες διακρίνονται σε ατομικές (π.χ. ψυχοδυναμικές, συμπεριφορικές) και ομαδικές (π.χ. θεραπείες ζεύγους, οικογένειας). Σκοπός κάθε μορφής ψυχοθεραπείας είναι η τροποποίηση μη αποδεκτών στοιχείων του ασθενούς μέσω της εφαρμογής ψυχολογικών μεθόδων. Βασικές επιδιώξεις σε αυτή τη διαδικασία αποτελούν η απόκτηση αυτοεπίγνωσης ή – ειδικά για τις συμπεριφορικές ψυχοθεραπείες – η απάλειψη των αρνητικών συμπτωμάτων.

Ιστορικά, η εφαρμογή ψυχολογικών μεθόδων στο πλαίσιο της θεραπευτικής παρουσιάζει μακρόχρονη παράδοση (μαγικοθρησκευτική θεραπεία, υποβολή, ύπνωση, ποικίλες μορφές τιμωρίας). Χαρακτηριστικά ο Αριστοτέλης διατύπωσε την άποψη ότι η απελευθέρωση των καταπιεσμένων συναισθημάτων ή των παθών του ανθρώπου αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική θεραπεία των ψυχικών διαταραχών.

Οι θεραπευτικοί μηχανισμοί που δρουν κατά την εξέλιξη της ψυχοθεραπείας διακρίνονται σε ειδικούς (για κάθε μορφή) και μη ειδικούς (π.χ. ζεστασιά, στενή συναισθηματική σχέση με τον θεραπευτή). Οι μη ειδικοί μηχανισμοί θεωρούνται ιδιαίτερα ισχυροί και καθολικοί σε όλες τις μορφές ψυχοθεραπείας. Άλλωστε, η προσωπικότητα του θεραπευτή παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ποιότητας της ψυχοθεραπείας. Η θεραπευτική σχέση δομείται και από τα δύο μέρη. Από την πλευρά του θεραπευτή απαιτείται αποδοχή του ασθενούς (ο ασθενής είναι πρόσωπο αδιαπραγμάτευτης αξίας ανεξαρτήτως των συμπτωμάτων ή των προβλημάτων που αναφέρει), προσεκτική ακρόαση των λεγομένων του (προσφέρει ανακούφιση και έχει θεραπευτική αξία) και αποφυγή των εξής εμποδίων της θεραπευτικής σχέσης:
- Ανταγωνιστική συζήτηση με τον ασθενή.
- Επιβεβαίωση ή άρνηση παραληρητικών ιδεών.
- Άσκηση κριτικής.
- Διατύπωση μομφών ή καταδικαστικών προτάσεων για τον ασθενή.

Κατά την ενεργό (active) ψυχοθεραπεία, ο θεραπευτής αναλαμβάνει παρεμβατικούς χειρισμούς, διατυπώνει ερμηνείες και έχει τον έλεγχο της πορείας της ψυχοθεραπείας. Σχεδόν όλες οι μορφές ψυχοθεραπείας παρουσιάζουν έναν βαθμό παρεμβατικού χαρακτήρα. Η μη ενεργός ψυχοθεραπεία ουσιαστικά αφορά μόνο την κλασική ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία.

Από την πλευρά του ασθενούς θεωρούνται σημαντικές προϋποθέσεις η επιθυμία και η ικανότητα για τη διερεύνηση των συναισθημάτων του, η δυνατότητα εργασίας στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης, η συμμετοχή στην ανάπτυξη της σχέσης με τον θεραπευτή και η έκφραση μέσω της λεκτικής επικοινωνίας. Ο ασθενής πρέπει να μιλάει αρκετά και να εκφράζεται ικανοποιητικά. Αν και συνυπάρχουν μη λεκτικοί τρόποι έκφρασης, δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσουν τη λεκτική επικοινωνία.

Όλες οι μορφές ψυχοθεραπείας εμφανίζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά (Frank, 1971):
- Συναισθηματικά φορτισμένη σχέση (έκφραση συναισθημάτων κατά την εξέλιξη της ψυχοθεραπείας).
- Θεραπευτική λογική που είναι αποδεκτή από τον θεραπευτή και τον ασθενή.
- Παροχή καινούριων πληροφοριών και προοδευτική ισχυροποίηση της προσδοκίας του ασθενούς για βοήθεια μέσα από εμπειρίες επιτυχίας.
- Καταπολέμηση της αποθάρρυνσης και της πτώσης του ηθικού (anti-demoralization hypothesis).

Γενικά, όλες οι ψυχοθεραπευτικές τεχνικές αναφέρεται ότι εφαρμόζουν συνδυασμούς γνωσιακής κυριαρχίας, συναισθηματικής εμπειρίας και ρύθμισης της συμπεριφοράς (Karasu, 1986).

ΣΥΖΕΥΞΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ ΣΧΟΛΩΝ

Ο Συμπεριφορισμός αναπτύχθηκε ως αντίδραση στον υποκειμενισμό των ενδοσκοπικών τεχνικών, πρεσβεύοντας μία ντετερμινιστική ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η αμφισβήτηση του Συμπεριφορισμού με την αναγνώριση του ρόλου των γνωστικών λειτουργιών στο δίπολο «ερέθισμα – αντίδραση» μορφοποιήθηκε με την ανάπτυξη της Γνωστικής Σχολής και η σύζευξη συμπεριφορικών και γνωστικών στοιχείων οδήγησε στη διαμόρφωση της Γνωστικής –Συμπεριφορικής Σχολής. Ντετερμινιστικό χαρακτήρα έχει και η Ψυχανάλυση. Τονίζοντας την έννοια της ανθρώπινης ελευθερίας, η Ανθρωπιστική Σχολή ήλθε σε αντίθεση και με τις δύο αυτές ψυχολογικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, παρά την αμφισβήτηση της ψυχαναλυτικής θεωρίας, η σημασία των πρώτων ετών της ζωής υιοθετήθηκε από ψυχοδυναμικούς και μη θεωρητικούς. Με το έργο των αναλυτών του Εγώ αναγνωρίζεται η επίδραση του εξωτερικού περιβάλλοντος για την εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Παρασκευόπουλος, 1988). Επομένως, διαπιστώνεται μία σταδιακή σύγκλιση των διαφορετικών σχολών με τη συνδυαστική θεώρηση του ψυχισμού βάσει των συνεισφορών κάθε σχολής.

ΠΗΓΕΣ

- Αγγελόπουλος, Ν. (2006). Ψυχιατρική. Λάρισα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
- Aγγελόπουλος, Ν. (2002). Ψυχολογία. Λάρισα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας..
- Κορδάτος, Ι. (1972). Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας. Αθήνα: Εκδόσεις Μπουκουμάνη.
- Παρασκευόπουλος, Ι.Ν. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία. Αθήνα.
- Παρασκευόπουλος, Ι.Ν. (1988). Κλινική Ψυχολογία. Αθήνα.
- Butryn, M.L., Webb, V., & Wadden, T.A. (2011). Behavioral treatment of obesity. The Psychiatric Clinics of North America, 34(4), 841 – 859.
- Frank J. Therapeutic factors in psychotherapy. Am J Psychother. 1971;25:350-361.
- Karasu T. The specificity versus non-specificity dilemma: toward identifying therapeutic change agents. Am J Psychiat. 1986;143:687-695.
- Otte, C. (2011). Cognitive behavioral therapy in anxiety disorders: current state of the evidence. Dialogues in Clinical Neurosciences, 13(4), 413 - 421.
- Sharpe, L., & Schrieber, L. (2012). A blind randomized controlled trial of cognitive versus behavioral versus cognitive - behavioral therapy for patients with rheumatoid arthritis. Psychotherapy and Psychosomatics, 81(3), 145 – 152.
- Thoma, N.C., McKay, D., Gerber, A.J., Milrod, B.L., Edwards, A.R., & Kocsis, J.H. (2012). A quality-based review of randomized controlled trials of cognitive-behavioral therapy for depression: an assessment and metaregression. The American Journal of Psychiatry, 169(1), 22 – 30.

No comments: