ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΟΞΟΠΛΑΣΜΩΣΗΣ ΣΤΗ ΨΥΧΙΚΗ ΣΦΑΙΡΑ



Το τοξόπλασμα προκαλεί μία ιδιαίτερα σοβαρή νόσο (συγγενής τοξοπλάσμωση) εάν μολύνει τη μητέρα κατά τη διάρκεια της κύησης και η λοίμωξη μεταδοθεί στο έμβρυο. Επίσης, είναι αρκετά συχνό παθογόνο σε ένα βασικό κατοικίδιο ζώο, τη γάτα. Παρόλα αυτά, δεν ανήκει ανάμεσα στους λοιμώδεις παράγοντες που έχουν προκαλέσει κατά καιρούς ιδιαίτερη ανησυχία στην κοινή γνώμη. Τρεις βασικοί λόγοι μπορεί να ερμηνεύσουν αυτό το φαινόμενο. Κατ’ αρχάς, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η προκαλούμενη λοίμωξη στον άνθρωπο είναι ασυμπτωματική, αλλά και εάν εμφανισθούν συμπτώματα είναι αρκετά ήπια. Εξαίρεση σε αυτόν τον γενικό κανόνα αποτελεί η εμφάνιση τοξοπλάσμωσης σε ασθενείς με διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος. Ωστόσο, πρόκειται για μία ειδική μορφή της τοξοπλάσμωσης που αφορά τις συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών. Μία δεύτερη αιτία είναι ότι για να παρατηρηθεί η σοβαρή λοίμωξη του εμβρύου σε περιπτώσεις εγκυμοσύνης πρέπει να ικανοποιηθούν ορισμένες προϋποθέσεις. Η μητέρα δεν πρέπει να έχει εκτεθεί παλαιότερα στο τοξόπλασμα, ενώ έχει σημασία και η χρονική στιγμή της μόλυνσης κατά την εξέλιξη της κύησης. Άρα, η συγγενής τοξοπλάσμωση είναι μία σχετικά σπάνια παθολογική κατάσταση. Τέλος, μόλις πρόσφατα έχουν αρχίσει να αναγνωρίζονται οι επιπτώσεις του τοξοπλάσματος στη συμπεριφορά και στη ψυχική σφαίρα. Σε αυτό το πεδίο τα αποτελέσματα της έρευνας θεωρούνται αρκετά πρώιμα και, αναλόγως των οριστικών συμπερασμάτων που θα προκύψουν, μπορεί να μεταβληθεί η θεώρηση της τοξοπλάσμωσης στην παθολογία του ανθρώπου.

Από τις διάφορες επιπτώσεις της τοξοπλάσμωσης στον ανθρώπινο οργανισμό, αυτές που αφορούν τη ψυχική σφαίρα και τη συμπεριφορά είναι λιγότερο σαφείς και αποτελούν αντικείμενο εκτεταμένης έρευνας. Προηγούμενες μελέτες υποστηρίζουν ότι το τοξόπλασμα ασκεί επιδράσεις στη συμπεριφορά και μπορεί να συμμετέχει ως αιτιολογικός ή προδιαθετικός παράγοντας στην παθογένεια διαφόρων ψυχιατρικών διαταραχών, όπως η κατάθλιψη και η σχιζοφρένεια. Ακόμα, έχει αναφερθεί θετική συσχέτιση μεταξύ της τοξοπλάσμωσης και της διπολικής διαταραχής σε νεαρούς ασθενείς με μανιακή και καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Οι μεταβολές της συμπεριφοράς παρατηρήθηκαν αρχικά σε ζωικούς οργανισμούς. Αντίθετα προς το φυσιολογικά αναμενόμενο πρότυπο, τρωκτικά που είχαν προσβληθεί από το τοξόπλασμα κινούνταν σε περιοχές τις οποίες είχαν οριοθετηθεί γάτες με τα ούρα τους. Η συγκεκριμένη συμπεριφορά προσφέρει πλεονέκτημα στο τοξόπλασμα καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος μία γάτα να συλλάβει το μολυσμένο τρωκτικό. Έτσι, το παθογόνο μολύνει τον κύριο ξενιστή και πολλαπλασιάζεται στον οργανισμό του. Ο υποκείμενος μηχανισμός του συμπεριφορικού προτύπου παραμένει ανεπαρκώς κατανοητός, αν και πιθανώς να συνδέεται με μεταβολές της συγκέντρωσης της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο των ζώων. Οι παρατηρούμενες διαφοροποιήσεις της συμπεριφοράς των τρωκτικών έθεσαν την υποψία αντίστοιχων επιπτώσεων της τοξοπλάσμωσης στον άνθρωπο, ακόμα και κατά τη χρόνια φάση που θεωρείται ασυμπτωματική. Η ήπια εγκεφαλίτιδα μπορεί να επηρεάζει τη σύνθεση της ντοπαμίνης, επιφέροντας αποτελέσματα ανάλογα με εκείνα ορισμένων αντικαταθλιπτικών και διεγερτικών φαρμάκων.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα προηγούμενων μελετών ερευνητικών ομάδων από την Τσεχία και την Τουρκία, η μόλυνση από το τοξόπλασμα συσχετίζεται με αύξηση του κινδύνου αυτοκινητιστικών ατυχημάτων. Η παρατήρηση αυτή μπορεί να ερμηνευθεί από τη μείωση της ταχύτητας των αντιδράσεων, η οποία καταγράφεται στους ασθενείς. Άλλες μελέτες υποστηρίζουν ότι το παράσιτο επηρεάζει την προσωπικότητα του ατόμου και μάλιστα με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με το φύλο. Η τοξοπλάσμωση συνδέεται με την εκδήλωση αντικοινωνικών και αρνητικών συμπεριφορών στους άνδρες, όπως είναι η μη τήρηση κανόνων και η αυξημένη ζηλοφθονία. Αντίθετα, στις γυναίκες έχει συσχετισθεί με την εκδήλωση θερμής συμπεριφοράς, ευσυνειδησίας και πιστότερης εφαρμογής ηθικών κανόνων. Όπως αναφέρεται σε παλαιότερο άρθρο στο περιοδικό Australian Science, οι άνδρες με τοξοπλάσμωση χαρακτηρίζονται από χαμηλότερο δείκτη ευφυΐας (IQ) και πτωχότερες ακαδημαϊκές επιδόσεις. Επίσης, αναγνωρίζονται ως λιγότερο θελκτικοί από τις γυναίκες. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες που έχουν μολυνθεί είναι περισσότερο φιλικές και εκλαμβάνονται ως περισσότερο θελκτικές. Τέλος, και στα δύο φύλα καταγράφεται περιορισμός των συμπεριφορών που σηματοδοτούνται από την αναζήτηση καινοτόμων λύσεων. Ωστόσο, τα στοιχεία των συμπεριφορικών επιπτώσεων της τοξοπλάσμωσης είναι αμφισβητήσιμα. Βασικό μειονέκτημα αποτελεί η απουσία επαρκούς αριθμού προοπτικών μελετών με τις οποίες θα αξιολογούνταν οι συμμετέχοντες πριν και μετά τη μόλυνση ώστε να διαπιστωθεί εάν η μελετούμενη συμπεριφορά ακολουθεί χρονικά την έναρξη της λοίμωξης. Επίσης, δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη σχέσης αιτίας – αποτελέσματος καθώς είναι πιθανό οι παρατηρούμενες συσχετίσεις να οφείλονται (εν μέρει) σε παράγοντες που απλά θέτουν ορισμένα άτομα σε αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης από το παράσιτο.

Η οξεία τοξοπλάσμωση συνδέεται με την εκδήλωση ψυχωσικών συμπτωμάτων (παρόμοιων με της σχιζοφρένειας) σε ορισμένους ασθενείς. Το ενδεχόμενο να αποτελεί η τοξοπλάσμωση μία από τις αιτίες της νόσου εξετάζεται ήδη από το 1953. Ωστόσο, σημαντικό ρόλο στον αναγνώριση αυτής της σχέσης έπαιξε παλαιότερο άρθρο του E.F. Torrey, στο οποίο μετά από ανασκόπηση των προηγούμενων δημοσιεύσεων κατέστη σαφές ότι σχεδόν όλοι οι ερευνητές επιβεβαίωναν την υψηλότερη συχνότητα της λοίμωξης σε ασθενείς με σχιζοφρένεια. Παράλληλα, είναι γνωστό ότι η σχιζοφρένεια συσχετίζεται με αύξηση των επιπέδων της ντοπαμίνης. Το 2009 η ερευνητική ομάδα του Δρος G. McConkey στο Πανεπιστήμιο του Leeds ανακοίνωσε ότι το τοξόπλασμα φέρει δύο σημαντικά γονίδια για τη σύνθεση αυτού του νευροδιαβιβαστή. Συγκεκριμένα, μπορεί να κωδικοποιήσει το ένζυμο υδροξυλάση της φαινυλαλανίνης που συμμετέχει στη μετατροπή της φαινυλαλανίνης σε τυροσίνη και το ένζυμο υδροξυλάση της τυροσίνης που ακολούθως καταλύει τη μετατροπή της τυροσίνης σε L-dopa (πρόδρομη ουσία της ντοπαμίνης). Τα ένζυμα αυτά δεν ανευρίσκονται σε άλλα συγγενικά του τοξοπλάσματος παράσιτα (εξαίρεση αποτελεί το παράσιτο Neospora). Βάσει αυτών των ευρημάτων οι ερευνητές απέδειξαν ότι το τοξόπλασμα συνθέτει ντοπαμίνη και μάλιστα διαπιστώθηκε μία άμεση σχέση μεταξύ του αριθμού των κυττάρων που είχαν μολυνθεί από το παράσιτο και της απεκκρινόμενης ποσότητας ντοπαμίνης. Άρα, είναι πιθανό τα αυξημένα επίπεδα του νευροδιαβιβαστή σε ασθενείς με σχιζοφρένεια να οφείλονται στην παραγωγή από το παράσιτο και όχι μόνο σε ενδογενή σύνθεση από τον οργανισμό των ασθενών. Στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η Δρ J. Webster και οι συνεργάτες της αφού αρχικά μόλυναν τρωκτικά με το τοξόπλασμα ακολούθως τα υπέβαλαν σε αγωγή με αλοπεριδόλη, η οποία είναι μία ευρέως χορηγούμενη αντιψυχωτική φαρμακευτική ουσία που αναστέλλει την ντοπαμίνη. Αποκαλύφθηκε ότι η χορήγηση της αλοπεριδόλης ήταν ικανή να αναστρέψει τις συμπεριφορικές επιδράσεις της μόλυνσης από το παράσιτο. Οι ερευνητές διατύπωσαν την υπόθεση ότι  αλοπεριδόλη μπορεί να παρεμποδίζει τον πολλαπλασιασμό του τοξοπλάσματος και να μειώνει τα επίπεδα της ντοπαμίνης με άμεσους και έμμεσους μηχανισμούς, στους οποίους περιλαμβάνεται και η επίδραση στη σύνθεση του νευροδιαβιβαστή. Παρόλα αυτά δεν προκύπτει επί του παρόντος οριστική σχέση αιτίας – αποτελέσματος σε αυτό το πεδίο καθώς είναι εξίσου πιθανό η λοίμωξη να προκαλεί την εκδήλωση της ψυχικής νόσου αλλά και το αντίστροφο, δηλαδή η σχιζοφρένεια να εμφανίζει ορισμένα χαρακτηριστικά που να οδηγούν σε υψηλότερη ευπάθεια των ασθενών στη λοίμωξη. Το μόνο δεδομένο στοιχείο είναι η ύπαρξη υψηλότερων επιπέδων αντιτοξοπλασμικών αντισωμάτων σε σχιζοφρενείς (συγκριτικά προς τον γενικό πληθυσμό), όπως αναφέρεται από διάφορες ερευνητικές ομάδες.   

Πριν από δύο μήνες Δανοί ερευνητές δημοσίευσαν ένα άρθρο στο οποίο σημειώνεται ότι οι γυναίκες που έχουν μολυνθεί από το τοξόπλασμα βρίσκονται σε διπλάσιο κίνδυνο να αυτοκτονήσουν σε σχέση με τις υπόλοιπες. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται με την άνοδο των IgG αντιτοξοπλασμικών αντισωμάτων. Επίσης, η μόλυνση από το παράσιτο συσχετίσθηκε με μεγαλύτερο κίνδυνο διάπραξης βίαιης αυτοκτονίας. Οι ερευνητές διατυπώνουν την υπόθεση ότι η παρατηρούμενη παθολογική συμπεριφορά μπορεί να συνδέεται με την επίδραση του παρασίτου σε ανασταλτικές λειτουργίες του προμετωπιαίου φλοιού. Το παράσιτο εντοπίζεται στον προμετωπιαίο φλοιό και σε άλλες δομές του εγκεφάλου, όπως η αμυγδαλή. 

Το 2006, ο Δρ K. Lafferty, ερευνητής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας, δημοσίευσε ένα άρθρο στο οποίο συσχετίζεται η εκδήλωση νευρωσικών συμπτωμάτων (όπως προκύπτει από εθνικές μελέτες) με τη συχνότητα της τοξοπλάσμωσης σε διάφορες χώρες. Αντίστοιχα προς τις προαναφερόμενες περιπτώσεις δεν επιτυγχάνεται η απόδειξη αιτιολογικής σχέσης, αλλά τα δεδομένα αυτά αποτελούν μία πρώτη καταγραφή του τρόπου που μπορεί να έχει επηρεάσει το τοξόπλασμα ολόκληρες κοινωνίες. Για παράδειγμα, στη Βρετανία όπου η επίπτωση της λοίμωξης είναι χαμηλότερη ο δείκτης νευρωσικών συμπτωμάτων είναι σημαντικά μικρότερος σε σύγκριση με την Γαλλία, στην οποία η έκθεση στο παθογόνο είναι πιο εκτεταμένη (δείκτης νευρωσικών συμπτωμάτων -0,8 έναντι 1,8, αντίστοιχα).

No comments: