Αναπτυσσόμενες Χώρες: Η Σύνδεση της Ελονοσίας με τον Σακχαρώδη Διαβήτη ΙΙ

Η επιδημική αύξηση των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων στις χώρες χαμηλού και μέσου εισοδήματος, υπό το πλαίσιο της αναζήτησης των αναπτυξιολογικών αιτίων των παθολογικών καταστάσεων, έχει αυξήσει το ενδιαφέρον σχετικά με το χαμηλό βάρος γέννησης. 

Οι περισσότερες μελέτες που συσχετίζουν το χαμηλό βάρος γέννησης με τον κίνδυνο μεταβολικών νοσημάτων επικεντρώνονται στη μητρική διατροφή και στην ύπαρξη αναιμίας κατά την κύηση. Αρκετές ερευνητικές ομάδες αναφέρουν ότι το χαμηλό βάρος γέννησης συνδέεται με την εμφάνιση αντίστασης στην ινσουλίνη στον μυϊκό ιστό του παιδιού και τον κίνδυνο σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι μόνιμες τροποποιήσεις της μορφολογίας και της βιοχημείας των σκελετικών μυών μπορεί να οδηγούν σε μειωμένη λειτουργική ικανότητα και περιορισμό της φυσικής άσκησης κατά την ενήλικο ζωή.

Σε ορισμένες περιοχές, η ελονοσία κατά τη διάρκεια της κύησης αποτελεί βασική αιτία αναιμίας και γέννησης νεογνών χαμηλού βάρους. Προκαλώντας διαταραχές στην παροχή θρεπτικών συστατικών και υποξία, η προσβολή του πλακούντα από τη νόσο και η αναιμία επηρεάζουν αρνητικά την ενδομήτρια ανάπτυξη. 

Κατά συνέπεια, η ελονοσία κατά τη διάρκεια της κύησης συνδέεται με το χαμηλό βάρος γέννησης και πιθανώς με την ύπαρξη αυξημένου κινδύνου σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΙ κατά την πρώιμη φάση της ενήλικης ζωής. Ωστόσο, η ανωτέρω συσχέτιση δεν έχει προς το παρόν μελετηθεί συστηματικά.

Παγκοσμίως, περίπου 125 εκατ. κυήσεις λαμβάνουν χώρα ετησίως σε περιοχές ενδημικές για την ελονοσία, ενέχοντας τον κίνδυνο ενδομήτριας καθυστέρησης της ανάπτυξης, χαμηλού βάρους γέννησης και μεταβολικών διαταραχών κατά την ενήλικο ζωή - συμπεριλαμβανομένου του σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ. Πάντως, η πιθανή αυτή συσχέτιση συνεπάγεται επίσης νέες δυνατότητες πρώιμης πρόληψης των μεταβολικών νοσημάτων μέσω της λήψης μέτρων έναντι της ελονοσίας κατά την κύηση.