ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Η καρδιακή ανεπάρκεια χαρακτηρίζεται από επίπεδα καρδιακής παροχής και αρτηριακής πίεσης που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του οργανισμού. Η πρόγνωση των ασθενών είναι πτωχή - περίπου το 80% των ασθενών καταλήγουν εντός 6 ετών από τη διάγνωση της παθολογικής κατάστασης. 
Η αριστερά και η δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια μπορεί να παρατηρηθούν ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό, οπότε η παθολογική κατάσταση αναφέρεται ως συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. 

ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΜΕ ΧΑΜΗΛΗ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΠΑΡΟΧΗ
Η καρδιακή παροχή είναι ανεπαρκής (κλάσμα εξώθησης κάτω του 35%) ή επαρκεί για την κάλυψη των αναγκών του οργανισμού μόνο σε υψηλές διαστολικές πιέσεις. Στα κύρια αίτια περιλαμβάνονται η μυοκαρδιακή ισχαιμία, η αρτηριακή υπέρταση, οι βαλβιδοπάθειες και η αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος. Η μείωση της αντλητικής δυνατότητας της καρδιάς μπορεί να οφείλεται σε:
1. Δυσλειτουργία του μυοκαρδίου: ισχαιμική καρδιοπάθεια, μυοκαρδιοπάθεια.
2. Διαταραχές της πλήρωσης των κοιλιών: περιοριστική μυοκαρδιοπάθεια, συμπιεστική περικαρδίτιδα.
3. Διαταραχές του καρδιακού ρυθμού: αποκλεισμός σκέλους, μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγωγή με β-αποκλειστές.
4. Φάρμακα με αρνητική ινότροπο δράση (π.χ. αντιαρρυθμικά φάρμακα).
Επίσης, η συγκεκριμένη μορφή καρδιακής ανεπάρκειας συνδέεται με σημαντική αύξηση του προφορτίου (π.χ. ανεπάρκεια μιτροειδούς, υπερφόρτωση με υγρά) ή χρόνια αύξηση του μεταφορτίου (π.χ. αρτηριακή πίεση, στένωση αορτής). 

ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΜΕ ΑΥΞΗΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΠΑΡΟΧΗ
Η καρδιακή παροχή είναι φυσιολογική ή και αυξημένη σε συνθήκες αυξημένων απαιτήσεων. Αποτελεί σπανιότερη μορφή καρδιακής ανεπάρκειας που προκύπτει όταν προοδευτικά δεν καλύπτονται οι μεταβολικές ανάγκες του οργανισμού. Η παθολογική κατάσταση συσχετίζεται με την ύπαρξη αναιμίας, υπερθυρεοειδισμού, νόσου Paget, αρτηριοφλεβικών δυσπλασιών, διατροφικών ανεπαρκειών (ανεπάρκεια θειαμίνης) ή κύησης. Αρχικά, οι ασθενείς παρουσιάζουν εκδηλώσεις δεξιάς καρδιακής ανεπάρκειας και κατόπιν προστίθενται σημεία και συμπτώματα αριστεράς καρδιακής ανεπάρκειας.

ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Η φύση των συμπτωμάτων εξαρτάται από την κοιλία που έχει επηρεασθεί περισσότερο. Σε ασθενείς με αριστερά καρδιακή ανεπάρκεια παρατηρούνται δύσπνοια, συριγμός, ορθόπνοια, παροξυσμική νυχτερινή δύσπνοια, νυχτερινός βήχας με ροδόχροα - αφρώδη πτύελα, νυκτουρία, πτωχή ικανότητα άσκησης, κόπωση, απώλεια σωματικού βάρους, ψυχρά άκρα και απώλεια μυϊκής μάζας. Από την άλλη πλευρά, η δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια συσχετίζεται με την ύπαρξη περιφερικών οιδημάτων (κνήμες, όσχεο), ασκίτη, ανορεξίας και ναυτίας.
Οι ασθενείς έχουν όψη πάσχοντος. Η αντικειμενική εξέταση αποκαλύπτει:
1. Περιφερική κυάνωση και ψυχρότητα.
2. Διαταραχές καρδιακού παλμού.
3. Μειωμένη συστολική αρτηριακή πίεση.
4. Πλευριτική συλλογή και διάσπαρτοι υγροί ρόγχοι.
5. Διόγκωση φλεβών τραχήλου.
6. Οιδήματα κάτω άκρων.
7. Ηπατομεγαλία.
Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ταξινομούνται σε τέσσερις κατηγορίες (New York Classification):
I: παρουσία καρδιοπάθειας χωρίς να προκαλείται δύσπνοια από τη συνήθη δραστηριότητα.
II: πρόκληση δύσπνοιας κατά τη συνήθη δραστηριότητα.
III: πρόκληση δύσπνοιας σε επίπεδα χαμηλότερα της συνήθους δραστηριότητας.
IV: παρουσία δύσπνοιας στην ηρεμία.

ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ
Οι αιματολογικές εξετάσεις περιλαμβάνουν γενική αίματος και βιοχημικές εξετάσεις (ουρία, κρεατινίνη, ΒΝΡ). Στην ακτινογραφία θώρακος διαπιστώνονται καρδιομεγαλία, διάταση των αγγείων των άνω λοβών, διάμεσο οίδημα (Kerley lines) και πλευριτική συλλογή. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα σπανίως είναι φυσιολογικό σε ασθενείς με χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και μπορεί να υποδεικνύει την υποκείμενη διαταραχή (π.χ. μυοκαρδιακή ισχαιμία, έμφραγμα μυοκαρδίου, υπερτροφία κοιλίας). Ο συνδυασμός ενός φυσιολογικού ηλεκτροκαρδιογραφήματος και επιπέδων ΒΝΡ εντός φυσιολογικών ορίων καθιστά τη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας λιγότερο πιθανή. Το υπερηχογράφημα αποκαλύπτει την ύπαρξη δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας και έχει κρίσιμη θέση στη διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Σπανίως απαιτείται η διενέργεια βιοψίας.