ΚΑΝΝΑΒΗ & ΚΑΝΝΑΒΙΝΟΕΙΔΗ: ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

Είναι αλήθεια ότι οι ιατρικές εφαρμογές της κάνναβης ανήκουν στην ομάδα των θεμάτων που έχουν προκαλέσει μεγάλη αντιπαράθεση ανάμεσα στους ειδικούς. Βασικό σημείο των διαφωνιών αποτελεί η αξιολόγηση του προσδοκώμενου θεραπευτικού οφέλους σε σχέση με τις παρενέργειες που εμφανίζονται από τη χρήση της.
Η κάνναβη είναι ένα φυτό, το οποίο διακρίνεται σε τρία είδη και ακόμα περισσότερες ποικιλίες. Τα ενεργά συστατικά της κάνναβης είναι ουσίες που περιγράφονται με τον όρο κανναβινοειδή (π.χ. κανναβιδιόλη, Δ9-τετραϋδροκανναβινόλη). Ορισμένες ποικιλίες περιέχουν υψηλότερα επίπεδα κανναβιδιόλης, ενώ άλλες χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη συγκέντρωση τετραϋδροκανναβινόλης. Η τετραϋδροκανναβινόλη συνδέεται με δύο είδη υποδοχέων στο ανθρώπινο σώμα (υποδοχείς κανναβινοειδών, CB). Οι υποδοχείς CB1 εντοπίζονται κυρίως στον εγκέφαλο, ενώ οι υποδοχείς CB2 σε διάφορα σημεία του σώματος (πρωταρχικά στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος). Στην πραγματικότητα, όμως, η κάνναβη περιέχει πολλά περισσότερα κανναβινοειδή, των οποίων η συγκέντρωση και η δραστικότητα ποικίλει από φυτό σε φυτό. Μέχρι σήμερα, δεν είναι πλήρως κατανοητός ο τρόπος αλληλεπίδρασής τους. Επίσης, έχει αναγνωριστεί ότι διαφορετικά «κοκτέιλ κανναβινοειδών» προκαλούν διαφορετικές επιδράσεις ανάλογα με τον χρήστη.
Βασικός σταθμός στην έρευνα, σχετικά με τα κανναβινοειδή, αποτέλεσε η ανακάλυψη του ενδογενούς συστήματος κανναβινοειδών. Δηλαδή, υπάρχουν φυσιολογικά ουσίες (ενδογενή κανναβινοειδή) στον ανθρώπινο οργανισμό, οι οποίες «μοιράζονται» τους ίδιους υποδοχείς με τα εξωγενή κανναβινοειδή από το κάπνισμα της κάνναβης. Μια τέτοια ουσία είναι η ανανδαμίδη, ένας νευροδιαβιβαστής (ουσία που μεταφέρει μηνύματα μεταξύ των νευρικών κυττάρων) ο οποίος συνδέεται με τους υποδοχείς CB1 του εγκεφάλου.

Οι ιατρικές εφαρμογές της κάνναβης

Σύμφωνα με τον Δρα Lester Grinspoon, αναπληρωτή καθηγητή της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Harvard, η κάνναβη χρησιμοποιήθηκε από τα αρχαία χρόνια για τη θεραπεία διαφόρων παθολογικών καταστάσεων. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουν αρχίσει και πάλι να αναγνωρίζονται οι πιθανές θεραπευτικές εφαρμογές της. Στις παθολογικές καταστάσεις, για τις οποίες η κάνναβη μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα, περιλαμβάνονται ο καρκίνος, η σκλήρυνση κατά πλάκας, η επιληψία, η λοίμωξη από τον ιό του AIDS, ο πόνος, η ναυτία και ο εμετός, η σοβαρή ανορεξία και άλλες. Οι θετικές αναφορές είναι τόσες πολλές που ο Δρ Grinspoon υποστηρίζει ότι «η κάνναβη μπορεί τελικά να αποτελέσει το νέο θαυματουργό φάρμακο, λίγο – πολύ όπως ήταν η πενικιλίνη τη δεκαετία του 1940». Ωστόσο, μία περισσότερο ισορροπημένη προσέγγιση θα πρέπει να λάβει υπόψη ορισμένα αρνητικά (ιατρικά και κοινωνικά) στοιχεία:
- την κυρίαρχη εκτίμηση της κοινής γνώμης σχετικά με το κάπνισμα κάνναβης, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων αναφορικά με τη νομοθεσία. Ωστόσο, ήδη στις ΗΠΑ έχει νομιμοποιηθεί η χρήση σε 15 πολιτείες για ιατρικές εφαρμογές. Καθώς προκύπτουν καινούργιες θεραπευτικές ενδείξεις, η σχετική νομοθεσία τροποποιείται, ώστε να συμπεριληφθούν οι επιπλέον παθολογικές καταστάσεις.
- την απουσία σταθερής σύστασης της κάνναβης, αλλά και δεδομένης δοσολογίας κατά τη χρήση.
- την εμφάνιση εκδηλώσεων πέρα από τον θεραπευτικό σκοπό (π.χ. συμπτώματα της ψυχικής σφαίρας).
- τους κινδύνους για το αναπνευστικό σύστημα από τη μακροχρόνια χρήση.
Σύμφωνα με έκθεση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (1995), δεν έχουν καταγραφεί περιπτώσεις θανάτου εξαιτίας υπερδοσολογίας και – μάλιστα – η θανατηφόρος δόση για τον άνθρωπο, όπως εκτιμάται από μελέτες σε πειραματόζωα, είναι τόσο υψηλή που δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί από τους χρήστες. Ωστόσο, η κάνναβη δεν είναι ακίνδυνη ουσία. Τα ενεργά συστατικά της προκαλούν διάφορες σωματικές, πνευματικές και ψυχικές δράσεις (Πίνακες 1 & 2). Βασικό ζήτημα αποτελούν και οι ενδεχόμενες βλαπτικές συνέπειες του καπνίσματος. Ο καρκίνος του πνεύμονα δεν έχει συσχετιστεί με το αποκλειστικό κάπνισμα κάνναβης. Αναφέρεται ότι ο καπνός της περιέχει λιγότερα καρκινογόνα και εισπνέεται σε μικρότερη ποσότητα σε σύγκριση με τα κοινά τσιγάρα (The Merck Manual, 18th Edition). Ωστόσο, άλλοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι είναι επικίνδυνος για την υγεία των πνευμόνων, επειδή περιέχει περισσότερη πίσσα και οι χρήστες καπνίζουν χωρίς να παρεμβάλλεται φίλτρο.

ΠΙΝΑΚΑΣ 1


ΠΙΝΑΚΑΣ 2
 

Αντί του καπνίσματος, χορήγηση των ενεργών συστατικών

Δεδομένου του θεραπευτικού οφέλους της κάνναβης σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις, ερευνητικές ομάδες επιχείρησαν να ξεπεράσουν (ως έναν βαθμό) το εμπόδιο των ανεπιθύμητων ενεργειών με την αποκλειστική χορήγηση κανναβινοειδών. Έτσι, έχουν συνθέσει και αξιολογήσει σε μελέτες φάρμακα, τα οποία περιέχουν τα επιθυμητά ενεργά συστατικά. Μάλιστα, παρασκεύασαν συνθετικά κανναβινοειδή που συνδέονται με έναν ή και τους δύο τύπους υποδοχέων CB προκαλώντας ενεργοποίηση ή αναστολή τους. Χάρη σε αυτές τις φαρμακολογικές ιδιότητες επιτρέπεται μεγαλύτερο εύρος θεραπευτικών χειρισμών σε σύγκριση με τη φυσική κάνναβη. Παραδείγματα τέτοιων φαρμάκων, τα οποία είναι διαθέσιμα σε ορισμένες χώρες, αποτελούν το Marinol, το Cesamet και το Sativex. Το Marinol χορηγείται για την ενίσχυση της όρεξης, ειδικά σε ασθενείς με AIDS. Επίσης, η Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ έχει εγκρίνει τη χορήγησή του για την αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου εξαιτίας της εφαρμογής χημειοθεραπείας. Παρόμοιες ενδείξεις έχει και το Cesamet. Το Sativex χορηγείται σε ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν από σκλήρυνση κατά πλάκας, με σκοπό τον περιορισμό του πόνου και των διαταραχών της μυϊκής λειτουργίας.

Παθολογικές καταστάσεις

Χρόνιος πόνος. Υπολογίζεται ότι περίπου το 20% των ανθρώπων υποφέρει από χρόνιο πόνο. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο πόνος οφείλεται σε νευρολογική βλάβη (νευροπαθητικός), όπως σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ή σκλήρυνση κατά πλάκας. Επίσης, η αποτελεσματικότητα των συμβατικών αναλγητικών φαρμάκων (μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, οπιοειδή) δεν κρίνεται επαρκής, ειδικά σε αυτές τις περιπτώσεις. Συνεπώς, είναι ενδιαφέρον ότι διάφορες κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι το κάπνισμα κάνναβης ανακουφίζει σημαντικά από τον νευροπαθητικό πόνο. Άλλωστε, είναι γνωστά επιδημιολογικά δεδομένα που συνηγορούν στο ότι η χρήση κάνναβης είναι συχνότερη σε άτομα με χρόνιο πόνο.

Δυστονία. Η δυστονία είναι μία νευρολογική διαταραχή, η οποία χαρακτηρίζεται από ανώμαλη μυϊκή τάση και ακούσιες – επώδυνες μυϊκές συσπάσεις. Το 2002, δημοσιεύθηκε σε ιατρικό περιοδικό η περίπτωση μίας ασθενούς 42 ετών με χρόνιο πόνο, η οποία ανακουφιζόταν σημαντικά με την εισπνοή κάνναβης και δεν χρειαζόταν τη λήψη αναλγητικών φαρμάκων για τις επόμενες 48 ώρες. Όπως αναφέρουν οι ερευνητές, δεν υπήρχε άλλη θεραπευτική παρέμβαση, η οποία να επιτύγχανε τόσο δραστική βελτίωση της κατάστασης της ασθενούς. Παρόμοιο περιστατικό, δημοσιευμένο σε άλλο περιοδικό, αποτελεί η περίπτωση ενός 25χρονου ασθενή με γενικευμένη δυστονία εξαιτίας της νόσου Wilson. Το 2004, Γερμανοί ερευνητές ανακοίνωσαν την επιτυχή αντιμετώπιση της δυστονίας σε έναν επαγγελματία πιανίστα 38 ετών, με τη χορήγηση τετραϋδροκανναβινόλης. Αντίθετα, μια αντίστοιχη μελέτη, με τη χορήγηση συνθετικού κανναβινοειδούς από το στόμα σε 15 ασθενείς δεν είχε εξίσου θετική έκβαση – πιθανότατα επειδή η δόση δεν ήταν επαρκής. Τέλος, μία πρόσφατη εργαστηριακή μελέτη, με την έγχυση συνθετικών κανναβινοειδών ή υψηλής δόσης κανναβιδιόλης σε πειραματόζωα, επιβεβαιώνει ότι οι ουσίες αυτές περιορίζουν την εξέλιξη της δυστονίας.

Ινομυαλγία. Η ινομυαλγία είναι ένα σύνδρομο αγνώστου αιτιολογίας που περιλαμβάνει μυοσκελετικούς πόνους, αίσθημα κόπωσης και πολλαπλά σημεία ευαισθησίας σε διάφορες θέσεις του σώματος. Αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα παθολογικής κατάστασης, η οποία συσχετίζεται επιδημιολογικά με υψηλότερα επίπεδα χρήσης κάνναβης από τους ασθενείς. Το 2006, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης ανακοίνωσαν σημαντική ανακούφιση από τον πόνο σε ασθενείς με ινομυαλγία μετά από χορήγηση τετραϋδροκανναβινόλης από το στόμα για 3 μήνες.

Καρκίνος. Τα γλοιώματα αποτελούν κακοήθεις όγκους του εγκεφάλου, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα επιθετικοί. Μέχρι σήμερα, οι διαθέσιμες μορφές αντικαρκινικής θεραπείας αποσκοπούν – κυρίως – στην ανακούφιση από τα προκαλούμενα συμπτώματα. Διάφορες εργαστηριακές μελέτες και μία μελέτη σε ασθενείς έχουν αναδείξει την ιδιότητα των κανναβινοειδών να δρουν ως αντινεοπλασματικοί παράγοντες, ειδικά σε κύτταρα γλοιώματος. Το 1974, ερευνητές στις ΗΠΑ, ενώ αναζητούσαν στοιχεία αναφορικά με τις υποτιθέμενες διαταραχές που προκαλεί η κάνναβη στο ανοσοποιητικό σύστημα, τελικά διαπίστωσαν ότι η τετραϋδροκανναβινόλη επιβραδύνει την ανάπτυξη τριών τύπων καρκίνου σε πειραματόζωα (μαστού, πνεύμονα, λευχαιμία). Τα ευρήματά τους, αν και σημαντικά, πιθανότατα «έπεσαν θύμα» της γενικότερης αντίληψης των υπηρεσιών υγείας σχετικά με την κάνναβη εκείνη την εποχή. Ωστόσο, το 1998, ερευνητές από την Ισπανία ανακοίνωσαν ότι η τετραϋδροκανναβινόλη μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή κυττάρων γλοιώματος σε καλλιέργειες, μέσω της διαδικασίας της απόπτωσης (προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος). Επιβεβαιώνοντας τα αρχικά τους ευρήματα, το 2000, οι ίδιοι ερευνητές προσέθεσαν ότι η ταυτόχρονη χορήγηση τετραϋδροκανναβινόλης και ενός συνθετικού κανναβινοειδούς (WIN55,212-2) περιορίζει σημαντικά την ανάπτυξη των κακοήθων γλοιωμάτων, σύμφωνα με παρατηρήσεις σε πειραματόζωα. Οι αντικαρκινικές ιδιότητες των κανναβινοειδών αποδείχθηκαν και σε μία ακόμα μελέτη το 2003. Μάλιστα, το ίδιο έτος, Ιταλοί ερευνητές δημοσίευσαν άρθρο σε ιατρικό περιοδικό, στο οποίο καταλήγουν ότι η κανναβιδιόλη έχει σημαντικές αντινεοπλασματικές ιδιότητες τόσο σε ζώντες οργανισμούς όσο και σε δείγματα κυττάρων σε εργαστηριακές μελέτες. Συνεπώς, αποτελεί ουσία που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αντικαρκινική, εφόσον τα ευρήματα επιβεβαιωθούν σε επόμενες μελέτες. Πράγματι, ακολούθησαν αρκετές ερευνητικές προσπάθειες για την αξιολόγηση της δράσης των κανναβινοειδών σε κυτταρικές καλλιέργειες. Η πρώτη μελέτη σε ασθενείς με πολύμορφο γλοιοβλάστωμα πραγματοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα των Guzman και συνεργατών. Η έγχυση τετραϋδροκανναβινόλης εντός του όγκου επέτυχε περιορισμό της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων σε δύο από τους εννέα ασθενείς. Το 2009, ερευνητές ανακοίνωσαν ότι αντιμετώπισαν μη ιάσιμους εγκεφαλικούς όγκους σε πειραματόζωα με την έγχυση τετραϋδροκανναβινόλης. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, τα κανναβινοειδή αναστέλλουν την ανάπτυξη των όγκων τροποποιώντας τις ενδοκυττάριες οδούς και επιτυγχάνοντας άμεση αναστολή της κυτταρικής ανάπτυξης. Επίσης, διαπιστώθηκε ότι παρεμποδίζουν την αγγειογένεση, διαδικασία απαραίτητη για την ανάπτυξη των νεοπλασιών. Θεωρήθηκε ακόμα σημαντικό ότι δεν προκαλούν γενικευμένες τοξικές επιδράσεις, όπως η συμβατική χημειοθεραπεία. Πέρα από την περίπτωση των εγκεφαλικών όγκων, διάφορες μελέτες έχουν καταλήξει ότι τα κανναβινοειδή αναστέλλουν την ανάπτυξη και άλλων τύπων καρκινικών κυττάρων στο εργαστήριο, συμπεριλαμβανομένων των καρκινωμάτων του μαστού, του προστάτη, του παχέος εντέρου, του πνεύμονα, της μήτρας, του τραχήλου της μήτρας, του θυρεοειδούς, του δέρματος, των γαστρικών και των παγκρεατικών αδενοκαρκινωμάτων, των λεμφωμάτων και των λευχαιμικών κυττάρων. Ενδιαφέρον προκαλούν επίσης ορισμένα δεδομένα, τα οποία δείχνουν ότι η χορήγηση των κανναβινοειδών σε συνδυασμό με τις συμβατικές αντικαρκινικές θεραπείες μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των δεύτερων.

Σκλήρυνση κατά πλάκας. Η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι μία νευροεκφυλιστική νόσος, η οποία προκαλεί σοβαρές κινητικές διαταραχές. Υπάρχουν διάφορες αναφορές και κλινικά δεδομένα σχετικά με τη δράση των κανναβινοειδών έναντι των εκδηλώσεων της νόσου, όπως είναι ο πόνος, η σπαστικότητα, η κόπωση, η ακράτεια και η κατάθλιψη. Σύμφωνα με μία ανασκόπηση, η οποία δημοσιεύθηκε τον προηγούμενο χρόνο, ικανοποιητικός αριθμός κλινικών μελετών επιβεβαιώνουν τον περιορισμό της σπαστικότητας και τη βελτίωση της κινητικότητας των ασθενών μετά τη χορήγηση κανναβινοειδών. Στην ανασκοπική αξιολόγηση περιελήφθησαν κλινικές έρευνες με χορήγηση τετραϋδροκανναβινόλης και κανναβιδιόλης, ειδικά για την αντιμετώπιση της σπαστικότητας. Σπαστικότητα είναι η ακούσια σύσπαση των μυών και αποτελεί μία από τις δυσχερέστερες εκδηλώσεις της νόσου ως προς την αντιμετώπιση. Αν και τα αποτελέσματα των μελετών παρουσίαζαν διαφοροποιήσεις μεταξύ τους, διαπιστώθηκε μία γενική τάση περιορισμού του προβλήματος και προαγωγής της κατάστασης των ασθενών. Οι προκύπτουσες ανεπιθύμητες ενέργειες θεωρήθηκαν γενικά καλώς ανεκτές από τους ασθενείς και σχετικά ήπιες. Εξαιτίας αυτών των στοιχείων, πολλοί φορείς παγκοσμίως (συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων επιστημονικών εταιριών στο Ηνωμένο Βασίλειο και στον Καναδά) έχουν λάβει θέση υπέρ της χρήσης των κανναβινοειδών από τους ασθενείς. Επίσης, πρόσφατα εργαστηριακά και κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι τα κανναβινοειδή μπορεί να έχουν ρόλο και για την αναστολή της εξέλιξης της νόσου. Συγκεκριμένα, η χορήγηση του συνθετικού κανναβινοειδούς WIN55,212-2 συσχετίσθηκε με προστατευτικές δράσεις έναντι της νευροεκφυλιστικής διεργασίας σε πειραματόζωα και η λήψη από το στόμα τετραϋδροκανναβινόλης επέφερε ευνοϊκές μεταβολές στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος σε ασθενείς.

Νόσος Alzheimer. Βασικό χαρακτηριστικό της νόσου Alzheimer είναι οι διαταραχές μνήμης, οι οποίες προοδευτικά καθίστανται σοβαρότερες. Έως σήμερα δεν υπάρχουν συμβατικά φάρμακα που να αναστέλλουν την εξέλιξη της νόσου, ενώ όσα χορηγούνται στους ασθενείς αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των επιμέρους συμπτωμάτων. Η ανασκόπηση πρόσφατων ερευνητικών δεδομένων καταδεικνύει ότι η χορήγηση κανναβινοειδών μπορεί να προσφέρει ανακούφιση από τα συμπτώματα και να περιορίσει την εξέλιξη της νόσου. Όπως αναφέρεται σε σχετικό άρθρο στο περιοδικό British Journal of Pharmacology (2007), τα κανναβινοειδή παρέχουν μία πολυπαραγοντική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της νόσου Alzheimer, μέσω της ενίσχυσης των επιδιορθωτικών μηχανισμών και του περιορισμού της φλεγμονώδους διεργασίας στον εγκέφαλο. Εκτός από τις ευνοϊκές επιδράσεις ως προς την εξέλιξη της νόσου, τα κανναβινοειδή φαίνεται ότι βελτιώνουν και τα συμπτώματα των ασθενών. Σε διάφορες μελέτες, η χορήγηση συνθετικής τετραϋδροκανναβινόλης αποδείχθηκε ότι περιορίζει τα αρνητικά συναισθήματα και τις συγχυτικές εκδηλώσεις στους ασθενείς. Ακόμα, διαπιστώθηκε ότι συμβάλλει στην αύξηση του σωματικού βάρους κατά τα τελικά στάδια της νόσου.

Πλάγια μυοατροφική σκλήρυνση. Η πλάγια μυοατροφική σκλήρυνση είναι μία θανατηφόρος νευροεκφυλιστική νόσος, η οποία χαρακτηρίζεται από εκλεκτική απώλεια των κινητικών νευρώνων στον νωτιαίο μυελό, στο εγκεφαλικό στέλεχος και στον κινητικό εγκεφαλικό φλοιό. Συχνά εκδηλώνεται αιφνίδια σε κατά τα άλλα υγιείς ενήλικες, οι οποίοι καταλήγουν εντός των επομένων 2,5 ετών. Πρόσφατα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι η χορήγηση κανναβινοειδών μπορεί να επιβραδύνει την εξέλιξη των συμπτωμάτων. Συγκεκριμένα, η τετραϋδροκανναβινόλη και άλλα φυσικά ή συνθετικά κανναβινοειδή διαπιστώθηκε ότι επηρεάζουν την πορεία της νόσου και αυξάνουν την επιβίωση σε μελέτες με πειραματόζωα. Τα ευρήματα αυτά έρχονται να επιβεβαιώσουν προηγούμενες αναφορές σχετικά με την παρατήρηση ότι η κάνναβη περιορίζει τη νόσο και αμβλύνει συγκεκριμένα συμπτώματα (π.χ. πόνος, ανορεξία, σιελόρροια, κατάθλιψη) που εμφανίζονται στους ασθενείς.

Γαστρεντερικές διαταραχές. Στις γαστρεντερικές διαταραχές περιλαμβάνονται λειτουργικές εντερικές παθήσεις (π.χ. σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου) και φλεγμονώδεις καταστάσεις, όπως η νόσος Crohn και η ελκώδης κολίτιδα. Ενώ μερικές από αυτές τις διαταραχές αντιμετωπίζονται ικανοποιητικά με κατάλληλες διαιτολογικές παρεμβάσεις και τη χορήγηση φαρμάκων, άλλες ελέγχονται ανεπαρκώς με τις συμβατικές μεθόδους. Αρκετές αναφορές και μελέτες περιστατικών υποστηρίζουν τη χορήγηση κανναβινοειδών για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων των γαστρεντερικών διαταραχών. Επίσης, εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι η ενεργοποίηση των υποδοχέων CB1 και CB2 ασκεί βιολογικές επιδράσεις στο πεπτικό σύστημα. Στις επιδράσεις αυτές περιλαμβάνονται η καταστολή της γαστρεντερικής κινητικότητας, η μείωση των εκκρίσεων του στομάχου και του εντέρου, η πρόληψη της φλεγμονής και η προαγωγή της επούλωσης επιφανειακών βλαβών (σε ανθρώπινους ιστούς). Το 2007 μελετήθηκε, για πρώτη φορά, η επίδραση της χορήγησης τετραϋδροκανναβινόλης από το στόμα στην κινητικότητα του παχέος εντέρου σε ανθρώπους. Βάσει αυτών των δεδομένων, πολλοί ειδικοί θεωρούν ότι η χορήγηση κανναβινοειδών και η ρύθμιση του ενδογενούς συστήματος κανναβινοειδών του οργανισμού αντιπροσωπεύουν μία καινούργια - ελπιδοφόρα θεραπευτική προσέγγιση σε πολλές παθήσεις, όπως τα φλεγμονώδη ή λειτουργικά νοσήματα του εντέρου, οι καταστάσεις που συνοδεύονται από γαστρο-οισοφαγική παλινδρόμηση, η χρόνια διάρροια, τα πεπτικά έλκη και ο καρκίνος του παχέος εντέρου.

Σακχαρώδης διαβήτης. Πιστεύεται ότι τα κανναβινοειδή είναι δυνατό να τροποποιήσουν την πορεία του σακχαρώδους διαβήτη και να ανακουφίσουν τους ασθενείς από ορισμένα συμπτώματα της νόσου. Σε μία μελέτη, η χορήγηση κανναβιδιόλης συσχετίσθηκε με περιορισμό της εμφάνισης της παθολογικής κατάστασης σε πειραματόζωα. Επίσης, σε άλλη μελέτη, διαπιστώθηκε ότι η κανναβιδιόλη προσφέρει προστασία έναντι της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας σε πειραματόζωα. Σημειώνεται ότι η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια αποτελεί βασική αιτία τύφλωσης κατά την ενεργό ενήλικο ζωή. Τέλος, όπως αναφέρθηκε, τα κανναβιδοειδή θεωρούνται αποτελεσματικά για την ανακούφιση από τον νευροπαθητικό πόνο.

Γλαύκωμα. Ο συχνότερος τύπος γλαυκώματος είναι το πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοικτής γωνίας. Πρόκειται για οφθαλμολογική πάθηση, η οποία σχετίζεται με βλάβη του οπτικού νεύρου λόγω αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης. Έχει αποδειχθεί ότι η τετραϋδροκανναβινόλη μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση, ενώ η κανναβιδιόλη προκαλεί αντίθετο αποτέλεσμα. Παρά τις θετικές αναφορές για τις ευεργετικές επιδράσεις της κάνναβης σε ασθενείς με γλαύκωμα, η Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας υποστηρίζει ότι η χρήση της είναι αναποτελεσματική. Μεταξύ των ετών 1978 και 1984 μελέτες, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το Εθνικό Ινστιτούτο Οφθαλμολογίας των ΗΠΑ, κατέληξαν ότι το κάπνισμα και η κατάποση κάνναβης προκαλούν παροδική μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, ενώ η τοπική εφαρμογή δεν έχει σημαντικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, θεωρήθηκε ότι η παρατηρούμενη δράση είναι βραχυχρόνια και – γενικώς – κατώτερη από αυτή των συμβατικών φαρμάκων. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγήθηκαν οι ειδικοί του ινστιτούτου, αξιολογώντας άλλες μελέτες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990.

Λοιμώξεις. Η ηπατίτιδα C είναι μία ιογενής λοίμωξη του ήπατος, η οποία προκαλεί αίσθημα κόπωσης, αρθραλγίες, ηπατικές βλάβες (κίρρωση, καρκίνος ήπατος), ακόμα και κατάθλιψη. Κάποιες μελέτες αναφέρουν μεγαλύτερη συχνότητα χρήσης κάνναβης σε ασθενείς με ηπατίτιδα C, τόσο για την ανακούφιση από τα συμπτώματα της λοίμωξης όσο και από τη ναυτία, η οποία αποτελεί παρενέργεια της αντι-ιϊκής αγωγής. Μάλιστα, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς, οι οποίοι έκαναν χρήση κάνναβης, ήταν πιθανότερο να ακολουθήσουν πιστά την αγωγή για την αντιμετώπιση της λοίμωξης. Εργαστηριακά δεδομένα συνηγορούν στο ότι το ενδογενές σύστημα κανναβινοειδών μπορεί να δρα ρυθμιστικά έναντι παραμέτρων της χρόνιας ηπατοπάθειας. Έτσι, σε πειραματικά μοντέλα ηπατίτιδας, διαπιστώθηκε ότι τα κανναβινοειδή περιορίζουν τη φλεγμονώδη διεργασία. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κλινικές αναφορές ότι η χρήση κάνναβης συσχετίζεται με την ανάπτυξη ηπατικής ίνωσης και στεάτωσης (συσσώρευση λίπους στο ήπαρ) σε ορισμένους ασθενείς. Συνεπώς, για τους ειδικούς, παραμένει προς διευκρίνιση το ερώτημα εάν οι ευεργετικές επιδράσεις των κανναβινοειδών υπερβαίνουν τους δυνητικούς κινδύνους σε ασθενείς με ηπατίτιδα C.
Ο ιός του AIDS είναι ένας ρετροϊός, ο οποίος εισβάλλει στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και καθιστά τον οργανισμό επιρρεπή στις λοιμώξεις. Σύμφωνα με στοιχεία από τις ΗΠΑ, περίπου το 30% των ασθενών, οι οποίοι έχουν προσβληθεί από τον ιό, κάνουν χρήση κάνναβης είτε για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της νόσου είτε για την ανακούφιση από τις παρενέργειες της αντιρετροϊκής αγωγής. Σε μία πρόσφατη μελέτη διαπιστώθηκε ότι περισσότεροι του 60% των ασθενών αυτοπροσδιορίζονται ως χρήστες κάνναβης για ιατρικούς λόγους. Το άγχος, η ανορεξία και η ναυτία περιλαμβάνονται στις εκδηλώσεις, για τις οποίες η κάνναβη ασκεί θεραπευτική δράση. Ακόμα, Αμερικανοί ερευνητές ανακοίνωσαν ότι η χρήση της ουσίας συμβάλλει στην ανακούφιση από τον πόνο και βελτιώνει συνολικά την ποιότητα ζωής των ασθενών. Επιπλέον, μετρήθηκε ότι συνδέεται με 3,3 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να ανταπεξέλθουν οι ασθενείς στις απαιτήσεις της αγωγής. Συνεπώς, πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη θεραπευτική αντιμετώπιση της λοίμωξης από τον ιό, δεδομένου ότι πιθανώς και να ενισχύει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.
Μια άλλη ενδιαφέρουσα εφαρμογή της κάνναβης αφορά το φαινόμενο της ανάπτυξης αντοχής των βακτηρίων έναντι πολλών αντιβιοτικών. Ένα σημαντικό παράδειγμα τέτοιου μικροβίου αποτελεί ο ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη χρυσίζων σταφυλόκοκκος (MRSA). Ο MRSA ενοχοποιείται για περίπου 20.000 θανάτους ανά έτος στα νοσοκομεία των ΗΠΑ. Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία, τα κανναβινοειδή έχουν ισχυρές αντιβακτηριακές ιδιότητες. Πέντε διαφορετικά κανναβινοειδή διαπιστώθηκε ότι μπορούν να συμβάλουν στην αποτροπή της διασποράς του MRSA. Επίσης, άλλα συστατικά της κάνναβης (πέρα από τα κανναβινοειδή) χαρακτηρίζονται από δράσεις έναντι του MRSA και της ελονοσίας, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2008. Συνεπώς, ορισμένοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι τα κανναβινοειδή μπορεί να αποτελέσουν εναλλακτική θεραπευτική επιλογή για την αντιμετώπιση των πολυανθεκτικών μικροβίων στο μέλλον.

Αρτηριακή υπέρταση. Η υψηλή αρτηριακή πίεση είναι γνωστό ότι αυξάνει τον κίνδυνο για την εμφάνιση καρδιοπάθειας ή εγκεφαλικού επεισοδίου. Το σύστημα των ενδογενών κανναβινοειδών πιθανώς να συμμετέχει στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, αν και οι ακριβείς μηχανισμοί δεν είναι ακόμα γνωστοί. Σύμφωνα με μελέτες σε πειραματόζωα, η ανανδαμίδη και άλλα ενδογενή κανναβινοειδή καταστέλλουν τη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου και επαναφέρουν την πίεση σε φυσιολογικά όρια. Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, η ενίσχυση του συστήματος των ενδογενών κανναβινοειδών θα μπορούσε να αποτελέσει μια επιπλέον θεραπευτική προσέγγιση για πολλές παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος. Η χορήγηση εξωγενών κανναβινοειδών οδηγεί σε αγγειοδιαστολή, παροδική βραδυκαρδία και υπόταση, ενώ έχει συσχετισθεί με αναστολή της διαδικασίας της αθηροσκλήρωσης. Τα συνθετικά κανναβινοειδή προκαλούν – επίσης – μείωση της αρτηριακής πίεσης στα ζώα. Συνεπώς, η θεραπευτική εφαρμογή των κανναβινοειδών για την αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης, αν και υποσχόμενη, βρίσκεται ακόμα σε αρχικές φάσεις μελετών.

Ακράτεια ούρων. Η ακράτεια ούρων οφείλεται σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις, όπως είναι η ανεπάρκεια ή η φλεγμονή των μυών της ουροδόχου κύστης και οι επιπλοκές νευρολογικών παθήσεων (π.χ. σκλήρυνση κατά πλάκας, νόσος Parkinson). Αρκετές κλινικές μελέτες συνηγορούν στο ότι η κάνναβη μπορεί να συμβάλει στη μείωση της συχνότητας αυτού του προβλήματος. Για παράδειγμα, σε μία μεγάλη μελέτη πριν τέσσερα χρόνια, η χορήγηση εκχυλισμάτων κάνναβης ή τετραϋδροκανναβινόλης σε 630 ασθενείς επέτυχε μείωση των επεισοδίων ακράτειας κατά 38% και 33%, αντίστοιχα.

Οστεοπόρωση. Η οστεοπόρωση είναι μία εκφυλιστική νόσος του σκελετού, η οποία χαρακτηρίζεται από αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων και άλλων διαταραχών των οστών. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 υπάρχουν αναφορές στην επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με τις δυνητικές προληπτικές δράσεις των κανναβινοειδών έναντι της οστεοπόρωσης. Το 2006, δημοσιεύθηκε μία μελέτη, κατά την οποία η χορήγηση του συνθετικού κανναβινοειδούς HU-308 σε πειραματόζωα επέτυχε περιορισμό της εξέλιξης της νόσου, μείωση της απώλειας οστίτη ιστού (δομικός ιστός των οστών) και ενεργοποίηση της οστεοβλαστικής δραστηριότητας (παραγωγή νέου οστού). Τον επόμενο χρόνο, άλλοι ερευνητές ανακοίνωσαν ότι η ενεργοποίηση των υποδοχέων CB2 κινητοποιεί την παραγωγή νέου οστού και περιορίζει τις απώλειες οστίτη ιστού που προκαλούνται πειραματικά σύμφωνα με το ερευνητικό μοντέλο. Προηγουμένως, είχε διαπιστωθεί ότι σε ποντίκια με έλλειμμα υποδοχέων CB2 παρατηρούνται οστικές απώλειες, οι οποίες μοιάζουν με την οστεοπόρωση στον άνθρωπο. Παρόλο που η σημασία του συστήματος των ενδογενών κανναβινοειδών για τη ρύθμιση της οστικής μάζας παραμένει ακόμα ανεπαρκώς κατανοητή, αρκετοί ερευνητές ελπίζουν ότι τα κανναβινοειδή και η ενεργοποίηση των υποδοχέων τους μπορεί να αποτελέσουν μελλοντικά μία καινούργια θεραπευτική προσέγγισε σε ασθενείς με οστεοπόρωση.

Ρευματοειδής αρθρίτιδα. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα είναι μία αυτοάνοση νόσος, η οποία προκαλεί αρθραλγίες, διόγκωση των αρθρώσεων και προοδευτική διαταραχή της κινητικότητας των άκρων. Αρκετά επιδημιολογικά στοιχεία συνηγορούν στο ότι η χρήση κάνναβης είναι συχνότερη σε ασθενείς με αυτή την πάθηση. Σε μια μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε το 2006, η χορήγηση εκχυλισμάτων κάνναβης σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα συσχετίσθηκε με μείωση της έντασης του πόνου, περιορισμό της φλεγμονής και βελτίωση της ποιότητας του ύπνου τους. Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν με πειραματικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία η κανναβιδιόλη δρα ανασταλτικά έναντι της αρθρίτιδας τόσο σε εργαστηριακές μελέτες όσο και σε μελέτες με πειραματόζωα. Παρόμοια συμπεράσματα έχουν προκύψει και για το συνθετικό κανναβινοειδές HU-320.

Κνησμός. Ο κνησμός αποτελεί σύμπτωμα πολλών δερματοπαθειών, αλλά και δευτεροπαθής εκδήλωση σοβαρών παθολογικών καταστάσεων – όπως η νεφρική ανεπάρκεια και οι ηπατοπάθειες. Το 2002, Αμερικανοί ερευνητές ανακοίνωσαν ότι η χορήγηση 5 mg τετραϋδροκανναβινόλης σε τρεις ασθενείς με κνησμό, εξαιτίας ηπατοπάθειας, συνέβαλε στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του συμπτώματος. Σημειώνεται ότι προηγουμένως, η εφαρμογή της συμβατικής θεραπείας είχε αποδειχθεί αναποτελεσματική και οι ασθενείς αντιμετώπιζαν τόσο έντονο πρόβλημα που δεν μπορούσαν να εργαστούν. Μετά τη χορήγηση του κανναβινοειδούς, βελτιώθηκε ο ύπνος των ασθενών και επέστρεψαν στην εργασία τους. Πιο πρόσφατα, η εφαρμογή μιας κρέμας, η οποία περιείχε ενδοκανναβινοειδή (δύο φορές την ημέρα για τρεις εβδομάδες), επέτυχε περιορισμό του κνησμού κατά 38% και της ξηρότητας του δέρματος κατά 81% σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση.

Σύνδρομο άπνοιας στον ύπνο. Η άπνοια στον ύπνο είναι ένα σύνδρομο, το οποίο χαρακτηρίζεται από συχνές – παροδικές διακοπές της αναπνοής ενώ το άτομο κοιμάται. Η εμφάνισή του συσχετίζεται με διάφορες παθολογικές καταστάσεις, όπως αίσθημα κόπωσης, κεφαλαλγίες, υψηλή αρτηριακή πίεση, καρδιακές αρρυθμίες, καρδιακές προσβολές και εγκεφαλικά επεισόδια. Η χορήγηση κανναβινοειδών (τετραϋδροκανναβινόλη, ολεαμίδη) επέφερε περιορισμό της διαταραχής σε πειραματόζωα, σύμφωνα με μία μελέτη. Επίσης, άλλα εργαστηριακά και κλινικά δεδομένα συνηγορούν στο ότι η τετραϋδροκανναβινόλη, τα εκχυλίσματα φυσικής κάνναβης και τα ενδοκανναβινοειδή έχουν υπναγωγό δράση ή και βελτιώνουν την ποιότητα του ύπνου.

Συμπέρασμα

Οι μελέτες σχετικά με την κάνναβη και τα κανναβινοειδή έχουν αποκτήσει τέτοια δυναμική, όση δεν είχε υποτεθεί ποτέ στο παρελθόν (Πίνακας 3). Αν και αυτή η τάση πριμοδοτείται από την ανακάλυψη του συστήματος των ενδογενών κανναβινοειδών, μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντος για τις θεραπευτικές χρήσεις θα πρέπει να αποδοθεί στις σχετικές αναφορές ασθενών και ιατρών. Μια άλλη ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι, ενώ τα προηγούμενα τριάντα χρόνια οι ερευνητές μελετούσαν κυρίως τη δραστικότητα των κανναβινοειδών ως προς την ανακούφιση από διάφορα συμπτώματα, σήμερα η έρευνα επικεντρώνεται στις δυνητικές ιδιότητές τους για την παρεμπόδιση της εξέλιξης των παθολογικών καταστάσεων.

ΠΙΝΑΚΑΣ 3


ΠΗΓΕΣ:

1. http://www.suite101.com/content/adverse-effects-of-marijuana-a97396
2. http://norml.org/index.cfm?Group_ID=7002
3. http://www.suite101.com/content/medical-marijuana-a96919
4. http://www.suite101.com/content/what-does-marijuana-actually-do-a199388
5. http://www.suite101.com/content/cannabinoid-drugs-a72083
6. http://www.naturalnews.com/029780_marijuana_cancer.html
7. http://www.suite101.com/content/treating-glaucoma-with-marijuana-a190578
8. Campbell and Gowran. 2007. Alzheimer's disease; taking the edge off with cannabinoids? British Journal of Pharmacology.
9. Freeman et al. 2006. The effect of cannabis on urge incontinence in patients with multiple sclerosis: a multicentre, randomized placebo-controlled trial. The International Urogynecology Journal.
10. Wade et al. 2006. Long-term use of a cannabis-based medicine in the treatment of spasticity and other symptoms of multiple sclerosis. Multiple Sclerosis.
11. Batkai et al. 2004. Endocannabinoids acting at cannabinoid-1 receptors regulate cardiovascular function in hypertension. Circulation.
12. Steffens and Mach. 2006. Towards a therapeutic use of selective CB2 cannabinoid receptor ligands for atherosclerosis. Future Cardiology.
13. DiCarlo and Izzo. 2003. Cannabinoids for gastrointestinal diseases: potential therapeutic applications. Expert Opinion on Investigational Drugs.
14. Richter et al. 2002. Effects of pharmacological manipulations of cannabinoid receptors on severe dystonia in a genetic model of paroxysmal dyskinesia. European Journal of Pharmacology.
15. Burns and Ineck. 2006. Cannabinoid analgesia as a potential new therapeutic option in the treatment of chronic pain. The Annals of Pharmacotherapy.
16. Wilsey et al. 2008. A randomized, placebo-controlled, crossover trial of cannabis cigarettes in neuropathic pain. Journal of Pain.
17. Lu et al. 2006. The cannabinergic system as a target for anti-inflammatory therapies. Current Topics in Medicinal Chemistry.
18. Croxford and Yamamura. 2005. Cannabinoids and the immune system: Potential for the treatment of inflammatory diseases. Journal of Neuroimmunology.
19. Carter and Weydt. 2002. Cannabis: Old medicine with new promise for neurological disorders. Current Opinion in Investigational Drugs.
20. Ofek et al. 2006. Peripheral cannabinoid receptor, CB2, regulates bone mass. Proceedings of the National Academy of Sciences of the United States of America.
21. Fogarty et al. 2007. Marijuana as therapy for people living with HIV/AIDS: social and health aspects. AIDS Care.
22. Paus et al. 2006. Frontiers in pruritus research: scratching the brain for more effective itch therapy. Journal of Clinical Investigation.
23. Parolaro and Massi. 2008. Cannabinoids as a potential new drug therapy for the treatment of gliomas. Expert Reviews of Neurotherapeutics.
24. Sarafaraz et al. 2008. Cannabinoids for cancer treatment: progress and promise. Cancer Research.
25. Andrew Katelaris. Hemp: our lifeline to the future. Nexus Magazine, October – November 2010.

No comments: