Απλός Χρόνιος Λειχήνας του Vidal: Διάγνωση και Αντιμετώπιση


Ο απλός χρόνιος λειχήνας του Vidal (νευροδερματίτιδα) είναι μία διαταραχή του δέρματος, η οποία χαρακτηρίζεται από χρόνιο κνησμό και ξεσμό περιοχών του σώματος. Για την ανακούφιση από τον κνησμό αρχίζει ο ξεσμός, ο οποίος περιγράφεται ότι συνοδεύεται από «ηδονικό αίσθημα». Έτσι, προκύπτει ένας φαύλος κύκλος, δηλαδή όσο ο ασθενής ξύνει το δέρμα του, τόσο επιθυμεί να το ξύσει περισσότερο. Συχνά η φαγούρα ανακουφίζεται μόνο όταν ο ασθενής φθάσει να τραυματίσει το δέρμα από τον έντονο ξεσμό. Ο χρόνιος, συνεχής και επίμονος ξεσμός προκαλεί πάχυνση και μελάγχρωση του δέρματος με απολέπιση. Το πεπαχυσμένο δέρμα προκαλεί περισσότερη «φαγούρα» στον ασθενή. Η νόσος μπορεί να παραμείνει εντοπισμένη σε κάποια συγκεκριμένα σημεία ή να εξαπλωθεί στο υπόλοιπο σώμα.

Αν και δεν είναι γνωστή η αιτιολογία της νόσου, η διαταραχή μπορεί να σχετίζεται με ατοπική δερματίτιδα, ξηροδερμία ή ψωρίαση. Επίσης, έχουν ενοχοποιηθεί το άγχος, η κατάθλιψη και διάφορες άλλες διαταραχές της ψυχικής σφαίρας. Το φύλο και η ηλικία μπορεί να παίζουν κάποιο ρόλο στην εκδήλωση της δερματοπάθειας. Οι γυναίκες ηλικίας 30- 50 ετών φαίνεται να εμφανίζουν τη διαταραχή πολύ περισσότερο από τους άνδρες.


Στις εκδηλώσεις της νόσου περιλαμβάνονται κνησμός (σχετικά περιορισμένης έκτασης του δέρματος), απολέπιση, πάχυνση και μελάγχρωση. Το κύριο σύμπτωμα είναι ο κνησμός που συνήθως εμφανίζεται σε συγκεκριμένη περιοχή του αυχένα, του καρπού, του αντιβραχίου, του μηρού ή του αστράγαλου. Μερικές φορές μπορεί να προσβάλεται η περιοχή των γεννητικών οργάνων, όπως το όσχεο και το αιδοίο ή και περιπρωκτικά. Ο κνησμός μπορεί να εμφανίζεται και να υποχωρεί, αλλά ο ασθενής φαίνεται ότι συνεχίζει να ξύνει την περιοχή από συνήθεια. Οι επιπλοκές της νόσου είναι αποτέλεσμα του έντονου, επίμονου και επαναλαμβανόμενου ξεσμού. Περιλαμβάνουν βακτηριακές επιμολύνσεις του δέρματος, μόνιμες ουλές ή αλλαγή του χρώματος του δέρματος.

Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση. Η βιοψία του δέρματος της περιοχής δεν είναι απαραίτητη, αλλά συμβάλλει στον αποκλεισμό άλλων αιτιών κνησμού.

Η θεραπεία αποσκοπεί στην ανακούφιση του ασθενούς. Ανάλογα με την ένταση του κνησμού μπορεί να χορηγηθούν αντιϊσταμινικά και τοπικά στεροειδή. Οι αντικνησμώδεις μαλακτικές κρέμες συμβάλλουν στην ενυδάτωση της περιοχής. Ακόμα, τα αγχολυτικά φάρμακα μπορεί να δράσουν προληπτικά έναντι του κνησμού που συνδέεται με διαταραχές της ψυχικής σφαίρας. Τέλος, αντιβιοτικά πρέπει να χορηγούνται σε περιπτώσεις ανάπτυξης μικροβιακής λοίμωξης. Η αντιβιοτική αγωγή μπορεί να είναι τοπική (κρέμες, αλοιφές, λοσιόν) ή συστηματική (από το στόμα). 

1 comment:

Maria said...

Σας ευχαριστώ πολύ για τις πολύτιμες πληροφορίες σας!