ΗΛΙΑΚΕΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΕΣ: ΠΙΘΑΝΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

Για το 2013, η NASA (National Aeronautics and Space Administration) έχει ανακοινώσει ότι είναι πολύ πιθανό η Γη να προσβληθεί από μία ιδιαίτερα σοβαρή ηλιακή καταιγίδα. Ως συνέπεια είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να προκληθούν ανυπέρβλητα προβλήματα στις τηλεπικοινωνίες, στις μονάδες παραγωγής ενέργειας ή στους δορυφόρους που έχουν τεθεί σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη. Αν και οι πιθανές επιπτώσεις όσον αφορά τις σύγχρονες τεχνολογικές εφαρμογές είναι επαρκώς τεκμηριωμένες, δεν συμβαίνει το ίδιο σε σχέση με την ενδεχόμενη ύπαρξη συνεπειών για τον ανθρώπινο οργανισμό.
Οι ηλιακές καταιγίδες χαρακτηρίζονται από δύο φαινόμενα: τις ηλιακές εκλάμψεις και τις στεφανιαίες μαζικές εκτινάξεις. Οι ηλιακές εκλάμψεις είναι αιφνίδιες λάμψεις που παρατηρούνται πάνω από την επιφάνεια του Ηλίου και αντιστοιχούν σε απελευθέρωση ενέργειας της τάξης των 6 Χ 1025 Joules. Κατά κανόνα ακολουθούνται από τις στεφανιαίες μαζικές εκτινάξεις (περιλαμβάνουν ηλεκτρόνια, ιόντα και άτομα που κατευθύνονται προς το διάστημα). Στη Γη φθάνουν περίπου 24 – 48 ώρες μετά από κάθε τέτοιο γεγονός.
Κατά τις στεφανιαίες μαζικές εκτινάξεις τα ηλεκτρόνια, τα πρωτόνια και τα βαρύτερα ιόντα επιταχύνονται κοντά στην ταχύτητα του φωτός. Παράγεται ακτινοβολία σε όλα τα μήκη κύματος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, από τα ραδιοκύματα έως την ακτινοβολία γ. Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα της ενέργειας αφορά συχνότητες εκτός του ορατού φάσματος. Έτσι, η πλειοψηφία των εκλάμψεων δεν γίνεται αντιληπτή δια γυμνού οφθαλμού και απαιτείται η χρήση ειδικού εξοπλισμού. Οι ακτίνες Χ και η UV ακτινοβολία που εκπέμπονται κατά τις εκλάμψεις είναι δυνατό να επηρεάσουν την ιονόσφαιρα της Γης και να προκαλέσουν προβλήματα στις τηλεπικοινωνίες. Ακόμα, η απευθείας εκπομπή ραδιοκυμάτων μπορεί να προκαλέσει δυσλειτουργίες σε ραντάρ και άλλες συσκευές που χρησιμοποιούν τις αντίστοιχες συχνότητες.
Ο Ήλιος δεν παραμένει σε μία σταθερή κατάσταση. Αντίθετα, περιγράφεται ο ηλιακός κύκλος που αποτελεί την περιοδική μεταβολή της ενεργότητας του Ηλίου (όπως προκύπτει από την εκπομπή ακτινοβολίας και ύλης προς το διάστημα). Κάθε κύκλος έχει διάρκεια 11 ετών. Η συχνότητα των ηλιακών εκλάμψεων εξαρτάται από τον ηλιακό κύκλο. Ποικίλει από αρκετές εκλάμψεις σε μία ημέρα (ενεργός φάση) έως λιγότερες από μία την εβδομάδα (φάση ηρεμίας). Οι μεγάλες εκλάμψεις είναι σπανιότερες των λιγότερο σημαντικών. Σημειώνεται ότι οι στεφανιαίες μαζικές εκτινάξεις που συνήθως ακολουθούν τις σοβαρότερες εκλάμψεις είναι δυνατό να επιφέρουν γεωμαγνητικές καταιγίδες στη Γη. Οι γεωμαγνητικές καταιγίδες συνιστούν το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των ηλιακών εκπομπών με το μαγνητικό πεδίο της Γης.

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΗΛΙΑΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΚΑΡΔΙΑΓΓΕΙΑΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Το 30% των θανάτων από καρδιαγγειακά αίτια δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί βάσει των γνωστών παραγόντων κινδύνου. Ειδικά για αυτά τα περιστατικά αποτελεί ενδιαφέρουσα προσέγγιση η εξέταση της επίδρασης ορισμένων περιβαλλοντικών παραγόντων που δεν έχουν ακόμα μελετηθεί επαρκώς. Υπάρχουν στοιχεία ότι η ηλιακή και η γεωμαγνητική δραστηριότητα επηρεάζουν το καρδιαγγειακό σύστημα [1]. Ποικίλες μεταβολές της εξέλιξης διαφόρων καρδιαγγειακών συνδρόμων συνδέονται με τη γεωμαγνητική δραστηριότητα σε ημερήσιο ή μηνιαίο χρονικό πλαίσιο [2]. Έχει προταθεί ότι οι συγκεκριμένες μεταβολές μπορεί να προκαλούνται από την ενεργοποίηση του σεροτονινεργικού συστήματος.
Σύμφωνα με προηγούμενες μελέτες, η συχνότητα των εμφραγμάτων του μυοκαρδίου, των εγκεφαλικών επεισοδίων και των θανάτων που αποδίδονται σε έμφραγμα του μυοκαρδίου αυξάνεται κατά τη διάρκεια των γεωμαγνητικών καταιγίδων. Οι Vencloviene και συν. ανέλυσαν δεδομένα 1.979 ασθενών, οι οποίοι νοσηλεύθηκαν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Κάουνας της Λιθουανίας [1]. Διαπίστωσαν ότι δύο ημέρες μετά από μία γεωμαγνητική καταιγίδα, η συχνότητα των εμφραγμάτων με ανάσπαση του διαστήματος ST (STEMI) ήταν πάνω από 1,5 φορά μεγαλύτερη σε άτομα με ιστορικό εμφράγματος, σταθερής στηθάγχης, νεφροπάθειας ή πνευμονοπάθειας. Μάλιστα, ο Stoupel αναφέρει ότι η αυξημένη γεωμαγνητική δραστηριότητα συσχετίζεται με περισσότερες περιπτώσεις εμφραγμάτων του προσθίου τοιχώματος [2]. Επιπλέον, συνδέεται με:
- Υψηλότερη θνητότητα μη νοσηλευομένων ασθενών και τάση αύξησης της ενδονοσοκομειακής θνητότητας εξαιτίας εμφράγματος του μυοκαρδίου.
- Υψηλότερη διαστολική πίεση τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε υπερτασικούς ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία.
- Αυξημένα επίπεδα προλακτίνης και 17-κορτικοστεροειδών στο περιφερικό αίμα.
- Σοβαρά επεισόδια ημικρανίας.
- Περισσότερες εισαγωγές ανδρών σε νοσοκομείο λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου.
- Μεταβολές σε κυτταρικούς πληθυσμούς που επηρεάζουν την πήξη του αίματος (π.χ. αριθμός αιμοπεταλίων).
- Αύξηση της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων και των επιπέδων του ινωδογόνου.
- Πτώση της δραστικότητας των λευκοκυττάρων.
Αντίθετα, οι περίοδοι χαμηλής γεωμαγνητικής δραστηριότητας συνδέονται με μία σχετική αύξηση των καρδιαγγειακών θανάτων που δεν οφείλονται σε έμφραγμα του μυοκαρδίου [2]. Οι περίοδοι αυτές συσχετίζονται – επίσης – με:
- Υψηλότερα επίπεδα αυξητικής ορμόνης και 11-κορτικοστεροειδών στο περιφερικό αίμα.
- Περισσότερους αιφνίδιους θανάτους.
- Σχετική αύξηση των κοιλιακών και των υπερκοιλιακών έκτακτων συστολών.
- Εμφάνιση περισσότερων περιστατικών κοιλιακής ταχυκαρδίας.
Ακόμα, μόνο τις χρονικές στιγμές της χαμηλότερης γεωμαγνητικής δραστηριότητας τα εμφράγματα του κατωτέρου τοιχώματος φαίνεται ότι υπερβαίνουν αριθμητικά τα αντίστοιχα του προσθίου τοιχώματος [2]. Τέλος, η ανά μήνα εμφάνιση περιπτώσεων υπέρτασης κατά την κύηση συσχετίζεται αρνητικά με το επίπεδο γεωμαγνητικής δραστηριότητας.
Οι Dimitrova και συν. επιβεβαιώνουν ότι μεταβολές της γεωμαγνητικής δραστηριότητας επηρεάζουν στατιστικά σημαντικά την αρτηριακή πίεση [3]. Μάλιστα, προσθέτουν ότι η συγκεκριμένη επίδραση προκύπτει σε ήπιες μεταβολές της δραστηριότητας σε τοπικό επίπεδο και σε σοβαρές μεταβολές που λαμβάνουν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο (γεωμαγνητικές καταιγίδες). Αντίθετα, άλλες παράμετροι δεν εμφάνισαν πρότυπο, το οποίο να είναι δυνατό να συσχετισθεί με τη γεωμαγνητική δραστηριότητα. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα επίπεδα της αιμοσφαιρίνης, των ηλεκτρολυτών, της καρδιακής συχνότητας και ο καρδιακός ρυθμός [2].

ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ

Αν και η επίδραση των γεωμαγνητικών καταιγίδων έχει εξετασθεί περισσότερο αναφορικά με το καρδιαγγειακό σύστημα, αναμένεται ότι μπορεί να αποκαλυφθούν ευρύτερες φυσιολογικές ή παθοφυσιολογικές συνέπειες στον ανθρώπινο οργανισμό. Οι Stoupel και συν. διαπίστωσαν ότι τις ημέρες έντονων γεωμαγνητικών καταιγίδων παρατηρούνται σημαντικές μεταβολές των αυτοάνοσων δεικτών σε ασθενείς με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (ειδικότερα καταγράφηκε αύξηση των επιπέδων των anti beta2Gp1-IgA και KCT) [4]. Συνεπώς, οι μεταβολές που παρατηρούνται στις ανοσολογικές αποκρίσεις μπορεί να συμμετέχουν σε κλινικές καταστάσεις που επηρεάζονται από τις γεωμαγνητικές καταιγίδες.

ΠΗΓΕΣ

1. Vencloviene J, Babarskiene R, Slapikas R, et al. The association between phenomena on the Sun, geomagnetic activity, meteorological variables, and cardiovascular characteristic of patients with myocardial infarction. Int J Biometeorol. 2012 Nov 24.
2. Stoupel E. The effect of geomagnetic activity on cardiovascular parameters. Biomed Pharmacother. 2002;56:247-256.
3. Dimitrova S, Stoilova I, Yaney T, et al. Effect of local and global geomagnetic activity on human cardiovascular homeostasis. Arch Environ Health. 2004;59:84-90.
4. Stoupel E, Monselise Y, Lahav J. Changes in autoimmune markers of the anti-cardiolipin syndrome on days of extreme geomagnetic activity. J Basic Clin Physiol Pharmacol. 2006;17:269-278.

No comments: